Ασθένειες βοοειδών

Από GAIApedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Φυματίωση των βοοειδών

Το μικρόβιο Mycobacterium bovis στο οποίο οφείλεται η φυματίωση των βοοειδών

Η φυματίωση [1] είναι χρόνια λοιμώδης μεταδοτική νόσος που προσβάλλει όλα τα είδη των σπονδυλωτών ζώων και χαρακτηρίζεται από τα φυμάτια, τα οποία σχηματίζονται σε όλα σχεδόν τα όργανα και τους ιστούς του σώματος. Προκαλεί τα ίδια περίπου συμπτώματα σε όλα τα είδη των ζώων και στον άνθρωπο.

Η φυματίωση είναι γνωστή νόσος από αρχαιοτάτων χρόνων και ήταν μία πραγματική μάστιγα για την ανθρωπότητα, γιατί ήταν ανίατη, μεταδοτική και θανατηφόρα, αφού σιγά σιγά οδηγούσε στο θάνατο. Από τα βάθη των αιώνων ο άνθρωπος προσπαθούσε να βρει ένα αποτελεσματικό φάρμακο για να αντιμετωπίσει αυτή τη φοβερή νόσο και μόλις το 1952 βρέθηκε το αποτελεσματικό φάρμακο, η ισονιαζίδη. Από τότε καταπολεμείται όπως οι άλλες κοινές αρρώστιες.

Τα βοοειδή και ιδιαίτερα οι γαλακτοφόρες αγελάδες υψηλών αποδόσεων παλαιότερα μολύνονταν σε μεγάλο βαθμό με επακόλουθο τις δυσμενείς επιπτώσεις στην εθνική οικονομία και τη δημόσια υγεία.

Ακόμη και σήμερα η φυματίωση [1] εμφανίζεται σε εκτροφές αγελάδων βελτιωμένων φυλών, οι οποίες ζουν υπό δυσμενείς συνθήκες διατροφής, σταβλισμού και περιποίησης.

Η νόσος προκαλείται από το Mycobacterium tuber-culosis, το οποίο είναι οξεάντοχος βάκιλλος και διακρίνεται σε τρεις τύπους, οι οποίοι διαφέρουν μεταξύ τους ως προς την εκλεκτικότητα προσβολής ορισμένου είδους ζώου ή του ανθρώπου, χωρίς βέβαια να αποκλείεται και η μετάδοσή τους και σε άλλα είδη. Διαφέρουν ακόμη ως προς τα καλλιεργητικά χαρακτηριστικά και την παθογόνο δύναμή τους. Οι τρεις αυτοί τύποι είναι ο ανθρώπειος, ο βόειος και ο τύπος των πτηνών ή ορνίθειος τύπος. Οι δύο πρώτοι τύποι που προσβάλλουν θηλαστικά διαφέρουν λίγο μεταξύ τους, ενώ ο τύπος των πτηνών περισσότερο.

  • Ο ανθρώπειος τύπος είναι ο πιο ειδικός τύπος, γιατί συνήθως προσβάλλει αποκλειστικά τον άνθρωπο και σπάνια διάφορα είδη ζώων.
  • Ο βόειος τύπος είναι ο πιο κοινός τύπος βακίλλου φυματίωσης, γιατί προσβάλλει όλα σχεδόν τα θερμόαιμα σπονδυλωτά ζώα.
  • Ο τύπος των πτηνών είναι πιο ειδικός για τα πτηνά, αλλά σπανιότερα μπορεί να προσβάλλει και τους χοίρους, τα βοοειδή και τα πρόβατα.

Η εισβολή της νόσου στον οργανισμό γίνεται κυρίως με την τροφή, το νερό και τον αέρα και κατά 90% περίπου αρχίζει από τους πνεύμονες στον άνθρωπο και τα βοοειδή, ενώ στα πτηνά συνήθως αρχίζει από τα έντερα. Στις εστίες της λοίμωξης και στους λεμφαδένες των περιοχών τους σχηματίζονται τυρώδεις αλλοιώσεις, μέσα στις οποίες υπάρχουν οι βάκιλλοι. Με τη συνεχή ανάπτυξη των βακίλλων δημιουργούνται μικρά ογκίδια ή οζίδια, τα οποία σιγά σιγά μεγαλώνουν σε μέγεθος και αποτελούν τα λεγόμενα φυμάτια. Μέσα στα φυμάτια συνεχίζεται η ανάπτυξη των βακίλλων και συχνά ενώνονται πολλά φυμάτια μαζί και σχηματίζουν κοκκιώματα, τα οποία καταστρέφουν και αντικαθιστούν τμήματα ολόκληρα οργάνων, όπως λοβούς των πνευμόνων, τμήματα του ήπατος, του σπληνός και άλλων οργάνων. Κοκκιώματα σχηματίζονται και στον υπεζωκότα, το περικάρδιο και το περιτόναιο. Τελικά οι αλλοιώσεις αυτές παίρνουν τη μορφή τυρώδους μάζας, η οποία έχει την τάση να ασβεστοποιείται και στα θηλαστικά συνήθως περικλείεται μέσα σε κάψα από συνδετικό ιστό.

Οι βάκιλλοι με την κυκλοφορία του αίματος και της λέμφου μπορεί να μεταφέρονται σε άλλα όργανα ή ιστούς, όπου σχηματίζουν και άλλα φυμάτια. Όταν πολυάριθμοι βάκιλλοι προερχόμενοι από μια εστία εισέρχονται στην κυκλοφορία, εγκαθίστανται και σχηματίζουν μικρά φυμάτια σε πολλά μεγάλα όργανα με γρήγορο θανατηφόρο αποτέλεσμα. Η μορφή αυτή ονομάζεται κεγχροειδής φυματίωση. Υπάρχουν και περιπτώσεις όπου μικρός αριθμός βακίλλων από κάποια εστία εισέρχεται στην κυκλοφορία και εγκαθίσταται κατόπιν σε κάποιο όργανο, όπου σχηματίζονται μεμονωμένα φυμάτια, τα οποία εγκυστώνονται με συνδετικό ιστό και παραμένουν μικρά για ένα μεγάλο διάστημα ή ακόμη για ολόκληρη τη ζωή χωρίς να γίνονται καν αντιληπτά.

Συμπτώματα της νόσου μπορεί να γίνουν αντιληπτά μόνο σε περιπτώσεις προσβολής σε μεγάλη έκταση, ενώ σε περίπτωση εντοπισμένων μικρών αλλοιώσεων δεν παρατηρούνται συμπτώματα. Επειδή η εξέλιξη της νόσου είναι βραδεία και προοδευτική, τα συμπτώματα αργούν να εμφανιστούν και όταν αρχίζουν να παρουσιάζονται, πολύ βραδέως γίνονται εντονότερα από τα αρχικά. Τα γενικά συμπτώματα της νόσου, τα οποία οφείλονται σε προσβολή μεγάλων και σημαντικών οργάνων, όπως των πνευμόνων και του ήπατος, είναι ένα προοδευτικό αδυνάτισμα του ζώου που καταλήγει σε απίσχναση, ανορεξία και χαμηλό πυρετό με βήχα σε περίπτωση προσβολής των πνευμόνων. Οι λεμφαδένες που είναι εύκολα ψηλαφητοί, όπως οι προωμοπλατιαίοι, οι υπογνάθιοι κ.λπ., με την ψηλάφηση διαπιστώνεται ότι είναι διογκωμένοι. Ειδικά στη φυματιακή μαστίτιδα είναι διογκωμένοι οι οπισθομαστικοί λεμφαδένες.

Δυστυχώς η κλινική διάγνωση της φυματίωσης [1] μπορεί να γίνει μόνο σε προχωρημένο στάδιο της νόσου, όταν τα συμπτώματα γίνονται αντιληπτά με την κλινηκή εξέταση. Έτσι κατά τα πρώτα στάδια της νόσου τα προσβεβλημένα ζώα αποτελούν κίνδυνο για τη μετάδοσή της και στα άλλα ζώα της εκτροφής, καθώς και για τη δημόσια υγεία, γιατί κινδυνεύουν οι άνθρωποι που περιποιούνται τα ζώα αυτά ή έρχονται σε οποιαδήποτε επαφή μ' αυτά.

Για το λόγο αυτό εφαρμόζεται ως διαγνωστική μέθοδος ο φυματινισμός, ο οποίος στηρίζεται σε αλλεργική αντίδραση. Τα φυματικά ζώα είναι αλλεργικά στη φυματίνη και εκδηλώνουν ορισμένες χαρακτηριστικές αντιδράσεις ύστερα από τη χορήγησή της. Ο φυματινισμός γίνεται υποδορίως, οπότε σε περίπτωση προσβεβλημένου ζώου εμφανίζεται πυρετός, ή ενδοδερμικώς, οπότε η αντίδραση είναι τοπική με εμφάνιση εξοίδησης και άλγους. Η εξοίδηση μπορεί να είναι και απλή πάχυνση του δέρματος πάνω από 3mm, οπότε το αποτέλεσμα θεωρείται θετικό.

Η πρόγνωση για τα ζώα είναι δυσμενής, γιατί η θεραπεία είναι ασύμφορη λόγω πολύ υψηλού κόσοτυς, αλλά ακόμη περισσότερο, γιατί τα ασθενή ζώα αποτελούν πολύ σοβαρό κίνδυνο για τη δημόσια υγεία. Όταν ο φυματινισμός είναι θετικός, τα ζώα αποστέλλονται στο σφαγείο, όπου αξιοποιούνται τα μη προσβεβλημένα μέρη του σώματός τους.

Η πρόληψη της νόσου στηρίζεται κυρίως στην απαλλαγή από τα ζώα που αντιδρούν θετικά στο φυματινισμό με την αποστολή τους στο σφαγείο. Στις περιπτώσεις ασθενών ζώων με έκδηλα συμπτώματα σε μια εκτροφή, αφού γίνει η απομάκρυνσή τους, εφαρμόζεται αυστηρότατη απολύμανση του στάβλου και όλων των αντικειμένων με ισχυρότατα αντισηπτικά και ασβέστωμα. Ο εμβολιασμός για την πρόληψη της νόσου γίνεται επιτυχώς προς το παρόν μόνο στον άνθρωπο με το εμβόλιο B.C.G, ενώ γίνονται προσπάθειες να βρεθεί εμβόλιο και για τα βοοειδή.

Η φυματίωση των βοοειδών (βόειος τύπος) μεταδίδεται εύκολα στον άνθρωπο και αντίστροφα. Η μετάδοση στους ανθρώπους γίνεται με τον αέρα, σ' αυτούς που έρχονται σε επαφή συχνά με τα ζώα (επαγγελματική νόσος) και με την κατανάλωση ζωοκομικών προϊόντων, όπως π.χ. γάλακτος. Το γάλα βέβαια καθίσταται ακίνδυνο με την παστερίωση.

Από το 1977 εφαρμόζεται στη χώρα μας το πρόγραμμα εκρίζωσης της φυματίωσης [2] των βοοειδών. Σκοπός του προγράμματος είναι η διαπίστωση των θετικών στη φυματίωση βοοειδών και η έγκαιρη απομάκρυνσή τους από την εκτροφή, ώστε να μην αποτελούν κίνδυνο για τα υπόλοιποα ζώα αλλά και για τη δημόσια υγεία. Σύμφωνα με το πρόγραμμα όλα τα βοοειδή ηλικίας άνω των 6 εβδομάδων ελέγχονται με ενδοδερμικό φυματινισμό. Όσα από τα ζώα αντιδράσουν θετικά στην εξέταση, σφάζονται το συντομότερο δυνατό και αποζημιώνονται.

[3]

Βιβλιογραφία

  1. 1,0 1,1 1,2 "Υγιεινή και στοιχεία παθολογίας των αγροτικών ζώων" Αποστόλου Μ. Ζαφράκα
  2. "Η φυματίωση των βοοειδών και το εθνικό πρόγραμμα εκρίζωσης", Υπουργείο Γεωργίας, Γενική Διεύθυνση Κτηνιατρικής, Διεύθυνση Υγείας των Ζώων, Τμήμα Ζωοανθρωπονόσων, Αθήνα, Ιούνιος 2002
  3. Πρόγραμμα εκρίζωσης της φυματίωσης






Πυρετός Q των βοοειδών

Η ρικέττσια Coxiella burnetii στην οποία οφείλεται ο Πυρετός Q

Ο πυρετός Q [1] οφείλεται σε μία ρικέττσια, την Coxiella burnetii. Η νόσος εντοπίζεται συνήθως σε μέρη όπου εκτρέφονται αγελάδες και αιγοπρόβατα. Κρότωνες της οικογένειας Ixodidae και Argasidae θεωρούνται δεξαμενές του μικροβίου. Η C. Burnetii κατατάσσεται στην οικογένεια των ρικεττσιών. Πρόκειται για ενδοκυτταρικό, gram-αρνητικό βακτήριο, ανθεκτικό στο εξωτερικό περιβάλλον όπου μπορεί να επιβιώσει για εβδομάδες ή και χρόνια. Στο γάλα, η Coxiella καταστρέφεται μόνο μετά από υψηλή παστερίωση (73oC για 15").

