Είδη σαλιγκαριών

Από GAIApedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Helix aspersa

Helix aspersa

Πρόσφατα μετονομάσθηκε σε Cornu aspersum. Το όνομα Helix aspersa [1] διατηρείται σε πολλές επιστημονικές αναφορές και ειδικά σε επίπεδο ζωοτεχνικό και εμπορικό. Το πλήρες ιστορικό της ονοματολογίας του αναφέρεται στη συνέχεια:

Για πρώτη φορά, το είδος περιγράφηκε ως Helix aspersa από τον O. F. Müller το 1774. Το Helix aspersa στα λατινικά σηµαίνει διάστικτο σαλιγκάρι. Στον κατάλογο Ευρωπαϊκών ειδών χερσαίων Μαλακίων το είδος αναφέρεται ως Cornu aspersum aspersum (Müller, 1774) και εντάσσεται δηλαδή στο γένος Cornu Born, 1778.

Αυτό το είδος είναι ιθαγενές στη Μεσογειακή περιοχή (συµπεριλαµβανοµένης της Αιγύπτου), από τη βορειοδυτική Αφρική και την Ιβηρική χερσόνησο έως τη Μικρά Ασία ανατολικά και έως τα Βρετανικά νησιά. Περιλαµβάνει ένα σύνολο από βορειοαφρικανικές ενδηµικές µορφές και υποείδη, που περιγράφτηκαν στις αρχές του 20ου αιώνα µε βάση τα χαρακτηριστικά του κελύφους. Το σαλιγκάρι αυτό πολλοί το προτιµούν για την νοστιµιά του καθώς και δεσπόζει στην αγορά. Είναι γνωστό στην Κρήτη περισσότερο ως χοχλιός. Μεταφέρθηκε από τη Μεσογειακή περιοχή από όπου και κατάγεται, καθώς απολιθώµατα από το ανώτερο πλειόκαινο στη Β. Αφρική, καθώς επίσης και στη Ν. Γαλλία, στην Ισπανία και στην Κορσική δείχνουν κατανοµή του και στη δυτική Μεσόγειο.

Το H. αspersa έφθασε στα βρετανικά νησιά µε τους Κέλτες πολύ πριν από τους Ρωµαίους, ενώ σε πολλές περιοχές της Ευρώπης διαδόθηκε από τους Ρωµαίους. Η εξάπλωσή του H. αspersa συνέβη κατά τη διάρκεια των σύγχρονων χρόνων, µέσω της µεταφοράς φρούτων και λαχανικών. Πιο πρόσφατα, πάλι από τον άνθρωπο εξαπλώθηκε σε πολλές εύκρατες και τροπικές περιοχές (π.χ. Κ. Ευρώπη, Α. Ασία, Ν. Αφρική, Μεξικό, Ν. Αµερική, Ωκεανία). Το συγκεκριµένο είδος είναι ερµαφρόδιτο και υποχρεωτικά ετερογονιµοποιούµενο. Από το 1859 το είδος αυτό έχει µεταφερθεί και στην περιοχή της Καλιφόρνιας και από εκεί εξαπλώθηκε και σε άλλες δυτικές πολιτείες των Η.Π.Α.

Επειδή µεταφέρεται πολύ εύκολα (άµεσα ή έµµεσα) από τον άνθρωπο, σήµερα πλέον υπάρχει σε όλες τις ηπείρους. Χαρακτηρίζεται έτσι ως ένα τυπικά ανθρωπόχωρο είδος, δηλαδή είδος που διαδίδεται σε διάφορες γεωγραφικές περιοχές µε τον άνθρωπο εκούσια ή ακούσια. Σε βάρος µπορεί να υπερβεί τα 15 γραµµάρια. Είναι το πιο κοινό είδος σαλιγκαριού στη νότια Ελλάδα. Υπάρχει στα περισσότερα νησιά των Κυκλάδων και της ∆ωδεκανήσου.

