Ανθοφορία

Από GAIApedia
Αναθεώρηση της 12:00, 20 Ιουλίου 2016 υπό τον X skiadas (Συζήτηση | συνεισφορές)

(διαφορά) ←Παλαιότερη αναθεώρηση | Τελευταία αναθεώρηση (διαφορά) | Νεώτερη αναθεώρηση → (διαφορά)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Χαρακτηριστικά νεανικών φυτών

Τα καρποφόρα δένδρα, τα οποία παράγονται από σπόρο διέρχονται απ' την φάση της νεανικότητας, δια μέσου μεταβατικής φάσης, στη φάση της ενηλικιώσεως. Κατά τη διάρκεια της φάσης της νεανικότητας τα δένδρα δεν παράγουν άνθη. Η βαθμιαία παραγωγή ανθέων σηματοδοτεί την έναρξη της ενήλικης φάσης. Καθώς το μέγεθος των δένδρων και ο αριθμός των βλαστών, που παράγουν άνθη αυξάνει, η ετήσια προσαύξηση του μήκους του βλαστού μειώνεται, ιδιαίτερα, αν τ' άνθη εξελιχθούν σε καρπούς.

Το στάδιο, κατά το οποίο σχηματίζονται λίγα άνθη, ονομάζεται μεταβατική φάση. Η μετάβαση αυτή από τη φάση της νεανικότητας στη φάση της ενηλικιώσεως γίνεται βαθμιαία, γιατί τα χαμηλότερα μέρη του δένδρου διατηρούν τα νεανικά τους χαρακτηριστικά, ενώ τα πιο ακραία μέρη του δένδρου αρχίζουν να σχηματίζουν άνθη. Δοθέντος, ότι η νεανικότητα συνήθως έχει σχέση με ανεμβολίαστα σπορόφυτα, τα μορφολογικά και τα φυσιολογικά χαρακτηριστικά φανερώνουν, ότι και οι τρεις φυσικές αναπτυξιακές αλλαγές υπάρχουν σε ενήλικα καρποφορούντα δένδρα μερικών ειδών, είτε έχουν εμβολιαστεί είτε όχι.

Η ανθοφορία είναι μόνο μια προς τα έξω έκφραση ή χαρακτηριστικό, που διαχωρίζει ένα νεανικό από ένα ώριμο μέρος του δένδρου. Άλλες μορφολογικές εκδηλώσεις της νεανικότητας είναι το σχήμα και το μέγεθος του φύλλου, το αγκαθωτό των βλαστών και η ευκολία ριζογένεσης των μοσχευμάτων. Τα φύλλα του πεκάν που βρίσκεται στη φάση της νεανικότητας, είναι απλά και χνουώδη, ενώ εκείνα των ώριμων φυτών είναι σύνθετα και λιγότερο χνουώδη.

Οι βλαστοί των νεανικών δένδρων μηλιάς, αχλαδιάς, εσπεριδοειδών, δαμασκηνιάς είναι ακανθώδεις. Μορφολογικά, τα αγκάθια αυτά είναι κοντά, αιχμηρά και χωρίς επάκριους οφθαλμούς. Καθώς η επέκταση των βλαστών συνεχίζεται με την ενηλικίωση του δένδρου, οι οφθαλμοί της βάσης εξελίσσονται σε πλάγιους βλαστούς και λογχοειδή, αντί σ' αγκάθια. Τα μοσχεύματα βλαστών από τα νεανικά μέρη του φυτού σχηματίζουν ρίζες πιο εύκολα απ' εκείνα που παραλαμβάνονται από μέρη του δένδρου, που βρίσκονται στην ενήλικη φάση. Μερικά είδη, όπως η κυδωνιά, έχει προσχηματισμένες ριζικές καταβολές σ' ώριμο ξύλο και έτσι τα μοσχεύματα ριζοβολούν εύκολα. Αν ληφθούν εμβόλια απ' έναν ακανθώδη νεανικό βλαστό και εμβολιαστούν πάνω στους βραχίονες ενός ενήλικου καρποφόρου δένδρου, η βλάστηση που θα προέλθει απ' αυτά τα εμβόλια, εισέρχεται στο ώριμο στάδιο και αρχίζει να παράγει άνθη γρηγορότερα απ' εκείνη, που αφέθηκε πάνω στο στέλεχος του μητρικού δένδρου.