Η επιδημιολογία της νόσου είναι σύνθετη δεδομένου ότι εμφανίζοναι δύο κύκλοι μετάδοσής της. Στον έναν κύκλο μετάδοσης, ο μικροοργανισμός κυκλοφορεί μεταξύ των άγριων ζώων και των εκτοπαρασίτων τους κυρίως των κροτώνων. Ο άλλος κύκλος εμφανίζεται στα κατοικίδια μηρυκαστικά ανεξάρτητα από τον κύκλο των άγριων ζώων και αφορά στη μετάδοση του μικροοργανισμού από ζώο σε ζώο με τον αέρα, την άμεση επαφή, τη βρώση εμβρυικών υγρών, ή σπανιότερα μέσω του μολυσμένου γάλακτος, χωρίς να αποκλείεται και η συμμετοχή των κροτώνων. Το μικρόβιο αποβάλλεται με τα εμβρυικά υγρά, τους πλακούντες, τα κολπικά εκκρίματα καθώς επίσης και με το γάλα, τα κόπρανα, τα ούρα και το αίμα. Η σπουδαιότερη οδός μετάδοσης του μικροβίου από τα ζώα στον άνθρωπο είναι με τον αέρα μέσω μολυσμένων σωματιδίων σκόνης. Ο κίνδυνος της μόλυνσης είναι αυξημένος σε εκείνα τα άτομα που έρχονται σε άμεση ή έμμεση επαφή με τα μολυσμένα ζώα (κτηνίατροι, εργαστηριακοί, εργάτες βιομηχανίας επεξεργασίας κρέατος, εκδοροσφαγείς), για το λόγο αυτό ο πυρετός Q θεωρείται και επαγγελματική νόσος. Η κατανάλωση μη παστεριωμένου μολυσμένου γάλακτος ή γαλακτοκομικών προϊόντων εμπλέκεται εξίσου στη μετάδοση της νόσου.

  • Κλινικά ευρήματα και διάγνωση της νόσου στα ζώα.

Η νόσος στα κατοικίδια ζώα είναι συνήθως υποκλινική μπορεί όμως να προκαλέσει ανορεξία και αποβολή στο πρόβατο και την αίγα. Στην αγελάδα, επιστημονικές μελέτες αναφέρουν την C. Burnetii σαν παράγοντα αγονιμότητας και παροδικών αποβολών που συνοδεύονται από κατακράτηση πλακούντα, ενδομητρίτιδα ή τη γέννηση ελλειποβαρούς μόσχου. Μετά τη μόλυνση του ζώου, η C. Burnetii μπορεί να εντοπιστεί στους μαστούς, τους μαστικούς λεμφαδένες, τον πλακούντα, τη μήτρα από όπου μπορεί να αποβάλεται μετά τον τοκετό και τη γαλουχία. Οι παθολογοανατομικές αλλοιώσεις δεν είναι παθογνωμικές της νόσου με αποτέλεσμα στη διαφορική διάγνωση να περιλαμβάνονται όλοι οι λοιμώδεις και μη παράγοντες που μπορεί να προκαλέσουν αποβολή. Συχνά αναφέρεται συνύπαρξη της C. Burnetii με είδη του γένους Chlamydia. Η διάγνωση της νόσου στο εργαστήριο μπορεί να γίνει ορολογικά, μετά από εξέταση αιμοδειγμάτων ή με απομόνωση του βακτηρίου από παθολογικό υλικό. Συνηθέστερες τεχνικές για τον ορολογικό έλεγχο είναι ο έμμεσος ανοσοφθορισμός, η σύνδεση του συμπληρώματος και η ELISA (Enzyme-linked immunosorbent assay). Τα τελευταία χρόνια έχει αρχίσει να εφαρμόζεται και η μέθοδος της αλυσιδωτής αντίδρασης της πολυμεράσης (Polymerase Chain Reaction - PCR). Η εφαρμογή της PCR σε σύγκριση με άλλες εργαστηριακές τεχνικές, όπως ο ενοφθαλμισμός εμβρυοφόρων αυγών, η ανάπτυξη σε κυτταροκαλλιέργειες ή η πειραματική μόλυνση ζωικών προτύπων, θεωρείται ταχύτερη και ασφαλέστερη για το προσωπικό των εργαστηρίων. Η απομόνωση του μικροβίου μπορεί να γίνει από παθολογικό υλικό όπως εμβρυϊκοί υμένες, κολπικό έκκριμα, στομαχικό περιεχόμενο αποβληθέντος εμβρύου σπανιότερα δε από γάλα ή πρωτόγαλα. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι λόγω της υψηλής λοιμογόνου δράσης της η Coxiella θεωρείται σαν ένας από τους πλέον επικίνδυνους παράγοντες για το εργαστήριο.

  • Θεραπεία, έλεγχος και πρόληψη της νόσου.

Τα μέτρα ελέγχου που θα πρέπει να λαμβάνονται σε μολυσμένες εκτροφές προκειμένου να περιοριστεί η διασπορά του μικροβίου είναι ο διαχωρισμός των εγκύων (ετοιμόγεννων) ζώων, το κάψιμο ή ο ενταφιασμός των εμβρυικών υμένων. Σε ό,τι αφορά στα μέτρα πρόληψης αυτά θα πρέπει να περιλαμβάνουν:

  1. Ενημέρωση της κοινής γνώμης και ιδιαίτερα των ατόμων που ανήκουν στις ομάδες υψηλού κινδύνου σχετικά με τις πηγές μόλυνσης.
  2. Διατήρηση των εκτροφών μακρυά από αστικές περιοχές. Περιοδικός έλεγχος των ζώων.
  3. Καραντίνα των νεοεισαγόμενων, σε μία εκτροφή, ζώων.
  4. Απομόνωση των ζώων που πρόκειται να γεννήσουν σε κλειστό κατά προτίμηση χώρο, κατάλληλη διαχείριση των εμβρυϊκών υμένων, της στρωμνής και λοιπών υλικών καθώς και των αποβαλόμενων εμβρύων (υγειονομική ταφή, κάψιμο), απολυμάνσεις των χώρων.
  5. Περιορισμός των νεογέννητων με τις μητέρες τους για 14 τουλάχιστον μέρες μετά τη γέννηση.
  6. Συχνές απολυμάνσεις των σταυλικών εγκαταστάσεων και του εξοπλισμού.
  7. Το προσωπικό που κουρεύει τα πρόβατα θα πρέπει να φορά προστατευτικές μάσκες, το δε μαλλί να διατηρείται σε κλειστό χώρο μέχρι τη συλλογή του.
  8. Μετά το κούρεμα τα ζώα να υποβάλλονται σε αντιπαρασιτικό λουτρό για προστασία από τα εκτοπαράσιτα.
  9. Αυστηρή τήρηση των κανόνων ατομικής υγιεινής, πλύσιμο των χεριών μετά από τους χειρισμούς στα ζώα.
  10. Απαγόρευση της κατανάλωσης τροφής, νερού και καπνίσματος κατά τη διάρκεια χειρισμών στα ζώα.
  11. Παστερίωση του γάλακτος.

Βιβλιογραφία

  1. Υπουργείο Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Αγροτική Ανάπτυξη - Ασθένειες βοοειδών, Πυρετός Q




Βεσνοϊτίωση των βοοειδών

Βοοειδές προσβεβλημένο από Βεσνοϊτίωση

Πρόσφατες επιδημιολογικές μελέτες επιβεβαιώνουν αύξηση των κρουσμάτων βεσνοϊτίωσης σε βοοειδή στην Ευρώπη. Όμως, πολλά στοιχεία του αιτιολογικού παράγοντα και του νοσήματος παραμένουν αδιευκρίνιστα.

Αναλυτικότερα, η βεσνοϊτίωση [1] των βοοειδών ή ελεφαντίαση ή ανασάρκα είναι παρασιτικό νόσημα οφειλόμενο στο πρωτόζωο παράσιτο Besnoitia besnoiti (Οικογένεια Sarcocystidae, Φυλή Apicomplexa). Τα βοοειδή, αλλά και άγρια θηλαστικά, όπως οι αντιλόπες, λειτουργούν ως ενδιάμεσοι ξενιστές του παρασίτου, ενώ ο τελικός ξενιστής δεν έχει διευκρινιστεί με σιγουριά. Είναι πολύ πιθανόν οι γάτες να κατέχουν σημαντικό ρόλο στην ολοκλήρωση του βιολογικού κύκλου του παρασίτου. Αναφορικά με την μετάδοση του νοσήματος αποδεικνύεται ότι υπάρχει άμεση και έμμεση μεταξύ των ζώων. Ακόμα έχει διαπιστωθεί αύξηση των κρουσμάτων της νόσου τις θερμές περιόδους του έτους ενοχοποιώντας για την εξάπλωση της νόσου αρθρόποδα, όπως οι αλογόμυγες. Σημαντική θεωρείται τέλος, και η συμμετοχή των άγριων θηλαστικών και τρωκτικών ως αποθήκη του παρασίτου στη φύση.

Το νόσημα παρουσιάζεται με δύο κλινικές μορφές:

  • την οξεία μορφή στην οποία τα παράσιτα εντοπίζονται στα αιμοφόρα αγγεία του ξενιστή και
  • τη χρόνια στην οποία τα παράσιτα σχηματίζουν κύστεις στον οργανισμό των βοοειδών. Η σοβαρότητα, όμως, των συμπτωμάτων ποικίλλει από ασυμπτωματική λοίμωξη και παρουσία μόνο παρασιτικών κύστεων στον επιπεφυκότα, στο σκληρό χιτώνα του οφθαλμού και στο αιδοίο μέχρι και θάνατο των ασθενών ζώων τα οποία μπορεί να βρίσκονται είτε στην οξεία είτε στη χρόνια φάση. Αρχικά και σε μία σοβαρή εκδήλωση της νόσου μπορεί να παρατηρηθούν πυρετός, μείωση της όρεξης, κατάπτωση και οιδήματα σε διάφορα σημεία του σώματος, όπως στις αρθρώσεις λόγω της αγγειίτιδας που προκαλεί το παράσιτο. Καθώς εξελίσσεται χρονικά το νόσημα παρατηρούνται μακροσκοπικά εμφανείς κύστεις στους ιστούς των προσβεβλημένων ζώων όπως για παράδειγμα στο δέρμα, τους βλεννογόνους και στο σκληρό χιτώνα του οφθαλμού. Ακόμα, στις περιοχές που υπήρχε οίδημα το δέρμα εμφανίζεται παχυμένο, με πτυχώσεις, παρουσιάζει υπερκεράτωση και αλωπεκία (όψη δέρματος ελέφαντα). Τέλος, μπορεί να παρατηρηθεί νεκρωτική ορχίτιδα.

Η χαρακτηριστική κλινική εικόνα στη χρόνια φάση του νοσήματος δίνει υποψία για την παρουσία του συγκεκριμένου αιτιολογικού παράγοντα. Διαγνωστικά μπορεί να χρησιμοποιηθούν ορολογικές δοκιμές, όπως η ELISA, κυτταρολογικές εξετάσεις και η PCR. Θεραπευτικά, δεν υπάρχουν διαθέσιμα φάρμακα ή εμβόλια. Είναι σημαντικό να αποφεύγεται η είσοδος μολυσμένων ζώων και κυρίως ζώων με υποκλινική νόσο σε καθαρές από το παράσιτο εκτροφές.

Τέλος, να σημειωθεί ότι δεν έχει αναφερθεί μόλυνση του ανθρώπου από το συγκεκριμένο παράσιτο.

Βιβλιογραφία

  1. Ιστοσελίδα Diagnovet.gr, Περί κτηνιατρικής - Βεσνοϊτίωση των βοοειδών




Βρουκέλλωση των βοοειδών

Το μικρόβιο της Brucella abortus στο μικροσκόπιο

Η βρουκέλλωση [1] είναι μία μεταδοτική νόσος που προσβάλλει κυρίως το γεννητικό σύστημα των ζώων, με αποτέλεσμα την πρόκληση αποβολής και στειρότητα. Το μικρόβιο μπορεί να προσβάλλει κι άλλα όργανα (μαστούς, αρθρώσεις) όπου είναι δυνατό να προκαλέσει σοβαρές βλάβες. Οφείλεται κυρίως στο μικρόβιο Brucella abortus. Σε αρκετές περιπτώσεις τα βοοειδή μπορούν να προσβληθούν και από την Brucella melitensis, βακτήριο που μολύνει κυρίως τα πρόβατα και αίγες ή ακόμα και την Brucella suis, που προσβάλλει κυρίως τους χοίρους. Από την Br. Abortus προσβάλλονται κυρίως τα βοοειδή, ο βίσωνας, ο βούβαλος, το ελάφι κ.ά. Από τη Br. Abortus μπορεί να μολυνθούν και τα σαρκοφάγα ζώα όπως η αλεπού, ο σκύλος, τα άγρια τρωκτικά. Σε σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να μολυνθεί και το άλογο. Η μετάδοση της νόσου στα βοοειδή μπορεί να γίνει:

  • Από το στόμα, με την κατανάλωση μολυσμένης τροφής ή νερού. Οι τροφές και το νερό μολύνονται από Br. abortus όταν έλθουν σε επαφή με τα υγρά και τα εκκρίματα του γεννητικού συστήματος των μολυσμένων ζώων (εμβρυικά υγρά και υμένες, πλακούντες, θνησιγενή έμβρυα), μετά από αποβολή ή φυσιολογικό τοκετό. Άλλος τρόπος μόλυνσης του περιβάλλοντος είναι με μηχανικούς φορείς (σκυλιά, πουλιά, άγρια τροκτικά) που μεταφέρουν μολυσμένα υλικά (τεμάχια πλακούντων, εμβρύων) από μία μολυσμένη εκτροφή σε άλλες γειτονικές.
  • Από το δέρμα εφόσον υπάρχουν τραύματα ή πληγές που έρχονται σε άμεση επαφή με τις εκκρίσεις και με τα κόπρανα των μολυσμένων ζώων.
  • Από το μάτι, όταν μολυσμένο υλικό έρθει σε επαφή με τον επιπεφυκότα.
  • Από το γεννητικό σύστημα με το σπέρμα μολυσμένου από Br. abortus ζώου ή από το αναπνευστικό σύστημα με την εισπνοή μολυσμένης σκόνης.

