Καλλιέργεια μπιζελιάς

Από GAIApedia
Αναθεώρηση της 09:27, 23 Σεπτεμβρίου 2013 υπό τον K kaponi (Συζήτηση | συνεισφορές)

(διαφορά) ←Παλαιότερη αναθεώρηση | Τελευταία αναθεώρηση (διαφορά) | Νεώτερη αναθεώρηση → (διαφορά)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Γενικά στοιχεία

Καλλιέργεια μπιζελιάς

Επειδή η καλλιέργεια [1] της μπιζελιάς χρονολογείται χιλιάδες χρόνια πριν, το πράσινο μπιζέλι είναι ευρέως αναγνωρισμένο ως μία από τις πρώτες καλλιέργειες τροφίμων που καλλιεργούνται από τον άνθρωπο. Τα μπιζέλια φαίνεται ότι καταναλώνονταν σε ξηρή μορφή σε ένα μεγάλο μέρος της πρόωρης ιστορίας τους, και δεν κατέστησαν ευρέως δημοφιλή ως φρέσκα τρόφιμα έως ότου οι αλλαγές στις τεχνικές καλλιέργειας που έλαβαν χώρα στην Ευρώπη τον 16o αιώνα. Η τραγανή υφή και η γλυκιά γεύση του αρακά ενσαρκώνει την άνοιξη. Οι Ρωμαίοι, όμως, πίστευαν ότι τα φρέσκα μπιζέλια ήταν δηλητηριώδη και έπρεπε να ξηρανθούν προτού να μπορέσουν να καταναλωθούν. Τα όσπρια είναι φυτά που φέρουν καρπούς με τη μορφή των λοβών που περικλείει τους σαρκώδες σπόρους που γνωρίζουμε ως φασόλια. Τα μπιζέλια είναι από τα λίγα μέλη της οικογένειας των ψυχανθών, που συνήθως πωλούνται και μαγειρεύονται ως φρέσκα λαχανικά.

Προετοιμασία εδάφους

Για γρήγορο φύτρωμα και επιτυχημένη εγκατάσταση απαιτείται καλά προετοιμασμένο [2] έδαφος, ψιλοχωματισμένο, όχι πολύ αφράτο και ισοπεδωμένο. Η ακολουθούμενη διαδικασία προετοιμασίας είναι παρόμοια με εκείνη του βίκου. Για περισσότερες λεπτομέρειες, ακολουθήστε τον παρακάτω σύνδεσμο. Προετοιμασία εδάφους για καλλιέργεια βίκου.

Αμειψισπορά μπιζελιάς

Η μπιζελιά μπορεί να ενταχθεί σε οποιοδήποτε σύστημα αμειψισποράς. Η συνεισφορά του σε άζωτο στην ακολουθούσα καλλιέργεια εξαρτάται από την αποτελεσματικότητα της συμβίωσης και από τον σκοπό για τον οποίο καλλιεργήθηκε. Στην καρποδοτική καλλιέργεια στην οποία, τόσο η απόδοση σε σπόρο, υπό κανονικές συνθήκες, είναι μεγάλη, όσο και η περιεκτικότητα του σπόρου σε άζωτο υψηλή, η αζωτοδέσμευση δεν μπορεί να καλύψει πλήρως τις ανάγκες των φυτών και αφαιρείται άζωτο από το έδαφος. Σε πειράματα αμειψισποράς που έγιναν από το Ινστιτούτο Κτηνοτροφικών Φυτών και Βοσκών βρέθηκε ότι η συνεχής αμειψισπορά σιτάρι-μπιζέλι για καρπό, έδωσε χαμηλότερες αποδόσεις σιταριού όταν το μπιζέλι δε δεχόταν λίπανση. Η χορτοδοτική καλλιέργεια συνήθως προσθέτει άζωτο στο έδαφος. Οι αναφερομενες στη βιβλιογραφία ποσότητες αζώτου που προέρχονται από την αζωτοδέσμευση κυμαίνονται ευρύτατα. Σε μεσογειακό κλίμα δεσμεύτηκαν από το μπιζέλι 0,4-10,7kg N/στρ., ανάλογα με τις βροχοπτώσεις.