Ζει παντού, σε όλους τους τύπους βιοτόπων, ανθρωπογενείς, όπως κήπους, πάρκα, αγρούς, διαχωριστικούς φυσικούς φράκτες και µη ανθρωπογενείς, όπως δάση. Έχει διαστάσεις 25–40mm σε διάµετρο και 25–35 mm ύψος. Εµπορικά αποκαλείται µε διάφορα κοινά ονόµατα όπως σαλιγκάρι Βουργουνδίας, escargot ή petit gris στα γαλλικά, Brown garden snail στα αγγλικά, ρωµαϊκό και στην Ελλάδα Κρητικός κοχλιός. Το είδος αυτό χρησιµοποιείται κατά κανόνα στη µεταπρατική βιοµηχανία σαλιγκαριών. Συναντάται σε βουνά µε πλούσια βλάστηση και οροπέδια, µέχρι 2.000 µ., αλλά και σε χαµηλά υψόµετρα σε κήπους. Προτιµά τα ασβεστούχα εδάφη για τη λήψη ασβεστίου το οποίο είναι απαραίτητο για την κατασκευή του κελύφους του και την αναπαραγωγική δραστηριότητα. Επίσης οικολογικές µελέτες έχουν αποδείξει τη συσχέτιση της δοµής και της χηµικής σύστασης του εδάφους µε τη γεωγραφική εξάπλωση και την αφθονία των σαλιγκαριών. Οι κυριότεροι παράγοντες είναι η περιεκτικότητα του εδάφους σε άργιλο και άµµο, το pH, η οργανική ύλη καθώς και η περιεκτικότητα του εδάφους σε ασβέστιο-ανθρακικά άλατα και µαγνήσιο.

Το όστρακό του Helix aspersa είναι κωνοειδές, σφαιρικό, παχουλό, πολύ κυρτό στην κορυφή και λοξά ξαπλωµένο στη βάση. Το άνοιγµα είναι λοξό οβάλ, µε άκρες πολύ συγκλίνουσες ενωµένες µε απαλές κυµατοειδείς προεξοχές χρώµατος λευκού. Οι σπείρες που είναι 4 ή 5 είναι πολύ τονισµένες, η τελευταία είναι µεγάλη, στρογγυλοποιηµένη. Το βασικό χρώµα του κελύφους του είναι γκρίζο ή κιτρινωπό διακοπτόµενο από σκούρες λωρίδες, µε ποικιλία αριθµού και πλάτους, διασταυρούµενες µε ζώνες πιο ανοιχτόχρωµες από το βασικό χρώµα. Το χρώµα του σώµατος είναι καστανό σκούρο, κιτρινωπό/γκρίζο διακοσµηµένο µε γλωσσίτσες πιο ανοιχτόχρωµες. Η καταγωγή του είναι µεσογειακή, απ’ όπου διαδόθηκε στη συνέχεια στην Ευρώπη και πρόσφατα στη Ν. Αφρική, Η.Π.Α, Μεξικό, Αυστραλία. Είναι πολύ διαδεδοµένο στη Ν. Γαλλία καθώς επίσης και στην χώρα µας κυρίως στην κεντρική και νότια Ελλάδα, την Πελοπόννησο. Απαντάται κυρίως στην πεδιάδα, ενώ προτιµά µικροπεριβάλλοντα µε υγρασία, όπως κήπους, θάµνους, κούτσουρα, βράχους, καθώς και αµµώδη εδάφη.

Βιβλιογραφία

  1. "Διαφορές στην κατανάλωση, πληθυσμιακές εκτιμήσεις και διατροφικές προτιμήσεις σε είδη γαστερόποδων", Πτυχιακή εργασία της Μαρτάκη Ειρήνης, Ανώτατο Τεχνολογικό Ίδρυμα Κρήτης, Σχολή Τεχνολογίας Γεωπονίας, Τμήμα Βιολογικών Θερμοκηπιακών Καλλιεργειών & Ανθοκομίας, Ηράκλειο 2011