Οι μόσχοι μπορούν να μολυνθούν τόσο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, όσο και με το μολυσμένο γάλα ή το πρωτόγαλα στη διάρκεια του θηλασμού. Στα βοοειδή η βρουκέλλωση εκδηλώνεται κυρίως με αποβολή των εγκύων ζώων η οποία μπορεί να συμβεί σε οποιοδήποτε στάδιο της εγκυμοσύνης συνηθέστερα μετά τον 5ο μήνα. Στις περισσότερες των περιπτώσεων η αποβολή παρατηρείται σε μία μόνο εγκυμοσύνη, ενώ οι επόμενες καταλήγουν σε φυσιολογικό τοκετό. Τα μολυσμένα ζώα που θα γεννήσουν φυσιολογικά αποτελούν σοβαρή πηγή διασποράς του μικροβίου στο περιβάλλον τόσο με τα υγρά του τοκετού όσο και με το γάλα. Τα μοσχάρια που γεννιούνται από μολυσμένα ζώα είναι πολλές φορές κι αυτά μολυσμένα. Άλλα συμπτώματα που είναι δυνατό να εμφανιστούν είναι η πρόκληση πρόωρου τοκετού, η γέννηση ασθενικών μοσχαριών, η κατακράτηση εμβρυικών υμένων, η ενδομητρίτιδα, η στειρότητα και η αρθρίτιδα. Στον ταύρο η ασθένεια μπορεί να εκδηλωθεί με ορχίτιδα, επιδυδυμίτιδα, μείωση της γονιμότητας και αρθρίτιδα, ενώ στα μοσχάρια είναι δυνατό να παρατηρηθεί συλλογή υγρού στις αρθρώσεις των γονάτων. Η σημασία της βρουκέλλωσης των βοοειδών είναι ιδιαίτερα σοβαρή κυρίως για τους ανθρώπους που ασχολούνται με βοοειδή. Ο κύριος τρόπος μόλυνσης του ανθρώπου είναι με την άμεση επαφή με τα μολυσμένα ζώα στη διάρκεια του αρμέγματος, των τοκετών, τη σφαγή, την επεξεργασία των προϊόντων των μολυσμένων ζώων. Η νόσος μπορεί να μεταδοθεί και κατά τη διενέργεια των εμβολιασμών με ζωντανά εμβόλια, καθώς και με τους χειρισμούς μολυσμένων υλικών στα εργαστήρια. Η βρουκέλλωση των βοοειδών μπορεί να μεταδοθεί στον άνθρωπο και μέσω της τροφικής αλυσίδας με την κατανάλωση μολυσμένων τροφίμων, ιδιαίτερα γάλακτος που δεν έχει παστεριωθεί και γαλακτοκομικών προϊόντων, που δεν υποβλήθηκαν σε επεξεργασία εξυγίανσης, χωρίς όμως να εμφανίζει την ίδια συχνότητα και σημασία με την προσβολή του ανθρώπου από τη βρουκέλλωση των αιγών και των προβάτων που οφείλεται σε άλλου είδους βρουκέλλα, την Brucella melitensis. Από το 1977 εφαρμόζεται στη χώρα μας πρόγραμμα εκρίζωσης της βρουκέλλωσης των βοοειδών. Σκοπός του προγράμματος είναι η διατύπωση των μολυσμένων από βρουκέλλωση βοοειδών και η έγκαιρη απομάκρυνσή τους από την εκτροφή, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η αποφυγή επέκτασης της μόλυνσης στα άλλα ζώα αλλά και να προασπίζεται η δημόσια υγεία και η υγεία των εργαζομένων. Τα πιο σημαντικά μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται κατά της ασθένειας είναι:

  1. Άμεση σφαγή των μολυσμένων ζώων.
  2. Απομόνωση της εκτροφής και αποφυγή επαφής αυτής με άλλες εκτροφές.
  3. Έλεγχος των μετακινήσεων των ζώων.
  4. Διενέργεια απολυμάνσεων στα υλικά, τα εργαλεία, τα μεταφορικά μέσα και στις σταβλικές εγκαταστάσεις της εκτροφής.
  5. Καταστροφή της μολυσμένης κόπρου και της στρωμνής.
  6. Έλεγχος όλων των ευαίσθητων στη νόσο ειδών ζώων που υπάρχουν στην εκτροφή.

Γάλα που προέρχεται από μολυσμένα ζώα δεν χρησιμοποιείται για ανθρώπινη κατανάλωση, συγκεντρώνεται σε ξεχωριστό δοχείο και είναι δυνατό να χρησιμοποιηθεί για διατροφή των ζώων, αφού προηγουμένως υποστεί την κατάλληλη θερμική επεξεργασία. Γάλα που προέρχεται από ζώα που δεν είναι μολυσμένα αλλά βρίσκονται σε εκτροφές που έχουν χαρακτηριστεί ως μολυσμένες, χρησιμοποιείται μόνο για την παρασκευή θερμικά επεξεργασμένου γάλακτος ή προϊόντων με βάση το γάλα, ύστερα από θερμική επεξεργασία, υπό τον έλεγχο της αρμόδιας περιφερειακής κτηνιατρικής αρχής. Βοοειδή που θεωρούνται μολυσμένα από βρουκέλλωση σφάζονται σε εγκεκριμένα σφαγεία, κάτω από συγκεκριμένους υγειονομικούς κανόνες. Απαραίτητες προϋποθέσεις για την επιτυχία του προγράμματος είναι:

  • Η ευαισθητοποίηση των παραγωγών και η συνεργασία τους με τις αρμόδιες κτηνιατρικές αρχές.
  • Η καταγραφή όλων των εκτροφών βοοειδών και η σήμανση των ζώων που βρίσκονται σε αυτές.
  • Ο έλεγχος των μετακινήσεων των ζώων.
  • Ο έλεγχος της νόσου στα σφαγεία.
  • Η συνεχής συλλογή πληροφοριών για την επιδημιολογία της νόσου.

Για την προστασία των εκτροφών βοοειδών που είναι απαλλαγμένες από βρουκέλλωση θα πρέπει:

  1. Όλα τα βοοειδή που εισέρχονται σε μία εκτροφή να έχουν σήμανση, να προέρχονται από ελεγμένες εκτροφές που έχουν χαρακτηριστεί ως απαλλαγμένες βρουκέλλωσης και να συνοδεύονται από τα ανάλογα κτηνιατρικά υγειονομικά πιστοποιητικά.
  2. Να αποφεύγεται η επαφή των ζών μιας εκτροφής με άλλα ζώα που μπορεί να προέρχονται από μολυσμένες, ύποπτες ή μη ελεγμένες γειτονικές εκτροφές.
  3. Για κάθε μετακίνηση βοοειδών να εκδίδεται από το Αγροτικό Κτηνιατρείο της περιοχής ειδική άδεια διακίνησης.
  4. Κατά τη διάρκεια εργασιών στις σταβλικές εγκαταστάσεις να τηρούνται σχολαστικά όλοι οι κανόνες υγιεινής. Ιδιαίτερη μέριμνα πρέπει να δίνεται επίσης στις συχνές απολυμάνσεις μέσα στην εκτροφή.
  5. Να αποφεύγεται η ανταλλαγή εξοπλισμού, εργαλείων και επαγγελματικών οχημάτων εμταξύ των εκτροφών.
  6. Να τηρούνται οι βασικές αρχές για την ευζωία των ζώων στις εκτροφές.

Βιβλιογραφία

  1. Πρόγραμμα εκρίζωσης της Βρουκέλλωσης




Ψώρα

Η ψώρα [1] είναι μεταδοτικό δερματικό νόσημα που οφείλεται στα ακάρεα, τα οποία είναι μικρά ζωύφια μη διακρινόμενα με γυμνό οφθαλμό, αλλά με τη βοήθεια μεγεθυντικού φακού ή μικροσκοπίου.

Μεταδίδεται με την επαφή των ζώων μεταξύ τους ή με αντικείμενα, τα οποία έχουν έρθει σε επαφή με προσβεβλημένα από το νόσημα ζώα, όπως είναι η ιπποσκευή, τα εργαλεία ιπποκομίας και περιποίησης των ζώων γενικά, η στρωμνή κ.λπ. Σε ορισμένες εκτροφές ζώων και ιδιαίτερα αιγοπροβάτων, η εμφάνιση της ψώρας έιναι εποχιακή. Περισσότερο παρουσιάζεται το χειμώνα λόγω του συνωστισμού των ζώων μέσα στους στάβλους ή τα ποιμνιοστάσια. Ακόμη η κακή υγιεινή κατάσταση των ζώων, οι ανθυγιεινές συνθήκες διαβίωσης και η πενιχρή διατροφή είναι παράγοντες που ευνοούν την εμφάνιση και εξάπλωση της ψώρας.

Τα ακάρεα εισχωρούν στις κυτταρικές στιβάδες της επιδερμίδας, όπου πολλαπλασιάζονται γρήγορα, καταστρέφουν τα κύτταρα και σχηματίζουν στοές. Από τα προϊόντα της καταστροφής των κυττάρων δημιουργούνται εφελκίδες (κρούστες), οι οποίες μαζί με την τριχόπτωση που συμβαίνει συνιστούν τις χαρακτηριστικές αλλοιώσεις της ψώρας. Ανάλογα με το είδος του ακάρεως και τη διάρκεια του νοσήματος ποικίλλει η εντόπιση της πάθησης στα διάφορα μέρη του σώματος.

Τα προσβεβλημένα ζώα παρουσιάζουν έντονη φαγούρα. Το ζώο ξύνεται ή τρίβεται υπερβολικά, όπου βρίσκει ένα κατάλληλο σταθερό αντικείμενο.

Στα αγροτικά ζώα συμβαίνου οι εξής μορφές ψώρας ανάλογα με το είδος του ακάρεως που τις προκαλεί:

  • Σαρκοπτική (Sarcoptes scabiei)
  • Ψωροπτική (Psoroptes equi)
  • Χοριοπτική (Chorioptes bovis)
  • Δημοδηκτική (Demodex canis)

Τα ακάρεα αυτά προσβάλλουν όλα σχεδόν τα αγροτικά ζώα, ιπποειδή, βοοειδή, αιγοπρόβατα και προκαλούν σ' αυτά ψώρα, πλην όμως το καθένα άκαρι δείχνει κάποια ιδιαίτερη προτίμηση για ένα συγκεκριμένο είδος ζώου, στο οποίο εμφανίζεται συχνότερα. Στο χοίρο εμφανίζεται μόνο η σαρκοπτική και η δημοδηκτική ψώρα. Η σαρκοπτική ψώρα αρχίζει από το κεφάλι και τον τράχηλο του ζώου και κατόπιν εξαπλώνεται στο υπόλοιπο σώμα. Η ψωροπτική ψώρα εμφανίζεται συχνότερα στα μέρη του σώματος, τα οποία καλύπτονται από μακρύ και πυκνό τρίχωμα, όπως η χαίτη στου ίππους, η ουρά κ.λπ. Η χοριοπτική ψώρα συνήθως αρχίζει από τα άκρα ή την ουρά και κατόπιν προχωρεί προς τις άλλες περιοχές του σώματος, τους λαγόνες, την κοιλιά κ.λπ.

Η δημοδηκτική ψώρα αρχίζει να σχηματίζει αλλοιώσεις γύρω από τους οφθαλμούς και τα φρύδια. Το άκαρι Demodex προσβάλλει τους θυλάκους των τριχών και τους σμηγματογόνους αδένες και σχηματίζει βλατίδες και έλκη.

Η διάγνωση της ψώρας είναι εύκολη λόγω της εμφανιζόμενης έντονης φαγούρας και των χαρακτηριστικών αλλοιώσεων. Στις περιπτώσεις, που οι αλλοιώσεις δεν είναι αρκετά εμφανείς, αλλά υπάρχουν μόνο εστιακές τριχοπτώσεις και φαγούρα, πρέπει να αποκλείεται η φθειρίαση με τη διαπίστωση της απουσίας φθειρών. Η επιβεβαίωση της κλινικής διάγνωσης γίνεται με εργαστηριακή εξέταση. Με μαχαιρίδιο ή νυστέρι αποξέονται οι κρούστες των αλλοιώσεων του δέρματος μέχρι αιματώσεώς του και τα ξέσματα αποστέλλονται στο εργαστήριο.

Οι εστίες τριχόπτωσης και των βαρύτερων αλλοιώσεων, δηλαδή εφελκίδες, βλατίδες και εξελκώσεις, επαλείφονται με ειδική θειούχο αλοιφή ή πλύνονται με ειδικό διάλυμα.

Η θεραπεία της ψώρας μπορεί να επιχειρείται και με έναν απλό τρόπο χρησιμοποιώντας διάλυμα κρεολίνης για την πλύση των εστιών προσβολής του δέρματος. Παράλληλα με αυτή τη θεραπεία πρέπει να γίνεται και απολύμανση των στάβλων και των αντικειμένων που έρχονται σε επαφή με τα ζώα.

Βιβλιογραφία

  1. "Υγιεινή και στοιχεία παθολογίας των αγροτικών ζώων" Αποστόλου Μ. Ζαφράκα






Τεϊλαρίαση βοοειδών

Η τεϊλαρίαση [1] είναι νόσος κυρίως των βοοειδών που οφείλεται σε πρωτόζωα του γένους Theileria, χαρακτηρίζεται από υψηλό πυρετό, εξοίδηση των λεμφαδένων και απίσχναση και μεταδίδεται με κρότονες.

Η νόσος προκαλείται από τις T.parva, T.annulata και T.mutans. Από αυτές η πρώτη προκαλεί τη νόσο με βαριά συμπτώματα, ενώ οι άλλες δυο πολύ ελαφρότερα. Η μετάδοση γίνεται με τον κρότονα Rhipicephalus appendiculatus.

Παρουσιάζεται υψηλός πυρετός, δύσπνοια, εξοίδηση των εξωτερικών λεμφαδένων και απίσχναση. Τα κόπρανα είναι ξηρά ή υδαρή αιμορραγικά. Η θνησιμότητα φθάνει τα 90-100%. Δεν παρατηρείται αναιμία ούτε ίκτερος.

Η διάγνωση επιβεβαιώνεται με τη διαπίστωση των κυανών σωματίων του Koch σε επιχρίσματα από υγρό των λεμφαδένων.