Παρ'όλο ότι το μπιζέλι είναι απαιτητικό σε υγρασία εδάφους, δεν εξαντλεί υπερβολικά την υγρασία ώστε να δημιουργηθούν προβλήματα στην επόμενη καλλιέργεια (π.χ. σιτάρι), όταν αυτή δεν αρδέυεται.




Σπορά μπιζελιάς

Εποχή σποράς

Στις περισσότερες περιοχές της χώρας μας συνιστάται η φθινοπωρινή σπορά για την μπιζελιά. Δηλαδή, Οκτώβριο-Νοέμβριο. Μόνο σε πολύ ορεινές περιοχές η σπορά γίνεται την άνοιξη.

Ποσότητα σπόρου

Η ποσότητα του σπόρου που χρησιμοποιείται εξαρτάται από την κατεύθυνση της καλλιέργειας, το μέγεθος του σπόρου (βάρος 1000 σπόρων 220-370g συνήθως) και τις συνθήκες σποράς. Συνήθεις ποσότητες σπόρου για καρποδοτική καλλιέργεια που αναφέρονται στη διεθνή βιβλιογραφία είναι 10-12,5kg/στρ. με επιδίωξη την εγκατάσταση 50-80 φυτών/m2. Ικανοποιητική πυκνότητα φυτών είναι απαραίτητη γιατί η ανάπτυξη πλάγιων διακλαδώσεων δεν μπορεί να αντισταθμίσει την απόδοση της αραιάς φυτείας, ιδίως σε μικρής γονιμότητας εδάφη. Για τη χώρα μας συνιστώνται 16kg σπόρου/στρ. για χορτοδοτική καλλιέργεια και 14kg σπόρου/στρ. για καρποδοτική.

Συγκαλλιέργεια

Λοβοί και καρποί μπιζελιών

Το μπιζέλι μπορεί να συγκαλλιεργηθεί με κάποιο σιτηρό (π.χ. βρώμη, κριθάρι) ή άλλο ψυχανθές. Πλεονέκτημα της συγκαλλιέργειας είναι η στήριξη του μπιζελιού με τις έλικές του πάνω στο σιτηρό και η αποφυγή του πλαγιάσματος. Η ποσότητα σπόρου του σιτηρού που χρησιμοποιείται σε συγκαλλιέργεια με μπιζέλι πρέπει να είναι μεγάλη, προκειμένου να παραχθεί η μέγιστη δυνατή ποσότητα χορτομάζας. Στη συγκαλλιέργεια συνιστάται να επιλέγονται ποικιλίες των συγκαλλιεργούμενων ειδών που να φτάνουν στο επιθυμητό στάδιο ωρίμανσης συγχρόνως.

Τρόπος σποράς

Στη χώρα μας η σπορά γίνεται με σπαρτικές μηχανές και συνιστάται απόσταση μεταξύ των γραμμών 25cm. Σε άλλες χώρες προτιμάται απόσταση μεταξύ των γραμμών 18cm. Σπάνια η σπορά γίνεται στα πεταχτά, ακολουθούμενη από ενσωμάτωση του σπόρου. Μετά τη σπορά συνιστάται κυλίνδρισμα για εξασφάλιση υγρασίας, καλύτερο και ομοιόμορφο φύτρωμα και διευκόλυνση της μηχανικής συλλογής χωρίς απώλειες. Ως προς το βάθος σποράς αναφέρεται ότι παρ'όλο που το μπιζέλι μπορεί να φυτρώσει σε μεγάλο βάθος, σπορά βαθύτερα από 7-8cm δεν προσφέρει κανένα πλεονέκτημα.