Helix pomatia

Helix pomatia

Αυτό το είδος (Helix pomatia) [1] μοιάζει µε τον κρητικό χοχλιό, συναντάται στις περιοχές που ζει µε τα κοινά ονόµατα σαλιγκάρι των βουνών και δίµυτο. Οι διαστάσεις του είναι µεγαλύτερες, µε ύψος από 30- 45 mm. και διάµετρο από 30–50mm., έχει δηλαδή ελαφρώς κωνικό καφετί κέλυφος, µε κάθετες ακανόνιστες ραβδώσεις και λωρίδες ίδιου βασικού χρώµατος αλλά πιο έντονου, συχνά σχεδόν σβησµένες. Το κέλυφος όταν εκτεθεί στον ήλιο και τη βροχή γίνεται άσπρο, η ίδια αλλαγή επέρχεται και όταν είναι άδειο. Το σώµα του είναι χοντρό, κιτρινωπό σκεπασµένο από πολλά φυµάτια επιµήκη και ακανόνιστα. Ζει σε µεγάλο µέρος της Ευρώπης και παρουσιάζει έντονη κινητικότητα µετά από βροχή ή νωρίς το πρωί, όσο ακόµη διατηρείται η πρωινή υγρασία στα χόρτα σε αβεστώδη εδάφη, σε δάση, καλλιεργηµένα χωράφια, γύρω από ξερολιθιές σε βουνά µε χαµηλή βλάστηση και σε κήπους. Το βρίσκουµε σε αρκετό υψόµετρο 1500µ µέχρι τα 2000 µέτρα περίπου. Πολλοί το προτιµούν όµως περισσότερο από το H. aspersa για την νοστιµιά του και το µέγεθός του. Η καταγωγή του σαλιγκαριού αυτού είναι από τις Άλπεις και είναι διαδεδοµένο στην Κ. Ευρώπη, πολύ διαδεδοµένο στη Γαλλία (ως Gros blanc/Escargot de Bourgogne) µέχρι και τη ∆. Ρωσία και από την Αγγλία µέχρι τη Ν. Σουηδία. Στην χώρα µας απαντάται κυρίως στην Α. Μακεδονία και Θράκη.

Βιβλιογραφία

  1. "Διαφορές στην κατανάλωση, πληθυσμιακές εκτιμήσεις και διατροφικές προτιμήσεις σε είδη γαστερόποδων", Πτυχιακή εργασία της Μαρτάκη Ειρήνης, Ανώτατο Τεχνολογικό Ίδρυμα Κρήτης, Σχολή Τεχνολογίας Γεωπονίας, Τμήμα Βιολογικών Θερμοκηπιακών Καλλιεργειών & Ανθοκομίας, Ηράκλειο 2011


Helix lucorum

Helix lucorum

Το Helix lucorum [1] θεωρείται ως το πιο µεγάλο από τα είδη του γένους Helix. Το κέλυφος έχει ύψος 36-41 χιλιοστ. και διάµετρο που φτάνει τα 40-43χιλιοστ. είναι σχεδόν στρογγυλό, πολύ χοντρό µε άνοιγµα µακρόστενο και σκούρο. Το βασικό χρώµα του κελύφους τείνει προς το άσπρο µε λωρίδες σκούρες πολύ ζωηρές που ακολουθούν σπείρες. Απαντάται στη Βαλκανική χερσόνησο, την κεντρική και Ν.Α. Ευρώπη και Μικρά Ασία. Είναι πολύ διαδεδοµένο στην Ιταλία λόγω της εξαιρετικά πολύ καλής ποιότητας κρέατος. Το σαλιγκάρι αυτό προτιµάει τις δασώδεις, υγρές, πεδινές καλλιεργούµενες κυρίως περιοχές καθώς και κάτω από πέτρες ή κορµούς δένδρων. Παρουσιάζει χαρακτηριστικά παρόµοια µε εκείνα του Helix pomatia, αντίθετα όµως δεν έχει την ίδια εκτίµηση στην αγορά όπου όπως και µε το H. aspersa έτσι και η εκτροφή του H. lucorum περιορίζεται στην ικανοποίηση των αναγκών των τοπικών αγορών.