Η χλωροτετρακυκλίνη παρεμποδίζει την παραπέρα προσβολή και άλλων λευκοκυττάρων και μάλιστα έχει ευνοϊκότερα αποτελέσματα, όταν χορηγείται στην αρχή της νόσου. Η νόσος περιορίζεται σημαντικά με τη σφαγή των ασθενών ζώων και με την εξόντωση των κροτόνων.

Βιβλιογραφία

  1. "Υγιεινή και στοιχεία παθολογίας των αγροτικών ζώων" Αποστόλου Μ. Ζαφράκα




Πανώλης των βοοειδών

Η νόσος [1] ξεκινά αρχικά με περίοδο υψηλού πυρετού (40-42oC), ανορεξία και μείωση του μηρυκασμού. Η αναπνοή των ζώων γίνεται με δυσκολία. Οι βλεννογόνοι του ζώου παρουσιάζουν έντονη συμφόρηση. Από τα μάτια παρατηρείται έντονη ροή βλεννοπυωδών εκκρίσεων–δακρύων, σε αντίθεση με τη ροή σάλιου που είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Η περίοδος των πιο πάνω συμπτωμάτων διαρκεί περίπου 2–3 μέρες.

Όταν κατεβεί ο πυρετός εμφανίζονται γαστροεντερικά συμπτώματα, όπως έντονη αιμορραγική διάρροια, που περιέχει βλέννες και νεκρωμένα τμήματα του βλεννογόνου του εντέρου, που έχει ως αποτέλεσμα την αφυδάτωση του ζώου. Τα προσβεβλημενα βοοειδή παρουσιάζουν έντονο πόνο στην κοιλιά, κοιλιακή αναπνοή, καθώς και συνεχόμενη τάση αφόδευσης. Ο θάνατος επέρχεται συνήθως μέσα σε 8 με 12 μέρες.

Βιβλιογραφία

  1. Ιστοσελίδα Agrotes.eu - Πανώλης των βοοειδών




Αφθώδης πυρετός των βοοειδών

Ο αφθώδης πυρετός [1] των βοοειδών είναι νόσος με πολύ ψηλή μεταδοτικότητα και έτσι τα συμπτώματα που περιγράφονται πιο κάτω μπορούν να εντοπιστούν σε μεγάλο αριθμό ζώων μιας εκμετάλλευσης.

Πυρετός, ανορεξία, αγαλαξία για 2-3 ημέρες. Σιελόρροια, φυσαλίδες που περιέχουν αφθώδες υγρό, στις παρειές, τα ούλα και τη γλώσσα. Χωλότητα που προκαλείται από φλεγμονή της στεφάνης των άκρων και από φυσαλίδες στα πόδια των βοοειδών, ειδικά στο μεσοδακτύλιο διάστημα και τη στεφάνη.

Φυσαλίδες μπορεί επίσης να εντοπιστούν στο μαστό και τις θηλές.

Βιβλιογραφία

  1. Ιστοσελίδα Agrotes.eu - Αφθώδης πυρετός των βοοειδών



Φυσαλιδώδης στοματίτιδα των βοοειδών

Βοοειδές προσβεβλημένο από φυσαλιδώδη στοματίτιδα

Τα συμπτώματα της φυσαλιδώδους στοματίτιδας [1] είναι παρόμοια με αυτά του Αφθώδους Πυρετού (FMD), τα οποία μπορούν εύκολα να συγχυστούν. Σε αντίθεση με τον Αφθώδη Πυρετό, η Φυσαλιδώδης Στοματίτιδα μπορεί να προσβάλει και τα άλογα. Τα προσβεβλημένα ζώα παρουσιάζουν αυξημένη σιελόρροια. Μέσα στο στόμα παρατηρούνται διαφόρων διαστάσεων φυσαλίδες που άλλες είναι ακόμα άρρηκτες και άλλες έχουν σπάσει.

Στα άλογα οι φυσαλίδες εντοπίζονται κυρίως στο πάνω μέρος της γλώσσας, στα χείλη, γύρω από τα ρουθούνια και στις γωνιές του στόματος. Στα βοοειδή εντοπίζονται στη γλώσσα, τα χείλη, τον ουρανίσκο και, μερικές φορές, γύρω από τα ρουθούνια. Στους χοίρους εντοπίζονται πάνω στη μύτη. Στα άλογα και βοοειδή παρατηρούνται πολλές φορές αλλοιώσεις (φυσαλίδες) και στα πόδια που οδηγούν σε χωλότητα.

Ως επιπλοκή παρατηρείται μείωση στην παραγωγή γάλακτος και μαστίτιδα σε γαλακτοφόρα ζώα που οφείλεται σε δευτερογενείς μολύνσεις.

Βιβλιογραφία

  1. Ιστοσελίδα Agrotes.eu - Φυσαλιδώδης στοματίτιδα των βοοειδών




Σπογγώδης εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών

Αγελάδα προσβεβλημένη από ΣΕΒ. Αδυναμία του ζώου να σταθεί.

Η Σπογγώδης εγκεφαλοπάθεια [1] των βοοειδών είναι μια προοδευτική νευρολογική ασθένεια των αγελάδων. Προοδευτική σημαίνει ότι η κατάσταση χειροτερεύει με την πάροδο του χρόνου. Νευρολογική ασθένεια σημαίνει ότι βλάπτει το κεντρικό νευρικό σύστημα μιας αγελάδας (τον εγκέφαλο και το νωτιαίο μυελό). Οι περισσότεροι επιστήμονες πιστεύουν ότι η σπογγώδης εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών οφείλεται σε μια πρωτεΐνη που ονομάζεται prion. Το πιο κοινό σύμπτωμα είναι η έλλειψη συντονισμού κινήσεων. Η αγελάδα δεν μπορεί να σηκωθεί με τα πόδια και επίσης μπορεί να είναι νευρική και βίαιη. Περνούν τέσσερα έως έξι χρόνια από τη στιγμή που μια αγελάδα έχει προσβληθεί από την ανώμαλη πρωτεΐνη μέχρι να φανούν τα πρώτα συμπτώματα. Αυτό ονομάζεται περίοδος επώασης. Κατά τη διάρκεια της περιόδου επώασης, δεν υπάρχει κανένας τρόπος να διαπιστωθεί ότι μια αγελάδα έχει σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια. Μόλις μια αγελάδα αρχίζει να παρουσιάζει συμπτώματα, γίνεται όλο και πιο άρρωστη μέχρι να πεθάνει, συνήθως μέσα σε δύο εβδομάδες έως έξι μήνες. Δεν υπάρχει θεραπεία και δεν υπάρχει εμβόλιο για την πρόληψη. Επί του παρόντος, δεν υπάρχει αξιόπιστος τρόπος ελέγχου για σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια σε μια ζωντανή αγελάδα. Η επιβεβαίωση της νόσου γίνεται με την εξέταση του εγκεφάλου στο μικροσκόπιο μετά το θάνατο, ο οποίος έχει σπογγώδη εμφάνιση. Οι επιστήμονες επίσης μπορούν να επιβεβαιώσουν εάν μια αγελάδα είχε τη νόσο με τη χρήση τεστ με το οποίο μπορούν να ανιχνεύσουν την ανώμαλη πρωτεΐνη στον εγκέφαλο.

Τα μέρη μιας αγελάδας που δεν τρώγονται από τους ανθρώπους γίνονται σκόνη, και χρησιμοποιούνται για πολλούς σκοπούς, όπως για την παραγωγή ζωοτροφών. Μια αγελάδα προσβάλλεται από σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια με την κατανάλωση ζωοτροφών μολυσμένων με ουσίες από άλλη αγελάδα που ήταν άρρωστη. Οι μολυσμένες ζωοτροφές περιέχουν την ανώμαλη πρωτεΐνη και η αγελάδα μολύνεται, συνήθως στο πρώτο έτος της ζωής της, οπότε τα πρώτα σημάδια της νόσου θα φανούν όταν γίνει πέντε ετών ή μεγαλύτερη.

Υπάρχει μια ανθρώπινη παραλλαγή της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας που ονομάζεται ασθένεια Creutzfeldt-Jakob. Τον Ιούνιο του 2008, 208 άνθρωποι σε όλο τον κόσμο είναι γνωστό ότι νόσησαν από αυτήν, από την κατανάλωση τροφίμων από αγελάδες που νοσούσαν από σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια. Τόσο η ασθένεια Creutzfeldt-Jakob όσο και η σπογγώδης εγκεφαλοπάθεια δεν είναι μεταδοτικές. Επίσης, έρευνες έχουν δείξει ότι οι άνθρωποι δεν μπορούν να νοσήσουν από την κατανάλωση γάλακτος ή γάλακτοκομικών προϊόντων, ακόμα και αν το γάλα προέρχεται από μια άρρωστη αγελάδα.

Πρόβατα, αίγες, βιζόν, ελάφια και άλκες μπορεί να προσβάλλονται από σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια. Η γάτα είναι το μόνο κοινό οικιακό κατοικίδιο ζώο για το οποίο είναι γνωστό ότι προσβάλλεται από ένα είδος σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας που ονομάζεται σπογγώδης εγκεφαλοπάθεια των αιλουροειδών.

Βιβλιογραφία

  1. Ιστοσελίδα emedi - Σπογγώδης εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών



Μαστίτιδα αγελάδων

Μαστίτιδα [1] ονομάζεται η ασθένεια του ζώου που οφείλεται στη μόλυνση του μαστού από παθογόνους μικροοργανισμούς και έχει σαν συνέπεια την παραγωγή αλλοιωμένης σύστασης και μικρής ποσότητας γάλακτος, με μεγάλο αριθμό παθογόνων μικροοργανισμών. Υπάρχει και η πιθανότητα μόνιμης ή παροδικής αλλοίωσης του μαστού αλλά και πολλές φορές το θάνατο. Ανάλογα με τις συνέπειες που προκαλούν τα μικρόβια και οι τοξίνες τους στο ζώο και κύρια στο μαστό διακρίνονται οι παρακάτω περιπτώσεις:

Μαστίτιδα αγελάδων

Λανθάνουσα μαστίτιδα.

Εμφάνιση μικροβίων στο γάλα, απουσία κλινικών συμπτωμάτων.

Υποκλινική μαστίτιδα.

Εμφάνιση μικροβίων, αύξηση λεμφοκυττάρων, αλλοίωση ποιότητας γάλακτος, μείωση ποσότητας γάλακτος.

Χωρίς εξωτερικά συμπτώματα.

Κλινική μαστίτιδα.

Συμπτώματα όπως της υποκλινικής μαστίτιδας, επιπλέον εξωτερικά συμπτώματα στο μαστό.

Από τα παραπάνω αντιλαμβάνεται κανείς πως η κλινική μαστίτιδα είναι η πιο επώδυνη. Αυτή διακρίνεται σε:

Οξεία μαστίτιδα

  • Διόγκωση μαστού
  • Υπεραιμία και πόνος στο μαστό

Υποξεία μαστίτιδα

  • Θρόμβος στο γάλα
  • Απουσία εξωτερικού συμπτώματος

Χρόνια μαστίτιδα

  • Δεν θεραπεύεται
  • Όλα τα τεταρτημόρια του μαστού είναι προσβεβλημένα και είναι δυνατόν να ατροφήσουν.

Η εμφάνιση της ασθένειας είναι ένας συνδυασμός παραγόντων, όπως το είδος του ζώου, το είδος των μικροοργανισμών (Παθογόνων) και οι συνθήκες περιβάλλοντος.

  • Το είδος του ζώου

Έχει παρατηρηθεί πως ζώα με υψηλή παραγωγή ­­­είναι πιο ευάλωτα στην εκδήλωση μαστίτιδων.

Ζώα μεγάλα σε ηλικία είναι περισσότερο ευάλωτα από τα νεότερα.

Μια αγελάδα στην αρχή της γαλακτοπαραγωγικής περιόδου είναι πιο ευάλωτη από ότι μετά.

Η ανατομική κατάσταση του μαστού. Μαστός με μεγάλη θηλή ή μεγάλος μαστός (κρεμασμένος) έχει μεγάλες πιθανότητες να πάθει μαστίτιδα.

  • Το είδος του παθογόνου μικροοργανισμού που προσβάλλει το ζώο

Οι μικροοργανισμοί που συνήθως προκαλούν μαστίτιδα είναι οι στρεπτόκοκκοι, σταφυλόκοκκοι, E. Coli, Corynabacterium pyogenes και η P. aeruginosa.

  • Συνθήκες περιβάλλοντος

Οι παράγοντες του περιβάλλοντος είναι:

  1. Ενσταβλισμός: Πρέπει να γίνεται συχνή ανανέωση του αέρα του στάβλου για να αποβάλλονται το διοξείδιο του άνθρακα, οι παθογόνοι μικροοργανισμοί, η κακοσμία, οι υδρατμοί και γενικά η εξασφάλιση καθαρού αέρα.
  2. Το κλίμα: Η θερμοκρασία και η υγρασία πρέπει να διατηρούνται σε σταθερά επίπεδα.
  3. Οι συνθήκες υγιεινής: Πόσο συχνά καθαρίζεται ο στάβλος από τη στρωμνή, τα θήλαστρα της αρμεκτικής κ.ά.

Συμπεράσματα:

Υπολογίζεται ότι το 40-60% των αγελάδων υψηλής γαλακτοπαραγωγής έχει προσβληθεί από μαστίτιδα που προσβάλει ένα ή περισσότερα τεταρτημόρια. Απ΄ όλες τις μαστίτιδες οι υποκλινικές αποτελούν το κύριο πρόβλημα, εξαιτίας της μεγάλης συχνότητάς τους και των σοβαρών ζημιών που προκαλούν. Το οικονομικό κόστος που προκαλεί η μαστίτιδα εφόσον δεν παρθούν τα κατάλληλα μέτρα για τον έλεγχό τους είναι ιδιαίτερα βαρύ. Έχει υπολογιστεί ότι αν πάθει μαστίτιδα το ένα τέταρτο του μαστού η απόδοση του ζώου μειώνεται κατά 10-12% για την συγκεκριμένη γαλακτική περίοδο. Αν σ’ αυτό προσθέσουμε και το κόστος θεραπείας τότε πολύ εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς πόσο σημαντική είναι η πρόληψη της ασθένειας.

