Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του "Παπάγια"

Από GAIApedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Γραμμή 9: Γραμμή 9:
  
 
{{{top_heading|==}}} Ποικιλίες Παπάγιας{{{top_heading|==}}}
 
{{{top_heading|==}}} Ποικιλίες Παπάγιας{{{top_heading|==}}}
Εφόσον η παπάγια πολλαπλασιάζεται με σπόρο δεν είναι και σωστό να μιλάμε για μια και μόνον ποικιλία. Παρά ταύτα όμως, σε μερικά στελέχη παπάγιας ο τύπος διατηρείται με ομομιξία. Κατά συνέπεια μπορούμε να τα θεωρήσουμε ποικιλίες. Ο Storey (1969) αναφέρει τις εξής ποικιλίες: Τη "Solo" της Χαβάης, πιθανόν τη "Hortus Gold" της νότιας Αφρικής, την "Improved Petersen" της Αυστραλίας και την "Betty" της Φλόριδας. Αρκετές ακόμα βελτιωμένες σειρές της "Solo" έχουν αναπτυχθεί, όπως η "Solo 5", "Solo 8", "Bush" και "Sunrise". Όλες είναι ερμαφρόδιτες, με καρπούς αχλαδόμορφους, και βάρος καρπών 0.5kg περίπου. Οι δυο τελευταίες ποικιλίες έχουν κόκκινη σάρκα. Η "Hortus Gold" συμπεριφέρεται ως δίοικη και μόνον οι σπόροι, που προέρχονται από καρπούς οι οποίοι προέκυψαν με τεχνητή επικονίαση, χρησιμοποιούνται για πολλαπλασιασμό. Ο φλοιός των καρπών της έχει χρυσάφι χρωματισμό, η σάρκα παραμένει συνεκτική και το βάρος των καρπών κυμαίνεται από 1.5-2kg.  
+
Εφόσον η παπάγια πολλαπλασιάζεται με σπόρο δεν είναι και σωστό να μιλάμε για μια και μόνον ποικιλία. Παρά ταύτα όμως, σε μερικά στελέχη παπάγιας ο τύπος διατηρείται με ομομιξία. Κατά συνέπεια μπορούμε να τα θεωρήσουμε ποικιλίες. Ο Storey (1969)<ref name="Storey"/> αναφέρει τις εξής ποικιλίες: Τη "Solo" της Χαβάης, πιθανόν τη "Hortus Gold" της νότιας Αφρικής, την "Improved Petersen" της Αυστραλίας και την "Betty" της Φλόριδας. Αρκετές ακόμα βελτιωμένες σειρές της "Solo" έχουν αναπτυχθεί, όπως η "Solo 5", "Solo 8", "Bush" και "Sunrise". Όλες είναι ερμαφρόδιτες, με καρπούς αχλαδόμορφους, και βάρος καρπών 0.5kg περίπου. Οι δυο τελευταίες ποικιλίες έχουν κόκκινη σάρκα. Η "Hortus Gold" συμπεριφέρεται ως δίοικη και μόνον οι σπόροι, που προέρχονται από καρπούς οι οποίοι προέκυψαν με τεχνητή επικονίαση, χρησιμοποιούνται για πολλαπλασιασμό. Ο φλοιός των καρπών της έχει χρυσάφι χρωματισμό, η σάρκα παραμένει συνεκτική και το βάρος των καρπών κυμαίνεται από 1.5-2kg.  
 
Στην Ινδία η "Goorg Honey" είναι μια από τις καλύτερες δισεξουαλικές ποικιλίες. Η "Semanka" της Ινδονησίας δίνει μεγάλου μεγέθους καρπούς, με κόκκινη σάρκα. Επίσης καλλιεργούνται στην Αυστραλία η δισεξουαλική "Guinea Gold" και οι μόνοικες "Sannyback" και "Hybrid 5".  
 
Στην Ινδία η "Goorg Honey" είναι μια από τις καλύτερες δισεξουαλικές ποικιλίες. Η "Semanka" της Ινδονησίας δίνει μεγάλου μεγέθους καρπούς, με κόκκινη σάρκα. Επίσης καλλιεργούνται στην Αυστραλία η δισεξουαλική "Guinea Gold" και οι μόνοικες "Sannyback" και "Hybrid 5".  
 
