Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του "Αντιδιαιτητικοί παράγοντες"

Από GAIApedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
 
(Καμία διαφορά)

Αναθεώρηση της 13:26, 10 Ιουλίου 2014

Οι αντιδιαιτητικοί παράγοντες, περιλαμβάνουν συστατικά είτε των ίδιων των ζωοτροφών, είτε ως αποτέλεσμα επιμολύνσεων αυτών και μπορεί να είναι τοξικά προκαλώντας προβλήματα στην υγεία του ζώου ή να παρεμποδίζουν την ομαλή εξέλιξη των φαινομένων της θρέψης του ζώου. Αντιδιαιτητικοί παράγοντες ως συστατικά των ίδιων των ζωοτροφών απαντώνται αποκλειστικά σε ζωοτροφές φυτικής προέλευσης και οι κυριότεροι απ'αυτούς είναι:

  1. Γλυκοζίτες. Αυτοί διακρίνονται, ανάλογα με την αντιδιαιτητική τους δράση, σε διάφορες κατηγορίες όπως:
    • Κυανιογόνοι γλυκοζίτες, οι οποίοι περιέχουν στο μόριό τους κυάνιο, το οποίο ελευθερώνεται μετά από υδρόλυση στο πεπτικό σύστημα του ζώου και απορροφούμενο προκαλεί διακοπή της κυτταρικής αναπνοής, με αποτέλεσμα το θάνατο του ζώου από ασφυξία (ανοξία),
    • Θειογλυκοζίτες, είναι κι αυτοί κυανιογόνοι αλλά η αντιδιαιτητική τους δράση οφείλεται στο ότι περιέχουν θειοκυανικό ή ισοθειοκυανικό σιναπέλαιο. Αυτό υδρολύεται εντός του οργανισμού και η παραγόμενη θειοκυανική ρίζα διακόπτει το μηχανισμό της ενεργού μεταφοράς του ιωδίου στο θυρεοειδή αδένα. Αποτέλεσμα αυτής της δράσης είναι η εκδήλωση συμπτωμάτων υποθυρεοειδισμού (βρογχοκήλης) και
    • Σαπωνίνες, γλυκοζίτες με αιμολυτικές ιδιότητες που κατά κανόνα, δεν απορροφούνται από τον εντερικό βλεννογόνο και έται η αντιδιαιτητική τους δράση περιορίζεται μέσα στο πεπτικό σύστημα του ζώου, είτε παρεμποδίζοντας τη δράση κάποιων πεπτικών ενζύμων είτε, κυρίως στα μηρυκαστικά ζώα, δημιουργώντας συνθήκες συσσώρευσης αφρού και πρόκλησης τυμπανισμού (μετεωρισμού).
  2. Αιμοσυγκολλητίνες. Είναι πρωτεϊνικές ουσίες με αιμοσυγκολλητικές ιδιότητες. Ως πρωτεϊνικές ουσίες μπορούν να μετουσιωθούν με θέρμανση και να αδρανοποιηθούν.
  3. Αλκαλοειδή. Είναι ουσίες που προσβάλλουν το νευρικό σύστημα των ζώων.
  4. Παρεμποδιστές πρωτεασών. Είναι πρωτεϊνικές ενώσεις και η παρουσία τους αδρανοποιεί την ενεργότητα των ενδογενών πρωτεασών (τρυψίνη και χυμοτρυψίνη), μειώνοντας έτσι την πέψη και απορρόφηση των πρωτεϊνών της τροφής.
  5. Ταννίνες. Είναι φαινολικές ενώσεις που προκαλούν θρόμβωση του επιθηλίου του εντερικού βλεννογόνου με αποτέλεσμα να παρεμποδίζουν αφενός μεν την έκκριση πεπτικών ενζύμων, αφετέρου δε την απορρόφηση των θρεπτικών συστατικών της τροφής.
  6. Φωτοδυναμικές ουσίες. Έχουν ηπατοτοξική δράση και προκαλούν στα ζώα φωτοφοβία που συνοδεύεται από δερματίτιδες, νευρικές διαταραχές και αχρωμία μερών της εξωτερικής επιφάνειας του σώματος. Απαντώνται σε είδη χλωρής φυτικής ύλης και περισσότερο ευαίσθητα σε αυτές είναι τα βόσκοντα ζώα.
  7. Νιτρικά άλατα. Ως νιτρικά δεν είναι βλαπτικά για τα ζώα, αλλά αν μετατραπούν σε νιτρώδη και η συγκέντρωση των τελευταίων αυξηθεί, τότε παρατηρείται τοξική δράση.

Εκτός από τις παραπάνω αντιδιαιτητικές ουσίες, στις ζωοτροφές φυτικής προέλευσης, είναι δυνατόν να απαντηθούν και πολλές άλλες όπως ορμονοειδείς ουσίες, αλλεργιογόνες ουσίες, αντιγονικές ουσίες, πικρές ουσίες, κ.ά.

Οι αντιδιαιτητικές ουσίες που είναι αποτέλεσμα επιμόλυνσης των ζωοτροφών μπορεί να απαντηθούν τόσο στης φυτικής όσο και στης ζωικής προέλευσης και προέρχονται από προσβολή:

  • εντόμων και ακάρεων, με αποτέλεσμα κυρίως την υποβάθμιση της ποιότητας των ζωοτροφών και, σε περιπτώσεις έντονης προσβολής, να παρατηρηθούν διαταραχές στην υγεία των ζώων από την παρουσία τοξικών μεταβολιτών των εντόμων και ακάρεων,
  • μυκήτων, όπου ανάλογα με το είδος του μύκητα που αναπτύσσεται μπορεί να υπάρχει συσσώρευση ισχυρών μυκοτοξινών όπως είναι οι αλφατοξίνες, οι ωχρατοξίνες, οι σκωριάσεις, τα τριχοθηκένια, η ζεαραλενόνη, η εργοταμίνη, κ.ά., και
  • μικροοργανισμών. Κατά κανόνα σε κάθε ζωοτροφή υπάρχει παρουσία μικροοργανισμών που στην πλειονότητά τους δεν είναι βλαπτικοί για την υγεία των ζώων και μόνο όταν ο αριθμός τους είναι πολύ μεγάλος υποβαθμίζουν την ποιότητα. Μπορεί όμως η προσβολή να αφορά σε παθογόνους μικροοργανισμούς, οπότε στην περίπτωση αυτή η ζωοτροφή καθίσταται ακατάλληλη για χρήση.

Επίσης, τοξικές ουσίες μπορεί να περιέχονται στις ζωοτροφές από άλλου είδους μόλυνση, όπως π.χ. από ψεκασμούς με φυτοφάρμακα ή ως αποτέλεσμα γενικότερης περιβαλλοντικής μόλυνσης με βαρέα μέταλλα, ραδιενεργά στοιχεία, διοξίνες, κ.ά.