Η διεθνής ομοσπονδία γάλακτος έχει υπολογίσει ότι η μείωση της παραγωγής γάλακτος από μαστίτιδες στην Ευρώπη ισοδυναμεί με το 10% της ετήσιας γαλακτοπαραγωγής των χωρών αυτών. Η σφαγή των αγελάδων που προσβλήθηκαν από μαστίτιδα είναι μια ακόμη σοβαρή απώλεια για την αγροτική οικονομία. Υπολογίζεται ότι πάνω από το 12% των αγελάδων σφάζεται γιατί έγιναν αντιοικονομικές εξαιτίας της μαστίτιδας κάθε χρόνο. Οι μαστίτιδες προκαλούν μεταβολές στα συστατικά του γάλακτος, όπως το λίπος, οι πρωτεϊνες, η λακτόζη, τα άλατα και τα ένζυμα. Το γάλα που προέρχεται από κλινικές μαστίτιδες είναι μακροσκοπικά αλλοιωμένο και απομακρύνεται από τον παραγωγό. Δεν φτάνει ποτέ στη βιομηχανία. Αντίθετα το γάλα που προέρχεται από υποκλινικές μαστίτιδες είναι φαινομενικά υγειές αλλά προκαλεί ανωμαλίες κατά την επεξεργασία του. Παρατηρήθηκε ότι γάλα που προέρχεται από μαστίτιδα (υποκλινική) παρουσιάζει μείωση στο λίπος από 5–12% και 5–15% των στερεών. Επίσης μείωση παρουσιάζει στο ασβέστιο, κάλιο, ριβοφλαβίνη και λευκωμάτων ενώ έχει αύξηση στα ένζυμα καταλάση, φωσφατάση, στο ΡΗ, στο χλώριο και νάτριο. Το λίπος περιέχει μεγάλο αριθμό λευκοκυττάρων και ταγγίζει πολύ γρήγορα. Το βούτυρο που παράγεται είναι μειωμένης ποιότητας που χειροτερεύει με την πάροδο του χρόνου συντήρησης.

Οι επιπτώσεις στη δημόσια υγεία από την κατανάλωση γάλακτος με μαστίτιδα είναι πολύ σοβαρές και προέρχονται από:

  • Τα παθογόνα μικρόβια της μαστίτιδας μπορεί να μεταδοθούν και στον άνθρωπο και να προκαλέσουν διάφορες ασθένειες. Ο κίνδυνος αυτός αποτρέπεται με την παστερίωση.

Τοξίνες και ειδικά της σταφυλοκοκκικής εντεροτοξίνης. Η τοξίνη αυτή είναι θερμοανθεκτική. Προσβάλει το κεντρικό νευρικό σύστημα και το έντερο και προκαλεί επικίνδυνη τροφοδηλητηρίαση. Τέλος, έχουμε λιγότερες θρεπτικές ουσίες, όπως λίπος, καλεΐνη, λακτόζη και βιταμινών, με αποτέλεσμα να φτάνουν στην αγορά προϊόντα χαμηλής θρεπτικής αξίας.

Βιβλιογραφία

  1. Ιστοσελίδα Ζωοκόσμος - Μαστίτιδες αγελάδων




Πιροπλασμώσεις

Οι πιροπλασμώσεις [1] είναι νόσοι των κατοικιδίων ζώων οφειλόμενες σε είδη του πρωτοζώου Babesia, τα οποία εισχωρούν στα ερυθρά αιμοσφαίρια του αίματος και τα καταστρέφουν. Χαρακτηρίζονται από πυρετό, αναιμία και πολλές φορές από αιμοσφαιρινουρία. Η μόλυνση γίνεται με τα δείγματα αιματοφάγων κροτόνων (τσιμπουριών).

Στα βοοειδή η πιροπλάσμωση προκαλείται από τη Babesia bigemina και μεταδίδεται με τον κρότονα Boophilus annulatus.

Στα αιγοπρόβατα η νόσος προκαλείται από τη B.ovis και τη B.motasi, οι οποίες μεταδίδονται με τον κρότονα Rhipicephalus bursa. Η B.ovis είναι περισσότερο διαδεδομένη, ενώ η B.motasi είναι περισσότερο λοιμογόνος.

Στα ιπποειδή η ασθένεια οφείλεται στη B.equi και στη B.caballi. Περισσότερο λοιμογόνος είναι η B.equi.

Στον χοίρο η νόσος προκαλείται κυρίως από τη B.trautmanni και λιγότερο από τη B.perroncitoi.

Τα συμπτώματα της πιροπλάσμωσης στα βοοειδή είναι ότι εκδηλώνεται ύστερα από περίοδο επώασης 5-10 ημερών. Παρουσιάζεται με υψηλό πυρετό (41,5-42oC). Στην αρχή δεν παρατηρούνται άλλα συμπτώματα και έτσι δε γίνεται αντιληπτή η προσβολή του ζώου από τη νόσο, παρά μόνο, αφού προχωρήσει η εξέλιξή της, οπότε εμφανίζεται ανορεξία και κατήφεια. Καθώς προχωρά η καταστροφή των ερυθροκυττάρων οι βλεννογόνοι γίνονται αναιμικοί και ικτερικοί και μπορεί να εμφανισθεί και αιμοσφαιρινουρία. Ο σφυγμός επιταχύνεται και οι αναπνοές αυξάνονται. Σε βαριές περιπτώσεις επέρχεται σύντομα ο θάνατος, μέσα σε 5-7 ημέρες. Γενικά η θνησιμότητα είναι μεγάλη. Μπορεί να φθάσει το 90%.

Τα βοοειδή των περιοχών, όπου ενδημεί η νόσος, αποκτούν μια μέτρια ανοσία.

Τα αιγοπρόβατα παρουσιάζουν απότομα ανορεξία, πάρεση των οπίσθιων άκρων με κοπιώδες βάδισμα, ταχύπνοια, αδιαφορία, κρατούν το κεφάλι κάτω και τρίζουν τα δόντια. Ο πυρετός είναι υψηλός και μπορεί να παρουσιασθεί αιμοσφαιρινουρία. Τελικά πέφτουν κάτω σε κώμα και επέρχεται ο θάνατος.

Στα ιπποειδή παρατηρείται πυρετός, αναιμία και ίκτερος και στις βαριές περιπτώσεις αιμοσφαιρινουρία.

Στο χοίρο τα συμπτώματα της νόσου είναι όπως και στα άλλα ζώα.

Σε όλα τα ζώα η διάγνωση της νόσου επιβεβαιώνεται με την μικροσκοπική εξέταση επιχρισμάτων αίματος ύστερα από χρώση Giemsa.

Για να έχει ευνοϊκά αποτελέσματα η θεραπεία, πρέπει να εφαρμόζεται εγκαίρως πριν από την καταστροφή μεγάλου αριθμού ερυθροκυττάρων. Χορηγείται ενδοφλεβίως ακριφλαβίνη ή υποδορίως ακαπρίνη. Η πρόληψη γίνεται με την εξόντωση των κροτόνων.

Βιβλιογραφία

  1. "Υγιεινή και στοιχεία παθολογίας των αγροτικών ζώων" Αποστόλου Μ. Ζαφράκα






Επιλόχεια υπασβεστιαιμική πάρεση των βοοειδών

Η Επιλόχεια υπασβεστιαιμική πάρεση [1] συμβαίνει κατά ή λίγο μετά τον τοκετό στις αγελάδες και χαρακτηρίζεται από καρδιακή εξασθένιση, κατάπτωση της συνείδησης και γενικευμένη πάρεση. Αν και η ακριβής αιτιολογία της νόσου είναι άγνωστη, είναι γνωστό ότι η εμφάνισή της συνδέεται με την απότομη έναρξη της γαλακτοπαραγωγής των αγελάδων. Πάντως είναι γνωστό ότι η κατάσταση αυτή συνοδεύεται από υπασβεστιαιμία. Έτσι, ενώ η φυσιολογική στάθμη του ασβεστίου στο αίμα των αγελάδων είναι περίπου 10 mg %, στην περίπτωση υπασβεστιαιμίας πέφτει κάτω των 7 mg %. Η στάθμη του μαγνησίου μπορεί να είναι χαμηλή, οπότε συνοδεύεται από τετανία ή να είναι υψηλή , οπότε συνοδεύεται από χαλαρή παράλυση και υπνηλία.

Τα συμπτώματα της νόσου παρουσιάζονται συνήθως μέσα σε 48 ώρες μετά τον τοκετό και σπάνια λίγο πριν απ' αυτόν. Μερικές φορές μπορεί να εμφανιστούν αργότερα και μέχρι 2-3 μήνες. Το πρώτο σύμπτωμα μπορεί να είναι μια αστάθεια στο βάδισμα. Αν δεν αντιμετωπισθεί σύντομα η κατάσταση επιβαρύνεται και η αγελάδα πέφτει κάτω και παρουσιάζει αδυναμία ανέγερσης. Το συνηθέστερο που συμβαίνει είναι το τελευταίο. Η αγελάδα βρίσκεται καθισμένη και δεν μπορεί να ανεγερθεί με κανέναν τρόπο. Έχει το κεφάλι της γυρισμένο και το ακουμπά επάνω στη μια πλευρά του σώματός της ενώ το βλέμμα της είναι απλανές. Παρουσιάζει πλήρη ανορεξία. Τα άκρα της και όλο σχεδόν το δέρμα της είναι κρύα, ενώ συνήθως παρουσιάζει και υποθερμία και υποαισθησία. Αν καθυστερήσει η θεραπεία για μερικές ώρες, τα συμπτώματα επιβαρύνονται και καταλήγουν σε κώμα και τελικά επέρχεται ο θάνατος. Ενώ πλησιάζει το κώμα λόγω της συνεχούς μονόπλευρης κατάκλισης, μπορεί να παρουσιασθούν τυμπανισμός και έμετοι με κίνδυνο να συμβεί πνευμονική αναρρόφηση τροφών.

Έχει παρατηρηθεί ότι οι περιπτώσεις που εμφανίζονται κατά ή λίγο μετα τον τοκετό θεραπεύονται ευκολότερα από εκείνες που εκδηλώνονται αργότερα, καθώς και από εκείνες που συμβαίνουν πριν από τον τοκετό. Η διάγνωση στηρίζεται κυρίως στα παραπάνω συμπτώματα, πλην όμως πρέπει να γίνεται διαφορική διάγνωση από τις εξής παθήσεις: οξοναιμία, εξάρθρημα της λεκανομηριαίας άρθρωσης, κατάγματα της λεκάνης και άλλες κακώσεις κατά τη διάρκεια δυστοκίας ή μαιευτικής επέμβασης, νεοπλασίες στη λεκάνη και τη σπονδυλική στήλη, τετανία βοσκής κ.λπ. Ορισμένες από αυτές τις παθήσεις μπορεί να συνυπάρχουν με την υπασβεστιαιμική πάρεση ή να είναι επιπλοκές της. Άλλες επιπλοκές της νόσου είναι η πνευμονία λόγω αναρρόφησης και η εκφυλιστική μυοπάθεια.

Για τη θεραπεία γίνεται χορήγηση διαλύματος βορογλυκονικού ασβεστίου κατά προτίμηση ενδοφλεβίως. Μέρος του διαλύματος μπορεί να γίνει υποδορίως, οπότε η απορρόφησή του είναι βραδύτερη και έτσι παρατείνεται η διάρκεια της ενέργειά του, όταν αυτό κρίνεται σκόπιμο από τον θεράποντα κτηνίατρο. Ακόμη μπορεί να χορηγηθεί και ενδοπεριτοναϊκώς. Η έγχυση του φαρμάκου γίνεται αυστηρά με τους κανόνες της αντισηψίας και ιδιαίτερα, όταν γίνεται υποδορίως ή ενδοπεριτοναϊκώς. Σε περίπτωση που η παραπάνω θεραπεία δεν έχει ευνοϊκό αποτέλεσμα ή συμβεί υποτροπή, επαναλαμβάνεται η έγχυση μετά 8-12 ώρες για δεύτερη και τρίτη φορά. Όταν η νόσος συνοδεύεται και από υπομαγνησιαιμία, στο παραπάνω διάλυμα προστίθεται βορογλυκονικό ή θειικό μαγνήσιο 5%. Σε περιπτώσεις που η νόσος συνυπάρχει με την οξοναιμία παράλληλα εφαρμόζεται και η θεραπεία της πάθησης αυτής. Μερικές φορές η παραπάνω θεραπεία δε φέρει κανένα αποτέλεσμα ή μόνο κάποια βελτίωση της κατάστασης. Μπορεί τότε να δοκιμαστεί η εμφύσηση των μαστών με την ειδική συσκευή Evers. Κάθε μαστός εμφυσάται και προσδένεται η θηλή του με επίδεσμο για 3-4 ώρες. Αυτό μπορεί να επαναλαμβάνεται κάθε 6-12 ώρες. Αν δεν επιτευχθεί ευνοϊκό αποτέλεσμα, τότε η διάγνωση πρέπει να στραφεί σε κάποια από τις παραπάνω περιπτώσεις, που αναφέρονται για διαφορική διάγνωση.

Η αποτελεσματικότητα της θεραπείας είναι μικρότερη όταν η πάθηση εμφανίζεται πριν από τον τοκετό.