Βιβλιογραφία

  1. "Διαφορές στην κατανάλωση, πληθυσμιακές εκτιμήσεις και διατροφικές προτιμήσεις σε είδη γαστερόποδων", Πτυχιακή εργασία της Μαρτάκη Ειρήνης, Ανώτατο Τεχνολογικό Ίδρυμα Κρήτης, Σχολή Τεχνολογίας Γεωπονίας, Τμήμα Βιολογικών Θερμοκηπιακών Καλλιεργειών & Ανθοκομίας, Ηράκλειο 2011


Eobania vermiculata

Eobania vermiculata

Αυτό το είδος µεγάλου χερσαίου σαλιγκαριού είναι κοινό στη µεσογειακή περιοχή και εκτείνεται από την Ισπανία ως τη Ρωσική Κριµαία. Συναντάται σε Ισραήλ, Αίγυπτο, ανατολική Ισπανία, ανατολική Βουλγαρία, νότια Ελλάδα και τη χερσόνησο της Κριµαίας. Βρίσκεται επίσης χωρίς να είναι αυτόχθονο (µεταφέρθηκε) σε Ν.Α. Αυστραλία, ενώ η µη ιθαγενής κατανοµή της Eobania vermiculata περιλαµβάνει:

  • Τη Ν.Α. Αυστραλία, όπως προαναφέρθηκε, όπου είναι γνωστό ως σαλιγκάρι µε τη σοκολατί λωρίδα.
  • Τις Η.Π.Α., όπου εγκαταστάθηκε ήδη και θεωρείται ότι αντιπροσωπεύει µια δυνητικά µεγάλη απειλή ως επιβλαβές είδος–εισβολέας., που θα µπορούσε να επηρεάσει τη γεωργία, τα φυσικά οικοσυστήµατα, την ανθρώπινη υγεία ή το εµπόριο. Προτάθηκε έτσι να δοθεί στην αποµόνωση αυτού του είδους κορυφαία εθνική σηµασία.

Το χρώµα του κελύφους του Eobania vermiculata [1] είναι πολύ µεταβλητό. Ασπρουδερό ως πρασινωπό κίτρινο, συχνά µε έγχρωµες λωρίδες ή κηλίδες. Η κάτω πλευρά είναι συχνά λευκή µε δύο καστανές λωρίδες και λευκωπή ανάµεσα στην κατώτατη λωρίδα και τον οµφαλό. Το κέλυφος φέρει 4 έως 4,5 σπείρες. Η περιφέρεια του ανοίγµατος είναι λευκή και στα ενήλικα άτοµα στρέφεται προς τα πάνω, ενώ στα νεαρά αυτό συµβαίνει µόνο στη µεριά του άξονα (columella). Ο οµφαλός είναι στενός και ανοικτός στα νεαρά, µερικά καλυµµένος από το γυριστό περιθώριο της µεριάς του άξονα, ενώ είναι πλήρως κλειστός στα κελύφη των ενηλίκων. Το πλάτος του κελύφους είναι 22–32mm. Το ύψος του είναι 14–24mm.

Τα νεαρά άτοµα διαφέρουν από τα άτοµα του είδους Theba pisana (που έχουν παρόµοιο οµφαλό) από το µεγαλύτερο µέγεθος της κορυφής.

Το είδος Eobania vermiculata ζει σε µια ευρεία ποικιλία ενδιαιτηµάτων, συνήθως σε ξηρή βλάστηση, συνήθως σε εγγύτητα µε τις ακτές, επίσης σε γεωργικές καλλιέργειες. Είναι πολύ κοινό στην Κρήτη, ενώ το είδος ζει πρακτικά σε κάθε µικρό νησί του νότιου Αιγαίου.

Στη βόρειο Ελλάδα η σύζευξη συµβαίνει µετά τις πρώτες βροχοπτώσεις το φθινόπωρο. Αυτό το είδος δηµιουργεί βέλη της αγάπης και τα χρησιµοποιεί ως µέρος της συζευκτικής του συµπεριφοράς.Είκοσι µέρες αργότερα γεννιούνται περίπου 70 αυγά. Το µέγεθος του αυγού είναι 4.1 Χ<sup/> 3mm.