Και αντίστροφα, ώριμοι βλαστοί μπορεί να μεταπέσουν στη φάση της νεανικότητας, όταν χρησιμοποιούνται ως εμβόλια για εμβολιασμό ή ως μοσχεύματα. Εμβόλια από ώριμα δένδρα εσπεριδοειδών παράγουν βλαστούς με αγκάθια, όταν εμβολιαστούν σε σπορόφυτα. Οι λεμονιές είναι γνωστές γι' αυτή την ιδιότητα τους. Αν τα εμβόλια ληφθούν από καρποφόρες αχλαδιές και δαμασκηνιές και εμβολιαστούν πάνω σε σπορόφυτα υποκείμενα τα τμήματα της βάσης των βλαστών, που θα προέλθουν απ' αυτά τείνουν να σχηματίσουν αγκάθια.

Τα μοσχεύματα κυδωνιάς και του υποκείμενου δαμασκηνιάς marianna 2624 απ' ώριμους βλαστούς σχηματίζουν ακανθώδεις βλαστούς. Το τμήμα του κορμού, που βρίσκεται κοντά στις ρίζες, παραμένει στη φάση της νεανικότητας. Μερικοί φυσιολόγοι αποδίδουν αυτό το φαινόμενο στην παραγωγή ορμονών απ' τις ρίζες, οι οποίες μεταφέρονται προς την κορυφή. Οι μεταβολές των συγκεντρώσεων αυτών των ορμονών στα επάκρια μεριστώματα, πιθανόν είναι υπεύθυνες για τη μετάβαση από τη φάση της νεανικότητας στη φάση της ενηλικιώσεως. Για παράδειγμα, οι επάκριες βλαστικές κορυφές νεανικών και ενήλικων βλαστών έχουν διαφορετικούς τύπους ριβονουκλεϊκού οξέος (RNA).

Επειδή ο γενετικός κώδικας ενός συγκεκριμένου κλώνου είναι σταθερός, η αλλαγή αυτή μπορεί να είναι μια αντανάκλαση της γονικής καταστολής και έκφρασης, που προκαλείται από τις ορμόνες.

Οι γιββερελλίνες μεταφέρονται από τις ρίζες στους βλαστούς. Καθώς το δένδρο αυξάνει σε μέγεθος και σχηματίζονται περισσότεροι κλάδοι, όχι μόνον η απόσταση γίνεται μεγαλύτερη απ' τις ρίζες στα επάκρια μέρη των βλαστών, αλλά και ο αριθμός των βλαστικών άκρων επίσης αυξάνει. Έτσι, εκτιμάται, ότι αυτές οι ρυθμιστικές αυξητικές ουσίες, που παράγονται στις ρίζες αραιώνουν, σε βαθμό, που καθίστανται αναποτελεσματικές ως ανθογόνοι παρεμποδιστές και προαγωγείς σχηματισμού αγκαθιών. Η ορμονική αυτή άποψη ενισχύεται απ' την επίδραση του γιββερελλικού οξέος δια ψεκασμού επί καρποφόρων κλάδων αμυγδαλιάς, βερικοκκιάς, κερασιάς και δαμασκηνιά. Μια απλή εφαρμογή 200ppm, που πραγματοποιήθηκε νωρίς τη βλαστική περίοδο, όταν λαμβάνει χώρα η προτροπή σχηματισμού ανθέων, προτρέπει τα λογχοειδή να μετατραπούν σ' αγκάθια και εμποδίζει πλήρως το σχηματισμό ανθοφόρων οφθαλμών την επόμενη βλαστική περίοδο.[1]