Η πρόληψη της νόσου στηρίζεται στη χορήγηση επαρκούς και ισορροπημένου σιτηρεσίου από απόψεως περιεκτικότητας σε ανόργανα στοιχεία και ιδιαίτερα σε ασβέστιο, φωσφόρο και μαγνήσιο καθώς και σε λευκώματα, βιταμίνες και υδατάνθρακες. Σε εκτροφές, όπου εμφανίζονται συχνά περιπτώσεις της νόσου, συνιστάται οι αγελάδες τις 2-3 πρώτες ημέρες μετά τον τοκετό να μην αρμέγονται τέλεια, αλλά να αφήνεται μέσα στους μαστούς μέρος του γάλακτος.

Βιβλιογραφία

  1. "Υγιεινή και στοιχεία παθολογίας των αγροτικών ζώων" Αποστόλου Μ. Ζαφράκα




Οξοναιμία των βοοειδών

Οξαναιμία [1] είναι νόσος των γαλακτοφόρων αγελάδων, η οποία συμβαίνει κατά τις πρώτες ημέρες ή πρώτες εβδομάδες μετά τον τοκετό. Χαρακτηρίζεται από κετοναιμία, κετονουρία, υπογλυκαιμία, ανορεξία, μείωση της γαλακτοπαραγωγής, υπερδιέγερση ή και αντίθετα λήθαργο και μερικές φορές από αταξικό βάδισμα. Προσβάλλει κατά προτίμηση τις αγελάδες των πιο υψηλών αποδόσεων. Για την αιτιολογία της οξοναιμίας υπάρχουν διάφορες απόψεις. Ορισμένοι αποδίδουν τη νόσο στην έλειψη υδατανθράκων ή μάλλον στις διαταραχές του μεταβολισμού των υδατανθράκων, ενώ άλλοι σε συγγενή ανεπάρκεια των επινεφριδίων. Η οξοναιμία μπορεί να είναι και δευτερογενής (δευτεροπαθής), δηλαδή μπορεί να οφείλεται σε άλλη πάθηση, της οποίας να αποτελεί σύμπτωμα, όπως είναι η μετατόπιση ηνύστρου, η επιλόχεια μητρίτιδα ή ενδομητρίτιδα, η τραυματική γαστρίτιδα, η μαστίτιδα κ.λπ.

Η άποψη ότι τα αίτια της οξοναιμία βρίσκονται στην έλλειψη υδατανθράκων στηρίζεται στο γεγονός ότι τα μηρυκαστικά εξασφαλίζουν την απαιτούμενη ενέργεια κυρίως από τη μικροβιακή ζύμωση στο πεπτικό τους σύστημα και ιδιαίτερα στη μεγάλη κοιλία των εξής τριών οξέων: οξικού, προπιονικού και βουτυρικού. Από τους υδατάνθρακες της τροφής τους μικρή ποσότητα είναι σε θέση να μεταβολίσουν σε γλυκόζη. Οι γαλακτοφόρες αγελάδες οφείλουν να καλύψουν σε σημαντική ποσότητα τη λακτόζη που εκκρίνουν με το γάλα και γι' αυτό χρειάζονται μεγάλη ποσότητα υδατανθράκων στο σιτηρέσιό τους, η οποία μερικές φορές δεν αξιοποιείται επαρκώς είτε λόγω πεπτικών διαταραχών (διαταραχές στη μικροβιακή ζύμωση) είτε λόγω διαταραχών του ορμονικού συστήματος. Ο μεταβολισμός των υδατανθράκων γίνεται με την επίδραση των κορτικοειδών ορμονών, που εκκρίνουν τα επινεφρίδια. Η ανεπάρκειά τους έχει ως συνέπεια τη μείωση του μεταβολισμού των υδατανθράκων.

Οι διάφορες δυσμενείς επιδράσεις (stress) συμμετέχουν οπωσδήποτε στην αιτιολογία της οξοναιμίας, γιατί επηρεάζουν τη λειτουργία των επινεφριδίων, καθώς επίσης και κληρονομικοί παράγοντες. Σε αγελάδες με συγγένεια μεταξύ τους είναι συχνή η εμφάνιση της οξοναιμίας. Τα ευνοϊκά αποτελέσματα της αντιμετώπισης της οξοναιμίας με τη χορήγηση κορτικοειδών ορμονών δείχνουν ότι πρέπει να παίζει ρόλο η ανεπάρκεια των επινεφριδίων στην αιτιολογία της.

Η οξοναιμία εμφανίζεται σε γαλακτοφόρες αγελάδες συνήθως πολύ υψηλών αποδόσεων κατά τις πρώτες ημέρες ή πρώτες εβδομάδες μετά τον τοκετό. Η προσβεβλημένη αγελάδα παρουσιάζει ανορεξία, κατήφεια, πτώση της γαλακτοπαραγωγής, δυσκοιλιότητα με κόπρανα μάλλον σκληρά κσλυμμένα με βλέννα και απώλεια βάρους. Ορισμένες αγελάδες παρουσιάζουν αταξία στο βάδισμα μέχρι και πάρεση. Οι περισσότερες αγελάδες περιέρχονται σε μια ληθαργική κατάσταση, ενώ αντίθετα μερικές παρουσιάζουν μεγάλη υπερδιέγερση που εκδηλώνεται με ταχύπνοια, σιαλόρροια και μερικές φορές δείχνουν επιθετικές διαθέσεις. Στην περίπτωση αυτή πρέπει να γίνεται διαφορική διάγνωση από τη λύσσα. Οι πάσχουσες από οξοναιμία αγελάδες συνήθως αποπνέουν τη χαρακτηριστική οσμή της οξόνης, που γίνεται εύκολα αντιληπτή σε όποιους τις πλησιάζουν.

Η διάγνωση βρίσκεται στα παραπάνω συμπτώματα και στη διαπίστωση της παρουσίας οξόνης και των άλλων οξονικών σωμάτων στα ούρα και στο αίμα. Η εξέταση στα ούρα γίνεται πολύ εύκολα και στην πράξη ακόμα μέσα στο στάβλο ως εξής: Σε δοκιμαστικό σωλήνα παίρνονται 5ml περίπου ούρα, στα οποία προστίθεται 1g μίγματος νιτροπρωσικού νατρίου και θειικού αμμωνίου (1:100) και, αφού διαλυθεί τελείως με ισχυρή ανατάραξη, προσθέτονται 2 κόκκοι καυστικού νατρίου. Αναταράσσεται, για να διαλυθούν πλήρως οι κόκκοι και παρατηρείται το αποτέλεσμα. Χρώμα ιώδες σημαίνει θετική αντίδραση. Για τη θεραπεία χορηγούνται 500ml γλυκόζης 50% ενδοφλεβίως καθημερινά επί 3-4 ημέρες, κορτικοειδή ενδομυϊκώς επίσης καθημερινά για 3-4 ημέρες και προπιονικό νάτριο 100g ημερησίως από το στόμα με πότισμα για μερικές ημέρες.

Όσον αφορά στην πρόληψη, το σιτηρέσιο των γαλακτοφόρων αγελάδων και ιδιαίτερα εκείνων που είναι επιρρεπείς στην οξοναιμία για την πρόληψη της νόσου πρέπει να είναι πλούσιο σε ενέργεια (υδατάνθρακες) τόσο πριν από τον τοκετό όσο και μετά απ' αυτόν. Η χορήγηση σανού μηδικής άριστης ποιότητας και καρπών σε αναλογία 8:1 ευνοεί την παραγωγή του προπιονικού οξέος με τη μικροβιακή ζύμωση στο πεπτικό σύστημα των αγελάδων και έτσι εξασφαλίζεται απαραίτητη ενέργεια. Στις περιπτώσεις που χορηγούνται μεγάλες ποσότητες ενσιρωμένης τροφής είναι πολύ καλό να αντικαθίσταται ένα μέρος της με σανό μηδικής. Πρόληψη της νόσου μπορεί να δοκιμασθεί επίσης με τη χορήγηση προπιονικού νατρίου πριν από τον τοκετό με το καθημερινό σιτηρέσιο. Η αποφυγή όσο το δυνατό δυσμενών επιδράσεων (stress) στις γαλακτοφόρες αγελάδες πριν, κατά ή λίγο μετά τον τοκετό μάλλον προφυλάσσει από την οξοναιμία.

Βιβλιογραφία

  1. "Υγιεινή και στοιχεία παθολογίας των αγροτικών ζώων" Αποστόλου Μ. Ζαφράκα




Τετανία μεταφοράς

Η τετανία μεταφοράς [1] παρουσιάζεται σε ευτραφείς αγελάδες και πρόβατα, που βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο της εγκυμοσύνης κατά τη διάρκεια ή ύστερα από μια μακρινή μεταφορά τους με τρένο, αυτοκίνητο, πλοίο ή αεροπλάνο.

Δεν είναι γνωστή η ακριβής αιτία της νόσου αλλά πιστεύεται ότι οφείλεται σε υπασβεστιαιμία, η οποία προκαλείται κατά τις δυσμενείς συνθήκες της μεταφοράς. Ο συνωστισμός των ζώων, ο ελλιπής εξαερισμός, η ζέστη και η έλλειψη τροφής και νερού κατά τη μεταφορά τους μέσα στα βαγόνια του τρένου ή στα φορτηγά-αυτοκίνητα αποτελούν οπωσδήποτε προδιαθέτοντα αίτια.

Η νόσος εμφανίζεται συνήθως κατά την άφιξη των ζώων αλλά και κατά τη διάρκεια της μεταφοράς. Παρουσιάζεται ανορεξία, έντονη δίψα, ανησυχία, αταξία στο βάδισμα, πάρεση στα οπίσθια άκρα και στη συνέχεια μπορεί να παρουσιασθεί παράλυση. Οι βλεννογόνοι είναι ελαφρώς υπεραιμικοί, οι αναπνοές και ο σφυγμός αυξάνουν σε συχνότητα και η θερμοκρασία του σώματος ανεβαίνει λίγο. Τα προσβεβλημένα ζώα μπορεί να αποβάλουν. Αν δε γίνει έγκαιρα η θεραπεία, η παράλυση επιδεινώνεται, ακολουθεί απώλεια της συνείδησης και θάνατος.

Για τη θεραπεία της νόσου χορηγείται γλυκονικό ασβέστιο μόνο ή μαζί με μαγνήσιο, όπως στην επιλόχια υπασβεστιαιμική πάρεση και ακόμη 500ml γλυκόζης 50% ενδοφλεβίως. Σε περιπτώσεις υπερδιέγερσης χορηγούνται ηρεμιστικά.

Τα ζώα που βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο εγκυμοσύνης και πρόκειται να μεταφερθούν μακριά με κάποιο μεταφορικό μέσο κατά τις δύο προηγούμενες ημέρες πρέπει να τρώνε μόνο ξηρή τροφή. Να φορτώνονται στα οχήματα όσο το δυνατό ήρεμα και κατά τη μεταφορά να έχουν άνεση χώρου και επαρκή εξαερισμό. Μισή ώρα πριν την αναχώρηση μπορεί να χορηγείται ένα ηρεμιστικό.

Βιβλιογραφία

  1. "Υγιεινή και στοιχεία παθολογίας των αγροτικών ζώων" Αποστόλου Μ. Ζαφράκα





Τετανία βοσκής

Η τετανία βοσκής [1] είναι διαταραχή του μεταβολισμού που χαρακτηρίζεται από υπομαγνησιαιμία. Συμβαίνει κυρίως στις ενήλικες γαλακτοφόρες αγελάδες και πρόβατα, όταν οδηγούνται σε βοσκή με πλούσια βλάστηση, ενώ βρίσκονται στην περίοδο της υψηλής γαλακτοπαραγωγής τους. Η νόσος ακόμη μπορεί να εμφανισθεί και σε ζώα οποιασδήποτε ηλικίας ή κατάστασης, όταν βόσκουν σε φυτείες δημητριακών καρπών ή βόσκουν γενικά, ενώ συμβαίνουν απότομες αλλαγές του καιρού.

Η απότομη αλλαγή της τροφής με την έξοδο των ζώων στη βοσκή και η κατανάλωση μεγάλης ποσότητας πράσινου χόρτου, το οποίο είναι πλούσιο σε λευκώματα, ευθύνονται για την πρόκληση της νόσου. Η κατανάλωση πλούσιας βοσκής έχει ως αποτέλεσμα της απελευθέρωση μεγάλης ποσότητας αμμωνίας, η οποία εμποδίζει την απορρόφηση του μαγνησίου, παρόλο που αυτό υπάρχει στη βοσκή σε επαρκείς ποσότητες.

Η βόσκηση σε φυτείες δημητριακών παρέχει στα ζώα μεγάλη ποσότητα καλίου, το οποίο πιθανώς δεσμέυει το μαγνήσιο και προκαλείται η νόσος. Οι απότομες αλλαγές του καιρού προς το ψύχος διεγείρουν έντονα τους θυρεοειδείς αδένες με συνέπεια την υπομαγνησιαιμία. Αξιοσημείωτο είναι ότι κατά τη διάρκεια της νόσου διαπιστώνεται βιοχημικώς υπομαγνησιαιμία και σε πολλές περιπτώσεις και υπασβεστιαιμία.

Η νόσος εμφανίζεται στα ζώα απότομα, ενώ βόσκουν. Ξαφνικά ανεβοκατεβάζουν το κεφάλι και τρέχουν στα τυφλά και σε λίγο πέφτουν κάτω πλαγιασμένα στη μια πλευρά του σώματος κάνοντας κινήσεις ποδηλάτου με τα πόδια, ενώ παρουσιάζουν έντονους μυϊκούς τρόμους και τετανικούς σπασμούς, οι οποίοι επαναλαμβάνονται σε μικρά χρονικά διαστήματα και συνήθως οπισθότονο. Σε λίγες ώρες επέρχεται ο θάνατος. Σε πολλές περιπτώσεις τα ζώα ανευρίσκονται στο λιβάδι νεκρά, χωρίς να έχει γίνει αντιληπτή η νόσος.