Τα νεαρά εκκολάπτονται λίγο µετά και µεγαλώνουν σε διάµετρο περίπου 12–13mm το χρόνο για δύο χρόνια (η αυξητική περίοδος συνήθως περιορίζεται από Φεβρουάριο ως Ιούνιο στη βόρεια Ελλάδα, ενώ στην Κρήτη αυτή η περίοδος τελειώνει ήδη κατά το Μάιο). Φθάνει στην ωριµότητα µετά από δύο χρόνια, όταν αποκτήσει διάµετρο 25mm, κλείσει ο οµφαλός και στραφεί προς τα πάνω η περιφέρεια του ανοίγµατος. Τα σαλιγκάρια φθάνουν 29–30mm σε διάµετρο κατά το Μάιο–Ιούνιο του δεύτερου χρόνου στη βόρεια Ελλάδα (Απρίλιο στην Κρήτη) µε τη µέγιστη διάµετρο τα 33 mm, να χρειάζεται 5 χρόνια ή περισσότερα για να επιτευχθεί, αλλά η θνησιµότητα αυξάνει πολύ µετά τα δύο χρόνια. Περίπου το 20% των ατόµων σε ένα πληθυσµό επιζούν, ώστε να γεννήσουν αυγά τον τρίτο χρόνο, ενώ µόνο 5% των ατόµων ξαναγεννούν αυγά κατά τον 4ο χρόνο. Ο ρυθµός θνησιµότητας µειώνεται µε την ηλικία. Τα ζώα διαχειµάζουν (στη βόρεια Ελλάδα) ή διαθερίζουν (πέφτουν σε θερινή νάρκη – στην Κρήτη), αλλά νεαρά και ενήλικα δείχνουν διαφορές στη συµπεριφορά τους. Τα ενήλικα σκάπτουν στο έδαφος και φτιάχνουν ένα επίφραγµα, ενώ τα νεαρά αναζητούν προστατευµένες θέσεις κάτω από πέτρες ή φύλλα χαµηλών φυτών.

Το είδος είναι εµπορεύσιµο και εξάγεται από την Ελλάδα στη Γαλλία. Αυτό το γεγονός οδήγησε τους ερευνητές να προτείνουν περιορισµούς στο µέγεθος των συλλεγοµένων ατόµων και τις εποχές συλλογής. Βρίσκεται σε όλη την χώρα καθώς είναι το περισσότερο διαδεδοµένο σαλιγκάρι. Υπάρχουν πολλές παραλλαγές του είδους. Αφθονεί στην αγορά και το βάρος φτάνει τα 5-8 γραµµάρια. Σάρκα 45-50%, πολύ τρυφερή και πολύ νόστιµη. Είναι από τα το πιο κοινά είδη σαλιγκαριών της νότιας Ελλάδας. Θα το συναντήσουµε σε όλα σχεδόν τα νησιά ακόµη και στα πιο µικρά βραχονήσια σε όλους τους βιοτόπους, ανθρωπογενείς και µη.

Βιβλιογραφία

  1. "Διαφορές στην κατανάλωση, πληθυσμιακές εκτιμήσεις και διατροφικές προτιμήσεις σε είδη γαστερόποδων", Πτυχιακή εργασία της Μαρτάκη Ειρήνης, Ανώτατο Τεχνολογικό Ίδρυμα Κρήτης, Σχολή Τεχνολογίας Γεωπονίας, Τμήμα Βιολογικών Θερμοκηπιακών Καλλιεργειών & Ανθοκομίας, Ηράκλειο 2011


Theba pisana

Theba pisana (Müller)

Το άσπρο σαλιγκάρι κήπων, Theba pisana (Müller), είναι πιθανόν το χειρότερο γεωργικό παράσιτο από όλα τα σαλιγκάρια Helicidae που εισάγονται στη Βόρεια Αµερική. Είναι ένα πολύ συχνά εισαγόµενο µε εµπορεύµατα, ξένο για τις ΗΠΑ, χερσαίο σαλιγκάρι που φθάνει γενικά µε αποστολές γεωργικών ειδών από τις µεσογειακές χώρες. Το Theba pisana παρουσιάζει ισχυρή ροπή για αναρρίχηση επάνω ακόµη και σε φορτία ψάχνοντας θέσεις για διαθέριση και είναι έτσι δύσκολο να ανιχνευθεί. Αυτό το σαλιγκάρι µπορεί να επιζήσει των µακριών και σκληρών ταξιδιών λόγω της δυνατότητάς του να διαµορφώσει έναν υµένα από ξηρή βλέννα, αποκαλούµενο επίφραγµα, στο άνοιγµα του κελύφους του, που µειώνει την απώλεια ύδατος κατά τη διάρκεια του λήθαργου. Το Theba pisana είναι ικανό για έντονες πληθυσµιακές αυξήσεις όπου έχει εισαχθεί, και µπορεί να βρεθεί σε πυκνότητες µέχρι 3.000 σαλιγκαριών ανά δέντρο µετά από περιόδους µικρότερες των 5 ετών. Μόλις εδραιωθεί σε µια νέα περιοχή, το Τ. pisana προκαλεί απώλεια φύλλων διάφορων φυτών, συµπεριλαµβανοµένων των εσπεριδοειδών και των διακοσµητικών φυτών.