Διάρκεια και κληρονομικότητα της περιόδου νεανικότητας

Η διάρκεια της περιόδου νεανικότητας διαφέρει μεταξύ και εντός των ειδών, τούτου εξαρτωμένου απ' το γονότυπο του κλώνου. Είναι ένα κληρονομικό χαρακτηριστικό, το οποίο οι βελτιωτές μηλιάς πιστεύουν ότι κληρονομείται μέσω του κυτταροπλάσματος του ωαρίου (κυτταροπλασματική κληρονομικότητα). Δηλαδή, αν ένα υβρίδιο δημιουργηθεί μεταξύ ενός μητρικού φυτού, που έχει μια βραχεία νεανική περίοδο και ενός γυρεοδότη γονέα με μια μακρά νεανική περίοδο, οι απόγονοι ως επί το πλείστον θα έχουν βραχεία νεανική περίοδο όπως ο μητρικός γονέας.

O Wellington παρατήρησε ότι, απόγονοι σπορόφυτων, που προήλθαν από γονεϊκές ποικιλίες μηλιάς με μακρές περιόδους νεανικότητας, άργησαν επίσης να μπούν σε καρποφορία. Εμβόλια, που ελήφθησαν απ' αυτούς τους σποροφυτικούς απογόνους και εμβολιάστηκαν επί υποκειμένων, χρειάστηκαν να περάσουν αρκετά έτη πριν σχηματίσουν άνθη. Ο εμβολιασμός επιβραχύνει τη νεανική περίοδο, ίσως με την προσωρινή πρόκληση χαρακώματος στην εμβολιαστική ένωση, αλλ' αυτό δεν υπερνικά το κληρονομικό νεανικό χαρακτηριστικό των σποροφύτων. Τα σπορόφυτα, που εισέρχονται σε ανθοφορία σε νεαρή ηλικία λέγονται πρώιμα και το φαινόμενο καλείται πρωϊμότητα.

Ο Zimmerman διαπίστωσε ότι, τα φυτά που καλλιεργούνταν κάτω από συνεχή φωτισμό ήταν μεγαλύτερα σε μέγεθος και είχαν βραχύτερες περιόδους νεανικότητας, απ' ότι εκείνα που καλλιεργούνταν κάτω από φυσικές φωτοπεριόδους. Η περίοδος νεανικότητας επίσης επιβραχύνθηκε δια της προτροπής των φυτών να μπούν σε λήθαργο με στέρηση νερού κι έπειτα φορτσάροντας αυτά (παροχή νερού, λιπάσματος κ.λ.π.) για την επίτευξη επανειλημμένων κύκλων βλάστησης.

Μετά από κάποιο αριθμό κύκλων βλάστησης, τα φυτά αναπτύχθηκαν περισσότερο και άνθισαν νωρίτερα απ' εκείνα που δεν είχαν υποστεί την υδατική καταπόνηση. O Zimmerman, βασιζόμενος σ' αυτά τα πειραματικά δεδομένα, κατέληξε στο αξίωμα, ότι τα δένδρα πρέπει να αποκτήσουν κάποιο κρίσιμο ύψος ή ένα ελάχιστο αριθμό κόμβων ή να διέλθουν κάποιο αριθμό βλαστικών κύκλων πριν από το σχηματισμό ανθέων. Τα νουκελλικά ή απομικτικά σπορόφυτα διέρχονται κανονικά από τη φάση της νεανικότητας όπως συμβαίνει και με τα ζυγωτικά σπορόφυτα. Σπανιότερα, ωστόσο οι εσπεριδοβελτιωτές έχουν παρατηρήσει άνθη σε νεοαναπτυσσόμενα σπορόφυτα που καλλιεργούνται κάτω απ' ένα συγκεκριμένο καθεστώς θερμοκρασίας.

