Αλλαντίαση

Από GAIApedia
Αναθεώρηση της 11:41, 6 Απριλίου 2015 υπό τον K kaponi (Συζήτηση | συνεισφορές)

(διαφορά) ←Παλαιότερη αναθεώρηση | Τελευταία αναθεώρηση (διαφορά) | Νεώτερη αναθεώρηση → (διαφορά)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η αλλαντίαση [1] είναι δηλητηρίαση από την τοξίνη του Clostridium botulinum, το οποίο αναπτύσσεται και πολλαπλασιάζεται στις τροφές των ζώων. Η αλλαντίαση δεν είναι λοίμωξη, αλλά τοξίκωση, γιατί οφείλεται στη βρώση της τροφής, μέσα στην οποία υπάρχει η τοξίνη του βακτηριδίου Clostridium botulinum. Το βακτηρίδιο αυτό είναι αναερόβιο και σπορογόνο και απαντάται στο έδαφος και στα έντερα και τα κόπρανα των ζώων.

Υπάρχουν 8 τύποι και υποτύποι του Cl.botulinum, οι οποίοι διακρίνονται μεταξύ τους βάσει της ορολογικής ειδικότητας της τοξίνης τους και είναι οι εξής: A, B, Ca, Cb, D, E, F, G. Ο καθένας απ' αυτούς τους τύπους έχει βρεθεί ότι προσβάλλει ορισμένο είδος ζώου ή τον άνθρωπο, όπως φαίνεται παρακάτω:

Οι τοξίνες όλων των τύπων του Cl.botulinum είναι πρωτεΐνες και έχουν ισχυρότατη τοξικότητα. Καθαρή τοξίνη 1mg του τύπου A ισοδυναμεί προς 40.000.000 θανατηφόρες δόσεις ποντικού.

Τα βακτηρίδια και τα σπόριά τους εισέρχονται με τις τροφές στο πεπτικό σύστημα των ζώων, χωρίς να δημιουργούν κανένα πρόβλημα κατά τη διέλευσή τους απ' αυτό. Όταν τα ζώα αποθνήσκουν, τα σπόρια του μικροβίου βλαστάνουν μέσα στους αποσυντιθέμενους ιστούς και εκκρίνεται η τοξίνη. Έτσι όταν οι ζωοτροφές ρυπαίνονται από σάρκες νεκρών μικρών ζώων, όπως ποντικών, ερπετών διαφόρων ειδών κ.λπ. υπάρχει ενδεχόμενο να περιέχουν αλλαντοτοξίνη πολύ επικίνδυνη για τα ζώα που θα καταναλώσουν τις ζωοτροφές αυτές.

Στον άνθρωπο η αλλαντίαση μπορεί να προκληθεί ύστερα από βρώση κονσερβών ή αλλάντων, που περιέχουν την τοξίνη. Λόγω πλημμελούς αποστείρωσης κατά την παρασκευή τους τα τυχόν υπάρχοντα σπόρια του μικροβίου βλαστάνουν και εκκρίνουν την τοξίνημέσα στον αναερόβιο χώρο της κονσέρβας ή του αλλαντικού.

Η τοξίνη απορροφάται από το έντερο, εισέρχεται στην κυκλοφορία και διασπείρεται στους ιστούς του σώματος. Αναστέλλει τη σύνθεση ή την απελευθέρωση της ακετυλοχολίνης στις τελικές κινητικές πλάκες με αποτέλεσμα τη διακοπή της νευρικής ώσης από τα νεύρα στις μυϊκές ίνες, δηλαδή με άλλα λόγια δρα στο περιφερειακό νευρικό σύστημα. Το αποτέλεσμα αυτής της δράσης της αλλαντοτοξίνης είναι η μυϊκή παράλυση του ζώου.

Η περίοδος επώασης διαρκεί 2-10 ημέρες και η όλη διάρκεια της νόσου είναι από λίγες ώρες έως 5 ημέρες.

Τα πρώτα συμπτώματα είναι αταξία στο βάδισμα και κατόπιν πάρεση Στη συνέχεια παρατηρείται αδυναμία μάσησης και κατάποσης και βαθμιαία γενίκευση της παράλυσης μέχρι το θάνατο.

Η διάγνωση μπορεί να γίνει με τη διαπίστωση της ειδικής τοξίνης στις ζωοτροφές ή στο πεπτικό σύστημα του προσβεβλημένου ζώου. Αυτό επιτυγχάνεται με τη δίοδο εκχυλίσματος τροφών ή εντερικού περιεχομένου από ποντικούς, οι οποίοι σε θετική περίπτωση αποθνήσκουν μέσα σε 2 ημέρες. Η απομόνωση του Cl.botulinum από τις ζωοτροφές ή το γαστροεντερικό σωλήνα δεν έχει καμιά σημασία, γιατί έτσι κι αλλιώς το μικρόβιο μπορεί να υπάρχει σ' αυτά κανονικά σε κατάσταση μη βλάστησης.

Η αλλαντίαση αντιμετωπίζεται με τη χορήγηση ειδικής αντιτοξίνης. Υπάρχει και πολυδύναμη αντιτοξίνη, η οποία καλύπτει περισσότερους του ενός τύπους του μικροβίου. Εννοείται ότι η θεραπεία πρέπει να γίνεται έγκαιρα, δηλαδή στην αρχή της εκδήλωσης της νόσου.

Εκεί που υπάρχει ενζωοτία χορηγείται αντιτοξίνη στα ζώα, για να εξασφαλισθεί η προστασία τους από την προσβολή. Εξάλλου πρέπει να δίνεται μεγάλη προσοχή στη διατροφή των ζώων, Να απορρίπτονται οι τροφές που έχουν ρυπανθεί από πτώματα μικρών ζώων.

Βιβλιογραφία

  1. "Υγιεινή και στοιχεία παθολογίας των αγροτικών ζώων" Αποστόλου Μ. Ζαφράκα