Το Theba pisana [1] ήταν γνωστό προηγουµένως ως Helix pisana (Müller). Το Τ. pisana είναι ιθαγενές στη νοτιοδυτική Αγγλία, την Ουαλία, την Ιρλανδία, τη δυτική Γαλλία, την Ελβετία και τις µεσογειακές χώρες της Ευρώπης και της Αφρικής.Ο βιότοπός του στην Ευρώπη είναι κοντά στις ακτές. Έχει εισαχθεί στα ατλαντικά νησιά, τη Νότια Αφρική, το Somaliland, και τη δυτική Αυστραλία. Αυτό το σαλιγκάρι παρατηρήθηκε αρχικά στη Βόρεια Αµερική στη Λα Χόγια, στο νοµό του Σαν Ντιέγκο, Καλιφόρνια, το 1914. ∆ιαδόθηκε σύντοµα σε διάφορες τοποθεσίες στους νοµούς Orange και του Λος Άντζελες, αλλά προφανώς οι πληθυσµοί του εκεί µηδενίστηκαν µέχρι το 1940. Ο Mead (1971) κατέγραψε µια δεύτερη προσβολή στο νοµό του Λος Άντζελες το 1966 από όπου βεβαιώθηκε η εξάλειψη το 1972. Τα σαλιγκάρια βρέθηκαν και προσδιορίστηκαν Αύγουστο 1985 στο Σαν Ντιέγκο, στην Καλιφόρνια, σε διάφορες τοποθεσίες εντός µιας περιοχής 10 τετραγωνικών µιλίων. ∆εν υπάρχει κανένα δηµοσιευµένο αρχείο για τους βορειοαµερικανικούς πληθυσµούς έξω από την Καλιφόρνια. Το Theba pisana είναι επίσης παρόν στις Βερµούδες, αλλά δεν έχει καταγραφεί ποτέ από τη Φλώριδα.

Το κέλυφός του είναι υποσφαιρικό µε ήπια συµπιεσµένη σπείρα. Το ενήλικο κέλυφος έχει 5 1/2 έως 6 ελαφρώς κυρτές σπείρες µε ρηχές συρραφές. Είναι µέσου µεγέθους, που κυµαίνεται από 12 έως 15 χιλ. (σπάνια σε 25) στη διάµετρο και 9 έως 12 χιλ. (σπάνια σε 20) στο ύψος, και είναι αδιαφανές και µετρίως στερεό (ανθεκτικό). Το άνοιγµα του κελύφους είναι στρογγυλευµένο και ηµισεληνοειδές και µόνο ελαφρώς πλάγιο. Το χείλι του ανοίγµατος είναι αιχµηρό, αλλά µερικά δείγµατα παρουσιάζουν µια πάχυνση µέσα στο χείλι. Το νεανικό κέλυφος έχει µια αιχµηρή καρίνα στην περιφέρεια, αλλά στο ενήλικο κοχύλι η περιφέρεια εµφανίζει οµαλή καµπύλη. Η επιφάνεια του κελύφους δεν είναι στιλπνή, αλλά είναι µαρκαρισµένη µε πολλές λεπτές κάθετες λωρίδες. Το χρώµα υποβάθρου του κελύφους είναι σχεδόν πάντα λευκό του ελεφαντόδοντου (σπάνια ροζ), και υπάρχει συχνά ένας µεταβλητός αριθµός στενών σκούρων καφέ σπειροειδών ζωνών. Αυτές οι ζώνες µπορούν να είναι είτε συµπαγείς, είτε φτιαγµένες από σηµεία και κηλίδες, ή ακόµα και απούσες. Αυτή η διαφορά στο χρωµατισµό δεν έχει οποιαδήποτε συστηµατική σηµασία, επειδή είναι προφανώς ένα πολυµορφικό γνώρισµα, υποκείµενο στις διαφορικές πιέσεις επιλογής και συσχετίζεται µε το µικροενδιαίτηµα. Οι πρώτες 1 1/2 σπείρες είναι γενικά σκοτεινές στο χρώµα, που κυµαίνεται από το µαύρο ως σκοτεινό καφετί, και δίνουν την εµφάνιση ενός σηµείου στην κορυφή του κελύφους.