Η περίοδος νεανικότητας έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους βελτιωτές και τους πολλαπλασιαστές, αλλά πολύ λίγο ενδιαφέρει τους παραγωγούς καρποφόρων δένδρων. Το μήκος της περιόδου νεανικότητας ποικίλλει από δυο έως τρία χρόνια για τα σπορόφυτα της αμυγδαλιάς και ροδακινιάς και από επτά έως δέκα χρόνια για τα σπορόφυτα της μηλιάς και αχλαδιάς.

Οι πολλαπλασιαστές φυτών (φυτωριούχοι) προτιμούν να διατηρούν χαρακτήρες νεανικότητας στις μητρικές φυτείες υποκείμενων, προκειμένου τα μοσχεύματα να ριζοβολούν εύκολα και με μικρό κόστος. Αυτό επιτυγχάνεται με τη μέθοδο πολλαπλασιασμού των φυτών με καταβολάδες δια συστάδος (προοδευτική κάλυψη του μητρικού φυτού με χώμα μέχρι εκεί που να καλύπτεται το 50% του ύψους του) και με αυστηρό κλάδεμα για την παραγωγή παραφυάδων και λαίμαργων. Οι βελτιωτές καρποφόρων δένδρων προτιμούν να επιβραχύνουν την περίοδο νεανικότητας των υβριδίων απογόνων, για να μπορέσουν να τα αξιολογήσουν για την ποιότητα των καρπών τους, όσο γίνεται γρηγορότερα. Με τη συντόμευση του χρόνου παραγωγής, μπορεί να συγκεντρώσουν γενετικές πληροφορίες γρηγορότερα και να επισπεύσουν τη διάρκεια του ερευνητικού προγράμματος τους.

Το μήκος της περιόδου νεανικότητας δεν επηρεάζει τους φρουτοπαραγωγούς, γιατί όλα τα εμπορικής κλίμακας καλλιεργούμενα καρποφόρα δένδρα πολλαπλασιάζονται δι' εμβολιασμού ή με μοσχεύματα, ώριμων εμβολιοφόρων βλαστών. Εξαρτώμενου από το είδος του καρποφόρου δένδρου, τα νεαρά δενδρύλλια, που παραλαμβάνονται από τα φυτώρια δεν παράγουν άνθη για δυο έως πέντε χρόνια μετά τη φύτευση. Το αυστηρό κλάδεμα κατά την περίοδο διαμορφώσεως της κόμης των δένδρων είναι μερικώς υπεύθυνο γι' αυτή την καθυστέρηση. Τα ενήλικα καρποφόρα δένδρα, τα οποία εμβολιάζονται, για αλλαγή των παλαιών ποικιλιών με νέες, χρειάζονται ομοίως μερικά χρόνια για να ανθοφορήσουν.

Ο Visser αναφέρεται σ' αυτή την περίοδο μετά τη φύτευση ή τον εμβολιασμό κατά τη διάρκεια της οποίας τα φυτά δεν ανθίζουν λόγω της βλαστικής φάσης, που αποτελεί προσωρινό στάδιο βλαστικής ανάπτυξης. Τα καρποφόρα δένδρα πρέπει να διατηρούνται στη βλαστική φάση, κατά την περίοδο διαμορφώσεώς τους, όταν δηλαδή αναπτύσσεται ο σκελετός της κόμης τους. Πειραματικά η βλαστική φάση έχει παρακαμφθεί στις καρποφόρες καρυδιές και στα πυρηνόκαρπα, γιατί τ' ανθικά μέρη ή οι ανθοφόρες καταβολάδες απαντούν από το χειμώνα στα διάφορα μέρη των βλαστών τους. Τα εμβόλια, που λαμβάνονται απ' αυτά τα μέρη θα προηγηθούν σ' ανθοφορία αν εμβολιαστούν πάνω σε κατάλληλα υποκείμενα.[1]


Σχετικές σελίδες

Χαρακτηριστικά νεανικών φυτών

Διάρκεια και κληρονομικότητα της περιόδου νεανικότητας


Βιβλιογραφία

  1. 1,0 1,1 Γενική Δενδροκομία, του Καθηγητή Δενδροκομίας Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, Κωνσταντίνου Α. Ποντίκη, 1997