Η βελτίωση των ποικιλιών της παπάγιας αποσκοπεί στο να δημιουργηθούν νέες ποικιλίες, που να παρουσιάζουν τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: υψηλή παραγωγή, υψηλή ποιότητα καρπών, συνεκτική σάρκα, υψηλή περιεκτικότητα σακχάρων, καρπούς μέσου μεγέθους και ανθεντικούς σε μύκητες, βακτήρια και έντομα. <ref name="Παπάγια"/>
 
Η βελτίωση των ποικιλιών της παπάγιας αποσκοπεί στο να δημιουργηθούν νέες ποικιλίες, που να παρουσιάζουν τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: υψηλή παραγωγή, υψηλή ποιότητα καρπών, συνεκτική σάρκα, υψηλή περιεκτικότητα σακχάρων, καρπούς μέσου μεγέθους και ανθεντικούς σε μύκητες, βακτήρια και έντομα. <ref name="Παπάγια"/>

Αναθεώρηση της 10:08, 16 Απριλίου 2015

Γενικά Στοιχεία Παπάγιας

Η παπάγια κατάγεται από την τροπική Αμερική και απ' εκεί διαδόθηκε σε όλες τις τροπικές χώρες της υφηλίου. Οι κυριότερες παραγωγικές χώρες της παπάγιας είναι η Ινδία (225.000 τόνους), το Μεξικό (200.000 τόνους), η Βραζιλία (115.000 τόνους), το Περού (66.000 τόνους), η Βενεζουέλα (65.000 τόνους) και οι Φιλιππίνες (55.000 τόνους). Η παγκόσμια ετήσια παραγωγή ανέρχεται σε 3.683.000 τόνους (FAO, 1988). Στην Ελλάδα δεν καλλιεργείται συστηματικά, αλλά απαντά στην Κρήτη.[1]

Βοτανικά χαρακτηριστικά Παπάγιας

Η παπάγια ανήκει στην οικογένεια Caricaceae και το επιστημονικό της όνομα είναι Carica papaya L. Η παπάγια θεωρείται φυτό δίοικο αλλά, για πρακτικούς σκοπούς, τα δένδρα γενικά ταξινομούνται σε τρεις φυλετικούς τύπους. Τρεις τύποι φυτών παπάγιας μπορεί να παραχθούν από τη σπορά σπόρων της. Ο πρώτος τύπος παράγει μόνον αρσενικά άνθη. Ο τύπος αυτός διακρίνεται εύκολα από τις ανθικές ταξιανθίες που παράγονται σ' ένα μακρό λεπτό στέλεχος, που βγαίνει από τις μασχάλες των φύλλων. Τα φυτά αυτά αποκόπτονται γενικά μόλις καθοριστεί το φύλο, γιατί δεν παράγουν καρπούς. Ο δεύτερος τύπος παράγει μόνο θηλυκά άνθη, τα οποία δίνουν καρπούς. Τα άνθη σχηματίζονται στη μασχάλη των φύλλων, μονήρη ή σε βραχείες ταξιανθίες. Τα άνθη αυτά σπάνια φέρουν στήμονες. Ο τρίτος τύπος του φυτού φέρει ερμαφρόδιτα (τέλεια) άνθη, με θηλυκά και αρσενικά μέρη. Τα σπορόφυτα από την ποικιλία Solo εξελίσσονται σε δένδρα που παράγουν θηλυκά άνθη και ερμαφρόδιτα σε διαφορετικά άτομα. Οι καρποί, που αναπτύσσονται από τα ερμαφρόδιτα άνθη προτιμώνται, γιατί έχουν ένα επιθυμητό αχλαδόμορφο σχήμα, ενώ εκείνοι από τα θηλυκά έχουν σχήμα σφαιρικό. Επομένως τα θηλυκά δένδρα της ποικιλίας Solo γενικά αποκόπτονται μόλις καθοριστεί το φύλο τους. Η παπάγια είναι ένα μικρό αδιακλάδωτο, με μαλακό ξύλο δένδρο, μάλλον πόα (Chandler, 1958),[2] με χυμώδη αγγεία σ' όλα τα μέρη του. Μερικές φορές μπορεί να φθάσει σε ύψος μέχρι 8 μέτρων, καρποφορεί ικανοποιητικά για 3-4 χρόνια, αλλά, μετά χάνει την παραγωγική του αξία. Μπαίνει δε σε καρποφορία ένα χρόνο μετά τη σπορά των σπόρων. Τα πολύ μεγάλα της φύλλα της δίνουν τη μορφή δένδρου και κατά συνέπεια οι αποστάσεις φύτευσης είναι παρόμοιες μ' εκείνες μερικών άλλων καρποφόρων δένδρων. Το ριζικό της σύστημα είναι πλούσιο και μάλλον επιφανειακό (Kasasian, 1971).[3] Ο καρπός της παπάγιας σχηματίζεται στις μασχάλες των φύλλων και κυρίως προς την κορυφή του δένδρου. Καθώς το δένδρο ενηλικιώνεται και αυξάνει σε ύψος, οι καρποί συγκομίζονται δύσκολα και γι' αυτό τα δένδρα αυτά αποκόπτονται και αντικαθίστανται από νέα φυτεία. Βοτανικά ο καρπός της παπάγιας είναι ράγα. Το εδώδιμο μέρος είναι το μαλακό σαρκώδες μεσοκάρπιο και ενδοκάρπιο του ωοθηκικού τοιχώματος. Ο λεπτός, δερματώδης φλοιός (εξωκάρπιο) δεν τρώγεται. Στο εσωτερικό του καρπού απαντούν πολυάριθμοι σπόροι. Οι σπόροι απομακρύνονται πριν ο καρπός σερβιριστεί για φάγωμα. Το βάρος των καρπών κυμαίνεται από 0.5-2kg.[1]