Βιβλιογραφία

  1. "Διαφορές στην κατανάλωση, πληθυσμιακές εκτιμήσεις και διατροφικές προτιμήσεις σε είδη γαστερόποδων", Πτυχιακή εργασία της Μαρτάκη Ειρήνης, Ανώτατο Τεχνολογικό Ίδρυμα Κρήτης, Σχολή Τεχνολογίας Γεωπονίας, Τμήμα Βιολογικών Θερμοκηπιακών Καλλιεργειών & Ανθοκομίας, Ηράκλειο 2011


Helix lactea ή Otala lactea

Helix lactea ή Otala lactea

Τα σαλιγκάρια του είδους Helix lactea ή Otala lactea [1] διακρίνονται από το πλακουτσωτό, ανοιχτόχρωµο, σχεδόν άσπρο, κέλυφός τους, που τους δίνει και το δεύτερο όνοµά τους. Το κέλυφος φέρει µια πιο σκούρα καστανή γραµµή σε σχήµα σπείρας. Από αρχαιολογική ανακάλυψη στο Μαρόκο, φαίνεται ότι αυτό το είδος το εκµεταλλευόταν ο άνθρωπος από την προϊστορική εποχή. Αυτό το είδος είναι ιθαγενές της Ευρώπης και τµηµάτων της Βορείου Αφρικής. Έχει εισαχθεί σε πολιτείες των ΗΠΑ, µεταξύ των οποίων της Αριζόνας και της Φλόριντα, καθώς και στις Βερµούδες, την Κούβα και τη ΝΑ Αυστραλία.

Βιβλιογραφία

  1. "Διαφορές στην κατανάλωση, πληθυσμιακές εκτιμήσεις και διατροφικές προτιμήσεις σε είδη γαστερόποδων", Πτυχιακή εργασία της Μαρτάκη Ειρήνης, Ανώτατο Τεχνολογικό Ίδρυμα Κρήτης, Σχολή Τεχνολογίας Γεωπονίας, Τμήμα Βιολογικών Θερμοκηπιακών Καλλιεργειών & Ανθοκομίας, Ηράκλειο 2011


Helix godetiana

Helix godetiana

Το Helix godetiana [1] είναι ένα µεγάλο σε µέγεθος σαλιγκάρι µε λίγους και αραιούς πληθυσµούς σε πολύ λίγα νησιά και νησάκια. Ζει κυρίως σε περιοχές µε µακκία βλάστηση. Σε αντίθεση, µε τα περισσότερα άλλα είδη σαλιγκαριών της νότιας Ελλάδας, γεννάει προς το τέλος της άνοιξης. Το είδος κινδυνεύει άµεσα από τη συλλογή του από τους ανθρώπους και την εισαγωγή ανταγωνιστικών ειδών, και έµµεσα από την υπερβόσκηση, λόγω της καταστροφής των βιοτόπων που ζει. Έχει καταγραφεί σε τέσσερα µόνο νησιά του Αιγαίου, ενώ έχουν βρεθεί ηµιαπολιθωµένα κελύφη του σε άλλα οκτώ Αιγαιικά µεσαίου και µικρού µεγέθους νησιά. Είναι το µοναδικό είδος χερσαίου σαλιγκαριού που αναφέρεται στο Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουµένων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας.

Βιβλιογραφία

  1. "Διαφορές στην κατανάλωση, πληθυσμιακές εκτιμήσεις και διατροφικές προτιμήσεις σε είδη γαστερόποδων", Πτυχιακή εργασία της Μαρτάκη Ειρήνης, Ανώτατο Τεχνολογικό Ίδρυμα Κρήτης, Σχολή Τεχνολογίας Γεωπονίας, Τμήμα Βιολογικών Θερμοκηπιακών Καλλιεργειών & Ανθοκομίας, Ηράκλειο 2011