Περιποιήσεις μετά τη σπορά

Το μπιζέλι δεν αντέχει την κατάκλυση, οπότε η εξασφάλιση καλών συνθηκών στράγγισης στον αγρό είναι απαραίτητη. Πρόβλημα για την καλλιέργεια αποτελούν κυρίως τα ετήσια ζιζάνια. Το μπιζέλι παρουσιάζει μικρή ανταγωνιστική ικανότητα ως προς τα ζιζάνια στα πρώτα στάδια ανάπτυξης και ιδίως σε ψυχρή άνοιξη. Γίνεται όμως ανταγωνιστικό όταν αναπτύξει πλήρη φυλλική επιφάνεια και καλυφθεί η επιφάνεια του εδάφους μεταξύ των γραμμών. Ο Harker (2001) αναφέρει ότι η μείωση της απόδοσης στο μπιζέλι λόγω του ανταγωνισμού των ζιζανίων ήταν μεγαλύτερη σε σχέση με τη μείωση στο κριθάρι και την ελαιοκράμβη. Αρκετά ζιζανιοκτόνα αναφέρονται ως κατάλληλα. Κατά την επιλογή του κατάλληλου ζιζανιοκτόνου ένας από τους παράγοντες που θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη είναι η ύπαρξη ή όχι κηρώδους επιχρίσματος στα φύλλα. Ποικιλίες με κηρώδες επίχρισμα είναι πιο ανθεκτικές στα ζιζανιοκτόνα.




Λίπανση μπιζελιάς

Αντίδραση της μπιζελιάς στην αζωτούχο λίπανση αναφέρεται σπάνια. Τις μεγαλύτερες απαιτήσεις σε άζωτο έχει η καρποδοτική καλλιέργεια, στην οποία τις περισσότερες φορές η αζωτοδέσμευση δεν είναι αρκετή για να εφοδιάσει το φυτό με το απαιτούμενο άζωτο, οπότε γίνεται απορρόφηση αζώτου και από το έδαφος. Η αζωτούχος όμως λίπανση δε θεωρείται απαραίτητη, λαμβάνοντας υπόψη ότι η μπιζελιά δεν είναι το κύριο φυτό στο σύστημα αμειψισποράς κι ότι οι κύριες καλλιέργειες λιπαίνονται με ποσότητα αζώτου πολύ μεγαλύτερη από εκείνη που χρειάζονται, οπότε το μπιζέλι μπορεί να χρησιμοποιήσει το υπολειμματικό άζωτο του εδάφους. Μικρή ποσότητα αζωτούχου λίπανσης ίσως χρειαστεί στα φτωχά εδάφη, για την υποβοήθηση της πρώτης ανάπτυξης των φυτών.

Το μπιζέλι απορροφά μεγάλες ποσότητες φωσφόρου. Εάν όμως οι άλλες καλλιέργειες στο σύστημα αμειψισποράς λιπαίνονται πλούσια με φωσφόρο, δε θεωρείται απαραίτητη η φωσφορική λίπανση στο μπιζέλι. Όταν όμως το έδαφος είναι φτωχό σε φωσφόρο, συνιστώνται 2,5-6kg P2O5/στρ. Στη χώρα μας δεν παρατηρήθηκαν συμπτώματα έλλειψης καλίου. Στα φτωχά σε κάλιο εδάφη, για την αποφυγή δυσμενών επιδράσεων, συνιστάται εφαρμογή 2,5-6 K2O/στρ.

Ο εμβολιασμός των σπόρων με ριζόβια συνιστάται όταν το μπιζέλι καλλιεργείται για πρώτη φορά σε ένα χωράφι. Αναφέρεται επίσης ότι ο εμβολιασμός σε όξινο έδαφος στο οποίο υπάρχουν ενδογενή ριζόβια βελτιώνει το σχηματισμό φυματίων, την ανάπτυξη των φυτών και την αζωτοδέσμευση.

Η λίπανση εφαρμόζεται στα πεταχτά κατά την τελευταία προετοιμασία του εδάφους και στη συνέχεια ενσωματώνεται, ή εφαρμόζεται γραμμικά κατά τη σπορά, σε μικρή απόσταση από το σπόρο. Ο σπόρος δεν πρέπει να έρχεται σε επαφή με το λίπασμα για την αποφυγή εγκαυμάτων στα νεαρά φυτά.




Συγκομιδή-Διαχείριση μπιζελιών

Βόσκηση

Το μπιζέλι μπορεί να χρησιμοποιηθεί για βόσκηση από αγελάδες, πρόβατα και χοίρους, αλλά δεν είναι πολύ καλά προσαρμοσμένο γι' αυτή τη χρήση, όπως άλλα είδη ψυχανθών. Ένα σοβαρό επίσης μειονέκτημα είναι το κόστος του σπόρου για την εγκατάσταση, που καθιστά τη βόσκηση αντιοικονομική. Η βόσκηση θα πρέπει να γίνεται κατά λωρίδες για να αποφεύγεται σπατάλη του χόρτου.