Ποικιλίες Παπάγιας

Εφόσον η παπάγια πολλαπλασιάζεται με σπόρο δεν είναι και σωστό να μιλάμε για μια και μόνον ποικιλία. Παρά ταύτα όμως, σε μερικά στελέχη παπάγιας ο τύπος διατηρείται με ομομιξία. Κατά συνέπεια μπορούμε να τα θεωρήσουμε ποικιλίες. Ο Storey (1969)[4] αναφέρει τις εξής ποικιλίες: Τη "Solo" της Χαβάης, πιθανόν τη "Hortus Gold" της νότιας Αφρικής, την "Improved Petersen" της Αυστραλίας και την "Betty" της Φλόριδας. Αρκετές ακόμα βελτιωμένες σειρές της "Solo" έχουν αναπτυχθεί, όπως η "Solo 5", "Solo 8", "Bush" και "Sunrise". Όλες είναι ερμαφρόδιτες, με καρπούς αχλαδόμορφους, και βάρος καρπών 0.5kg περίπου. Οι δυο τελευταίες ποικιλίες έχουν κόκκινη σάρκα. Η "Hortus Gold" συμπεριφέρεται ως δίοικη και μόνον οι σπόροι, που προέρχονται από καρπούς οι οποίοι προέκυψαν με τεχνητή επικονίαση, χρησιμοποιούνται για πολλαπλασιασμό. Ο φλοιός των καρπών της έχει χρυσάφι χρωματισμό, η σάρκα παραμένει συνεκτική και το βάρος των καρπών κυμαίνεται από 1.5-2kg. Στην Ινδία η "Goorg Honey" είναι μια από τις καλύτερες δισεξουαλικές ποικιλίες. Η "Semanka" της Ινδονησίας δίνει μεγάλου μεγέθους καρπούς, με κόκκινη σάρκα. Επίσης καλλιεργούνται στην Αυστραλία η δισεξουαλική "Guinea Gold" και οι μόνοικες "Sannyback" και "Hybrid 5". Η βελτίωση των ποικιλιών της παπάγιας αποσκοπεί στο να δημιουργηθούν νέες ποικιλίες, που να παρουσιάζουν τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: υψηλή παραγωγή, υψηλή ποιότητα καρπών, συνεκτική σάρκα, υψηλή περιεκτικότητα σακχάρων, καρπούς μέσου μεγέθους και ανθεντικούς σε μύκητες, βακτήρια και έντομα. [1]






Σχετικές σελίδες


Βιβλιογραφία

  1. 1,0 1,1 1,2 Ειδική δενδροκομία Τόμος V "Τροπικά φυτά", Ποντίκη Κων/νου, Καθηγητή Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών.
  2. Chandler, W. H., Evergreen Orchards. Lea and Febiger", Philadelphia, USA, 1958.
  3. Kasasian, L., Weed control in the tropics", Leonard Hill, 1971.
  4. Storey, W.B., "Papaya" in Ferwerda and Wid(eds), Outlines of perennial crop breeding in the tropics, Wageningen, Holland, 1969.