Μερικές φορές τα συμπτώματα είναι ελαφρότερα. Το ζώο παρουσιάζει δυσκολία στο βάδισμα, συχνοουρία, υπερευαισθησία σε κάθε θόρυβο και μέσα σε 2-3 ημέρες οδηγείται προοδευτικά στο παραπάνω οξύ στάδιο.

Σε όλες τις περιπτώσεις τα ζώα παρουσιάζουν χαρακτηριστικά πολύ δυνατούς καρδιακούς τόνους και ταχυκαρδία.

Βιβλιογραφία

  1. "Υγιεινή και στοιχεία παθολογίας των αγροτικών ζώων" Αποστόλου Μ. Ζαφράκα





Ακτινοβακίλλωση βοοειδών

Η ακτινοβακίλλωση [1] είναι λοίμωξη που προσβάλλει τους λεμφαδένες και άλλους μαλακούς ιστούς και ουδέποτε τα οστά, τα οποία προσβάλλει η ακτινομύκωση. Είναι συχνή στα βοοειδή και λιγότερο στα αιγοπρόβατα. Σπάνια προσβάλλει τον άνθρωπο.

Η νόσος αυτή οφείλεται στον Actinobacillus lignieresii. Ο μικροοργανισμός αυτός υπάρχει στις χορτονομές. Εισβάλλει στο σώμα του ζώου από τα μικροτραύματα του δέρματος και των βλεννογόνων τα οποία προξενούνται από διάφορα αιχμηρά ή μυτερά αντικείμενα, όπως είναι τα αγκάθια, τα άγανα κ.λπ. Εκεί που εισβάλλουν οι βάκιλλοι προκαλούν φλεγμονή και κατόπιν σχηματισμό σκληρών αποστημάτων. Τα νεότερα άτομα συνήθως είναι περισσότερο ευπαθή.

Σχηματίζονται σκληρά ινώδη αποστήματα στην υπογνάθιο χώρα και στο λαιμό, τα οποία ανοίγουν, εξέρχεται πύο και δημιουργούνται έλκη. Μερικές φορές τα αποστήματα μπορεί να ανοίγουν προς τα μέσα. Πολύ συχνά προσβάλλεται η γλώσσα, η οποία καθίσταται σκληρή και επειδή το ζώο δεν μπορεί να καταπιεί, εμφανίζεται δυσφαγία και σιελόρροια. Σε επιχρίσματα πύου από τα αποστήματα και ύστερα από χρώση Gram και μικροσκοπική εξέταση ανευρίσκονται οι αρνητικοί κατά Gram ακτινοβάκιλλοι.

Η νόσος διακρίνεται από την ακτινομύκωση, γιατί δεν υπάρχει προσβολή των οστών, ενώ στη μικροσκοπική εξέταση ο ακτινομύκητας είναι θετικός κατά Gram. Όσο αφορά στη θεραπεία τα αποστήματα διανοίγονται χειρουργικώς και εκπλύνονται με διάλυμα Lugol. Για 2-3 ημέρες τοποθετείται μέσα στην κοιλότητα του αποστήματος αποστειρωμένη γάζα εμποτισμένη με Lugol.

Σε περίπτωση προσβολής της γλώσσας ή του φάρυγγα χορηγούνται ιωδιούχα φάρμακα από το στόμα ή ενδοφλεβίως. Στα ενήλικα βοοειδή το ζώο που πάσχει ποτίζεται από το στόμα με μπουκάλι ιωδιούχο κάλι 10g διαλυόμενο στο νερό για 7-10 ημέρες ή χορηγείται ενδοφλεβίως ιωδιούχο νάτριο 3g ανά 100Kg ζ.β. σε διάλυμα 5-20% και επανάληψη 7 ημέρες μετά. Αν παρουσιασθεί ιωδισμός, που εκδηλώνεται με δακρύρροια, ρινικό έκκριμα και ανορεξία, διακόπτεται η θεραπεία. Σε κυοφορούντα ζώα δεν χορηγούνται ιωδιούχα φάρμακα, γιατί μπορεί να προκαλέσουν αποβολή. Παράλληλα με την ιωδοθεραπεία χορηγούνται παρεντερικώς αντιβιοτικά, όπως χλωροτετρακυκλίνη, χλωραμφενικόλη και στρεπτομυκίνη. Τα προσβεβλημένα ζώα απομονώνονται κατά τη διάρκεια της πυόρροιας.

Βιβλιογραφία

  1. "Υγιεινή και στοιχεία παθολογίας των αγροτικών ζώων" Αποστόλου Μ. Ζαφράκα





Τέτανος βοοειδών

Ο τέτανος [1] είναι νόσος τοξιναιμική που χαρακτηρίζεται από τονικούς και κλονικούς σπασμούς των σκελετικών μυών και είναι εξαπλωμένη σ' όλο τον κόσμο.

Η νόσος προκαλείται από το αναερόβιο βακτηρίδιο Clostridium tetani, το οποίο φέρει τελικό σπόριο και υπάρχει στο έδαφος και τα κόπρανα των ζώων και περισσότερο στα κόπρανα των ιπποειδών. Τα σπόρια του βακτηριδίου είναι πολύ ανθεκτικά και μάλιστα, όταν είναι εκτός από την επίδραση του φωτός και της θερμότητας.

Τα σπόρια βλαστάνουν μέσα στους ιστούς του σώματος μόνο υπό αναερόβιες συνθήκες, δηλαδή μέσα σε βαθιά τραύματα, που προξενούνται με αιχμηρά όργανα. Οι νεκρώσεις και άλλες αλλοιώσεις των ιστών και η αναερόβια κατάσταση, που δημιουργούνται μέσα στα βαθιά τραύματα, αποτελούν άριστες συνθήκες για την ανάπτυξη και τον πολλαπλασιασμό των βακίλλων του τετάνου. Αντίθετα σε υγιείς ιστούς δεν μπορούν να αναπτυχθούν. Στις εστίες αυτές λοιπόν οι βάκιλλοι αναπτύσσονται, πολλαπλασιάζονται και εκκρίνουν την τοξίνη, η οποία απορροφάται από τα κινητικά νεύρα και προχωρεί προς το κέντρο προκαλώντας τον ανιόντα τέτανο. Παράλληλα η τοξίνη δια μέσου του λεμφικού συστήματος εισέρχεται στην κυκλοφορία και με το αίμα φθάνει στο κεντρικό νευρικό σύστημα, οπότε προκαλείται ο κατιών τέτανος. Τα βακτηρίδια βέβαια βρίσκονται στην αρχική εστία μόλυνσης, όπου συνεχίζεται ο πολλαπλασιασμός και η ανάπτυξή τους και η παραγωγή τοξίνης. Από όλα τα ζώα περισσότερο ευαίσθητα είναι τα ιπποειδή.

Η περίοδος επώασης διαρκεί 1-3 και σπάνια μέχρι 4 εβδομάδες. Στην αρχή παρουσιάζεται μια δυσκινησία και ιδιαίτερα των οπίσθιων άκρων. Τη δεύτερη ημέρα παρατηρούνται τονικοί σπασμοί, υπεραισθησία, φωτοφοβία και στη συνέχεια συνεχής σύσπαση των μασητήρων μυών (τρισμός) και εμφάνιση του τρίτου βλεφάρου. Η συνείδηση διατηρείται σχεδόν μέχρι το τέλος της εξέλιξης της νόσου. Τα συμπτώματα χειροτερεύουν με γρήγορο ρυθμό και γενικεύονται με δραματικό τρόπο. Το ζώο καθίσταται δυσκίνητο, έχοντας τα πόδια του τεντωμένα σαν να είναι καρφωμένα στο έδαφος, ιδρώνει, αναπνέει δύσκολα και κρατά τους ρώθωνες ανοικτούς και το λαιμό και τα αυτιά τεντωμένα. Λίγο πριν από το θάνατο η θερμοκρασία του σώματος φτάνει τους 42oC και πάνω.

Για τη θεραπεία της νόσου το ζώο κλείνεται σε ένα ήσυχο και σκοτεινό χώρο. Χορηγούνται ηρεμιστικά ή ναρκωτικά και αντιτετανικός ορός σε μεγάλες δόσεις (100,000-200,000 I.U. ενδοφλεβίως κάθε ημέρα). Συγχρόνως μπορεί να χορηγείται πενικιλλίνη.

Για την πρόληψή της κατά τις χειρουργικές επεμβάσεις πρέπει να τηρούνται αυστηρά οι όροι ασηψίας και αντισηψίας. Όταν συμβαίνουν τραυματισμοί, να καθαρίζονται και να απολυμαίνονται καλά τα τραύματα και ιδιαίτερα τα βαθιά τραύματα και να χορηγείται αντιτετανικός ορός (1,500-3,000 I.U.). Ακόμη και ύστερα από κάθε χειρουργική επέμβαση είναι απαραίτητο τουλάχιστον για τα ιπποειδή να χορηγείται αντιτετανικός ορός.

Προληπτικά μπορεί να γίνεται εμβολιασμός σε όλα τα ζώα με εμβόλιο ανατοξίνης. Ο εμβολιασμός επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο, οπότε τα ζώα είναι προστατευμένα καθόλη τη ζωή τους.

Βιβλιογραφία

  1. "Υγιεινή και στοιχεία παθολογίας των αγροτικών ζώων" Αποστόλου Μ. Ζαφράκα




Λιστερίωση

Το βακτήριο Listeria monocytogenes στο μικροσκόπιο

Η λιστερίωση [1] είναι λοιμώδες σποραδικό νόσημα που προσβάλλει διάφορα ζώα και τον άνθρωπο και χαρακτηρίζεται από εγκεφαλίτιδα, σηψαιμία και αποβολές. Πιο συχνά η νόσος παρατηρείται στις αίγες.

Η νόσος οφείλεται στη Listeria monocytogenes, η οποία είναι μικρό, ακίνητο, μη σπορογόνο, πολύ ανθεκτικό βακτήριο θετικό κατά Gram. Είναι αρκετά διαδεδομένο σ' ολόκληρο τον κόσμο και έχει βρεθεί σε πολλά είδη ζώων και πτηνών, στο νερό, στις ζωοτροφές και στο έδαφος.

Το μικρόβιο εισβάλλει από το φάρυγγα. Στην εγκεφαλίτιδα φαίνεται ότι το μικρόβιο οδεύει κατά μήκος των τριδύμων νεύρων. Στη χώρα μας έχει παρατηρηθεί ότι παρουσιάζεται εγκεφαλίτιδα στις αίγες κυρίως κατά το χειμώνα, οπότε τα ζώα τρώνε πουρνάρι. Με τα μικρά αγκάθια του πληγώνεται ο βλεννογόνος του στόματος και του φάρυγγα κι έτσι δημιουργούνται οι πύλες εισόδου του μικροβίου στον οργανισμό του ζώου. Έχει παρατηρηθεί ακόμη ότι κατά τη διάρκεια της χορήγησης ενσιρωμένης τροφής παρουσιάζονται κρούσματα λιστερίωσης, τα οποία σταματούν, όταν παύει η χορήγηση του ενσιρώματος. Το φαινόμενο αυτό δεν έχει εξηγηθεί επαρκώς. Πάντως η καλά ενσιρωμένη τροφή είναι ακίνδυνη. Ο πολλαπλασιασμός του βακτηριδίου ευνοείται, όταν το pH είναι πάνω από 5.

Στα μηρυκαστικά (βοοειδή, αιγοπρόβατα) η νόσος εμφανίζεται μετη μορφή της εγκεφαλίτιδας και προσβάλλει ζώα όλων των ηλικιών και συνήθως τα καλύτερα του κοπαδιού. Η διαδρομή της νόσου είναι σύντομη και ιδιαίτερα στα αιγοπρόβατα ο θάνατος επέρχεται σε 4-48 ώρες. Τα άρρωστα ζώα μένουν τελευταία στο κοπάδι, βαδίζουν στα τυφλά σκοντάφτοντας πάνω σε οποιοδήποτε εμπόδιο ή βαδίζουν κυκλικά άσκοπα ή πέφτουν κάτω και αδυνατούν να ανεγερθούν. Συνήθως προσβάλλεται το 30% σε ένα κοπάδι αιγών ή προβάτων και το 10% των βοοειδών μιας εκτροφής. Αν και η νοσηρότητα είναι χαμηλή, η θνησιμότητα είναι μεγάλη.

Η σηψαιμική μορφή της λιστερίωσης παρατηρείται συχνότερα στα μονογαστρικά ζώα, το χοίρο, το σκύλο, τη γάτα και σε πολλά άγρια ζώα, τα οποία παίζουν σημαντικό ρόλο στη μετάδοση της νόσου. Από τα μηρυκαστικά παρατηρείται κυρίως στους μόσχους και τους αμνούς και τα ερίφια, δηλαδή σε ηλικία που η μεγάλη κοιλία δεν λειτουργεί ακόμη κανονικά. Κατά τη σηψαιμική μορφή παρατηρούνται ηπατικές νεκρώσεις.

Οι αποβολές από L. monocytogenes παρατηρούνται σε πολλά είδη ζώων και συχνότερα στα αιγοπρόβατα και τα βοοειδή. Ακόμη μπορεί να παρατηρηθούν γεννήσεις νεκρών ή θνησιγενών νεογνών. Δυστυχώς τα συμπτώματα της νόσου δεν είναι επαρκή για να οδηγήσουν σε ασφαλή διάγνωση. Στα αιγοπρόβατα γίνεται σύγχυση με την εντεροτοξιναιμία και την τοξιναιμία εγκυμοσύνης, ενώ στα βοοειδή με τη λύσσα. Από τις αρρώστιες συτές πρέπει να γίνεται διαφορική διάγνωση. Επειδή και οι νεκροτομικές αλλοιώσεις δεν είναι χαρακτηριστικές απολύτως για τη νόσο αυτή, η διάγνωση στηρίζεται μόνο στην απομόνωση και ταυτοποίηση του μικροβίου.