Χορτοδοτική καλλιέργεια

Η μεγαλύτερη συγκέντρωση ξηράς ουσίας επιτυγχάνεται όταν το φυτό συνεχίζει να ανθίζει και οι κατώτεροι λοβοί έχουν μεν πλήρως σχηματισθεί, είναι όμως ακόμη πεπλετυσμένοι. Αυτό το στάδιο κοπής θεωρείται και το καταλληλότερο για την παραγωγή χόρτου. Αν καθυστερήσει η συγκομιδή, υποβαθμίζεται η ποιότητα, λόγω της λιγνιτοποίησης των βλαστών, ενώ η αύξηση της ξηρά ουσίας είναι μικρή λόγω της γήρανσης των κατώτερων φύλλων και βλαστών. Η κοπή συγκαλλιέργειας με χειμερινό σιτηρό, συνιστάται να γίνεται όταν οι σπόροι του σιτηρού βρίσκονται κοντά στο στάδιο της μαλακής ζύμης. Όταν πρόκειται για ενσίρωση, η συγκομιδή γίνεται όταν το σιτηρό βρίσκεται στο στάδιο της φυσιολογικής ωρίμανσης.

Καρποδοτική καλλιέργεια

Στο μπιζέλι η ωρίμανση των λοβών είναι σταδιακή. Η συγκομδή θα πρέπει να γίνει σε τέτοιο στάδιο ώστε αφ' ενός να έχουν ωριμάσει οι περισσότεροι λοβοί και αφ' ετέρου να αποφευχθεί πτώση ώριμων σπόρων στο έδαφος, από την υπερωρίμανση και το άνοιγμα των κατώτερων λοβών. Το στάδιο αυτό προσδιορίζεται όταν το μεγαλύτερο ποσοστό των λοβών έχει χάσει το πράσινο χρώμα και αρχίζει να εμφανίζεται το κιτρινοπράσινο, πριν όμως ξηραθούν όλοι οι βλαστοί.

Η μηχανική συγκομιδή γίνεται με 2 τρόπους. Κατά τον πρώτο τα φυτά θερίζονται, αφήνονται στο χωράφι για μερικές ημέρες να χάσουν την υγρασία τους και στη συνέχεια γίνεται αλωνισμός. Κατά το δέυτερο γίνεται κατ' ευθείαν θεριζοαλωνισμός. Περισσότερο διαδεδομένος σήμερα είναι ο θεριζοαλωνισμός. Για τη διευκόλυνση του θεριζοαλωνισμού μπορεί να ψεκαστεί η καλλιέργεια με ένα χημικό αποξηραντικό για να επισπευσθεί η ξήρανση του φυτού και να ξηρανθούν επίσης τα ζιζάνια. Προσοχή στην επιλογή του αποξηραντικού απαιτείται όταν τα υπολείμματα της καλλιέργειας πρόκειται να χρησιμοποιηθούν για ζωοτροφή. Κατά τον αλωνισμό η μηχανή πρέπει να ρυθμίζεται προσεκτικά γιατί οι σπόροι του μπιζελιού σπάζουν εύκολα και αποχωρίζονται οι κοτυληδόνες.

Χλωρά λίπανση

Δισκοσβάρνα

Συνιστάται η ενσωμάτωση της χορτομάζας τουλάχιστον δύο εβδομάδες πριν από τη σπορά της κύριας καλλιέργειας. Εάν η ανάπτυξη του μπιζελιού είναι μεγάλη, η ενσωμάτωση πρέπει να γίνεται πιο νωρίς. Σε ξηρικές συνθήκες, με καθυστέρηση στην ενσωμάτωση εξαντλείται η υγρασία του εδάφους και η απόδοση της επόμενης καλλιέργειας μπορεί να μειωθεί σημαντικά. Σε περίπτωση μεγάλης φυτομάζας για τη διευκόλυνση της ενσωμάτωσης προηγείται τεμαχισμός της με δισκοσβάρνα.




Σχετικές σελίδες

Βιβλιογραφία

  1. Μπιζέλι
  2. "Ειδική γεωργία, Σιτηρά και ψυχανθή", Δέσποινα Παπακώστα-Τασοπούλου, Καθηγήτρια Γεωπονικής Σχολής Α.Π.Θ.