Στα αιγοπρόβατα συνήθως δεν υπάρχουν χρονικά περιθώρια για θεραπεία, ενώ στα βοοειδή η νόσος αντιμετωπίζεται με τη χορήγηση μιας τετρακυκλίνης.

Για την πρόληψη λαμβάνονται υγεινομικά μέτρα για τη μείωση της μόλυνσης του περιβάλλοντος των ζώων από τη L. monocytogenes και ιδιαίτερα, όταν έχουν εμφανισθεί κρούσματα της νόσου. Η λιστερίωση μπορεί να μεταδοθεί από τα ζώα ή από το περιβάλλον τους και στους ανθρώπους που ασχολούνται με την περιποίησή τους. Στον άνθρωπο εκδηλώνεται με αποβολές, μηνιγγίτιδα, μηνιγγοεγκεφαλίτιδα, λεμφαδενίτιδα κ.λπ.

Βιβλιογραφία

  1. "Υγιεινή και στοιχεία παθολογίας των αγροτικών ζώων" Αποστόλου Μ. Ζαφράκα





Λοιμώδης πλευροπνευμονία των βοοειδών

Αγελάδα προσβεβλημένη από τη λοιμώδη πλευροπνευμονία

Βαριά μεταδοτική νόσος [1] των βοοειδών που προκαλείται από το Mycoplasma mycoides subsp. mycoides. H νόσος έχει εκριζωθεί από την Ευρώπη, Β. Αμερική και Αυστραλία (αφορά πιθανώς εγχώριους ταύρους της Ιβηρικής χερσονήσου). Η κλινική εικόνα που παρουσιάζουν τα ζώα που προσβάλλονται από την ασθένεια αυτή είναι η κατάπτωση και αδυναμία που συνοδεύονται από πυρετό, βήχα, πλευροδυνία. Δημιουργείται άφθονο πλευρικό εξίδρωμα και συμφύσεις, υπερπλασία του μεσολόβιου συνδετικού ιστού. Η νοσηρότητα φτάνει το 100% και η θνησιμότητα το 50%. Τα ιαθέντα ζώα παραμένουν φορείς για διάστημα έως και 10 μηνών. Η μετάδοση γίνεται με τις αναπνευστικές εκκρίσεις.

Σημαντικό ρόλο παίζουν τα ζώα φορείς που συνήθως είναι αυτά που εισάγουν το νόσημα σε μία εκτροφή. Ο χρόνος επώασης είναι 1-2 μήνες.

Η διάγνωση γίνεται βάσει των συμπτωμάτων και επαλήθευση με καλλιέργεια αναπνευστικών εκκρίσεων. Η πρόληψη κι ο έλεγχος της νόσου στις ενζωοτικές περιοχές γίνεται με εμβολιασμό ενώ στις μη ενζωοτικές εφαρμόζεται η μέθοδος stamping out (θανάτωση των ασθενών και όλων των ζώων που ήρθαν σε επαφή με αυτά).

Πρόκειται για νόσημα υποχρεωτικής δήλωσης.

Βιβλιογραφία

  1. Μυκοπλάσμωση



Η συχνότητα παρασιτισμού του πεπτικού συστήματος των βοοειδών στην Ελλάδα

Σε επιζωοτιολογική έρευνα εξετάστηκαν με δύο παρασιτολογικές μεθόδους (καθίζησης και επίπλευσης των παρασιτικών στοιχείων) 600 δείγματα κοπράνων από αντίστοιχο αριθμό βοοειδών, από διάφορες περιοχές της Ελλάδας. Από τα 600 δείγματα τα 321 (53.5%) βρέθηκαν μολυσμένα με ένα ή περισσότερα είδη παρασίτων [1]. Συγκεκριμένα, βρέθηκαν κύστεις Entamoeba bovis σε 3 ζώα (0.5%), ωοκύστεις Eimeria spp. σε 71 ζώα (11.83%), κύστεις Buxtonella sulcata σε 45 ζώα (7.50%), αυγά Dicrocoelium dendriticum σε 27 ζώα (4.50%), αυγά Fasciola hepatica σε 1 ζώο (0.16%), αυγά Paramphistomum cervi σε 28 ζώα (4.66%), αυγά Moniezia benedeni σε 11 ζώα (1.83%), αυγά στρογγυλοειδών σε 250 ζώα (41.66%), αυγά Neoascaris vitulorum σε 20 ζώα (3.33%) και αυγά Trichuris spp. σε 5 ζώα (0.83%). Τα αποτελέσματα αυτά συγκρίνονται με στοιχεία από προηγούμενες παρασιτολογικές έρευνες για το πεπτικό σύστημα στα βοοειδή και στα μικρά μηρυκαστικά στη χώρα μας, καθώς και με δεδομένα για το παρασιτικό φορτίο των βοοειδών σε χώρες της Ευρώπης από τις οποίες εισάγονται τα ζώα στη χώρα μας.

Βιβλιογραφία

  1. Ιστοσελίδα Ελληνική Κτηνιατρική Εταιρεία - Η συχνότητα παρασιτισμού του πεπτικού συστήματος των βοοειδών στην Ελλάδα




Νόσος της κοιλάδας Rift

Νόσος της κοιλάδας Rift

Ακτινομύκωση βοοειδών

Η ακτινομύκωση [1] είναι χρόνια πυώδης κοκκιωματώδης νόσος των κατοικιδίων ζώων. Στα πρόβατα μόνο συμβαίνει σπάνια. Η νόσος οφείλεται στο μύκητα Avtinomyces bovis, ο οποίος χρωματίζεται θετικά κατά Gram. Στα βοοειδή, τα οποία παρουσιάζουν τη νόσο συχνότερα από ό,τι τα άλλα ζώα, προσβάλλονται συνήθως τα οστά των γνάθων και άλλα οστά της κεφαλής, ενώ σπάνια προσβάλλονται τα μαλακά μόρια. Τα οστά της άνω και κάτω γνάθου παρουσιάζουν διόγκωση λόγω ίνωσης και οστεΐτιδας. Κατά την πορεία της νόσου μπορεί να εμφανισθούν συρίγγια, τα οποία πυορροούν. Με χειρουργική διάνοιξη εξέρχεται άοσμο κίτρινο πύο, μέσα στο οποίο μπορεί να υπάρχουν μικρά κοκκία.

Στο χοίρο ο A. bovis προσβάλλει τους μαστούς. Παρουσιάζονται μικρά αποστήματα σε έναν ή περισσότερους μαστούς με πηχτό κίτρινο άοσμο πύο. Τα αποστήματα περιβάλλονται από πλατιά ζώνησυνδετικού ιστού. Αποστήματα μπορεί να εμφανιστούν και στο κοιλιακό τρίχωμα.

Στον ίππο ο A. bovis μαζί με τη βρουκέλλα προκαλεί τα συρίγγια της ακρωμίας. Σπάνια ο ακτινομύκητας προκαλεί αποστήματα με συρίγγια στην υπογνάθια χώρα και στο φάρυγγα.

Για τη διάγνωση της νόσου γίνεται λήψη πύου από τα συρίγγια, το οποίο αναμιγνύεται με φυσιολογικό ορό μέσα σε ένα δισκίο Petri, όπου διακρίνονται τα κίτρινα κοκκία. Μερικά κοκκία συνθλίβονται πάνω σε μια αντικειμενοφόρο πλάκα, γίνεται επίχρισμα και χρώση κατά Gram. Ο A. bovis εμφανίζεται με τη μορφή διακλαδούμενων νηματίων, ράβδων και κόκκων θετικών κατά Gram.

Η θεραπεία στα βοοειδή γίνεται με απόξεση του οστού που έχει προσβληθεί. Στην κοιλότητα που θα σχηματισθεί μετά την απόξεση τοποθετείται γάζα εμποτισμένη με στρεπτομυκίνη ή βάμμα ιωδίου. Γύρω από την πάσχουσα περιοχή γίνονται ενέσεις στρεπτομυκίνης, 5g ημερησίως για 5-10 ημέρες. Στο χοίρο εφαρμόζεται χειρουργική εξαίρεση των μαστών, που πάσχουν ή των αποστημάτων της κοιλιακής χώρας και μετά την επούλωση των χειρουργικών τραυμάτων το ζώο αξιοποιείται ως σφάγιο. Στον ίππο γίνεται πλύση του συριγγίου της ακρωμίας με ιωδιούχα διαλύματα ή διάλυμα υπερμαγγανικού καλίου και τοποθέτηση γάζας κατά μήκος του συριγγίου για παροχέτευση. Η θεραπεία αυτή επαναλαμβάνεται κάθε 2-4 ημέρες ως την πλήρη επούλωση του συριγγίου.

Βιβλιογραφία

  1. "Υγιεινή και στοιχεία παθολογίας των αγροτικών ζώων" Αποστόλου Μ. Ζαφράκα






Κολιβακίλλωση βοοειδών

Η κολιβακίλλωση [1] είναι οξεία εντερική ή γενικευμένη λοίμωξη των νεογέννητων μόσχων και οφείλεται στη μόλυνση από την Escherichia coli. Είναι πολύ σοβαρή νόσος των μόσχων με σημαντικές απώλειες για την αγελαδοτροφία. Ως αίτιο της νόσου θεωρείται η E. coli, αν και η αιτιολογία της μερικές φορές είναι συζητήσιμη. Τα κολοβακτηρίδια, και συγκεκριμένα τα διάφορα στελέχη της E. coli, και κυρίως των οροτύπων O,K και H, υπάρχουν στους στάβλους και γενικά στο περιβάλλον των βουστασίων και στο πεπτικό σύστημα των βοοειδών και αποτελούν μέρος της μικροβιολογικής χλωρίδας των εντέρων τους. Η νόσος εκδηλώνεται στους νεογέννητους μόσχους, είτε όταν ορισμένα στελέχη της E. coli αποκτούν λοιμογόνο δύναμη και προσβάλλουν τους μόσχους, είτε όταν οι νεογέννητοι μόσχοι έχουν στερηθεί του πρωτογάλακτος με συνέπεια να διαθέτουν μειωμένη ανοσία, οπότε προσβάλλονται εύκολα από τα στελέχη αυτά του μικροβίου. Μειωμένη παθητική ανοσία μπορεί να έχουν οι μόσχοι, όταν οι ετοιμόγεννες αγελάδες μετακινούνται και γεννούν σε νέο στάβλο, όπου υπάρχουν διαφορετικά στελέχη του βακίλλου, για τα οποία φυσικά δεν έχει αναπτυχθεί σ' αυτές ανοσία. Το ίδιο μπορεί να συμβεί, όταν αλλάξουν περιβάλλον οι νεογέννητοι μόσχοι.

Η μόλυνση του μόσχου γίνεται κατά το θηλασμό. Προδιαθέτοντες παράγοντες μπορεί να είναι η ψύξη, η δυσμενής επίδραση της μεταφοράς (stress), ο φόρτος του στομάχου κ.λπ.

Η νόσος παρουσιάζεται σποραδικά τις πρώτες 2-3 ημέρες μετά τη γέννηση. Ο μόσχος, ενώ έχει γεννηθεί φυσιολογικός, αιφνιδίως παρουσιάζει κατήφεια, ανορεξία και διάρροια ή ακόμη μπορεί και να πεθάνει χωρίς να παρουσίασει αυτά τα συμπτώματα. Η νόσος εξελίσσεται γρήγορα και διαρκέι από μερικές ώρες μέχρι 2-3 ημέρες. Επειδή το ζώο δεν θηλάζει λόγω της ανορεξίας, παρουσιάζει σύντομα αφυδάτωση και αδυναμία ανέγερσης λόγω απώλειας των δυνάμεών του.

Η διάγνωση στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στην εμφάνιση των χαρακτηριστικών συμπτωμάτων. Η απομόνωση της E. coli δν βοηθά στη διάγνωση, αφού έτσι κι αλλιώς θα υπήρχε ως σαπρόφυτο.

Για τη θεραπεία χορηγούνται αντιβιοτικά και σουλφοναμίδες συγχρόνως από το στόμα και παρεντερικώς. Από τα αντιβιοτικά προτιμώνται η χλωραμφενικόλη και η κολιστίνη κατά προττεραιότητα και αν τα αποτελέσματα δεν είναι ικανοποιητικά δοκιμάζονται οι τετρακυκλίνες, η στρεπτομυκίνη κ.ά. Παράλληλα χορηγούνται ενδοφλεβίως οροί, φυσιολογικός και γλυκόζης σε ποσότητες ανάλογες προς το βαθμό αφυδάτωσης.

Πολύ μεγαλύτερη σημασία έχει η πρόληψη της νόσου από όσο η θεραπεία. Οι επίτοκες αγελάδες απομακρύνονται από το στάβλο, όπου υπάρχει το λοιμογόνο στέλεχος της E. coli και γεννούν σε άλλο χώρο. Οι μόσχοι απομακρύνονται αμέσως μετά τον τοκετό από τη μητέρα τους και τρέφονται με το αρμεγόμενο πρωτόγαλα και κατόπιν με το κανονικό γάλα της. Η προετοιμασία των σκευών και η περιποίηση των μόσχων γίνεται με την τήρηση αυστηρών όρων ασηψίας και αντισηψίας (απολύμανση των σκευών πριν και μετά τη χρήση τους, αλλαγή ρούχων και υποδημάτων στους εισερχόμενους στο χώρο, όπου ανατρέφονται οι μόσχοι κ.λπ.). Λίγο μετά τον τοκετό χορηγείται ένα από τα παραπάνω αντιβιοτικά και σουφλοναμίδες από το στόμα και παρεντερικώς.

Ο εμβολιασμός των αγελάδων 1-3 εβδομάδες πριν από τον τοκετό σε πολλές περιπτώσεις έχει ευνοϊκά αποτελέσματα.

Βιβλιογραφία

  1. "Υγιεινή και στοιχεία παθολογίας των αγροτικών ζώων" Αποστόλου Μ. Ζαφράκα