Γενικά στοιχεία πατάτας

Από GAIApedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η πατάτα κατάγεται από τα οροπέδια των ΄Ανδεων της κεντρικής και νότιας Αµερικής (Ισηµερινός, Κολοµβία, Περού κ.ά). Πήρε το όνοµά της από την Ισπανική λέξη ‘‘patata’’, η οποία προέρχεται από τη λέξη batata που χρησιµοποιούσαν οι Ινδιάνοι της Αµερικής για τις γλυκοπατάτες, τις κονδυλώδεις εδώδιµες ρίζες του φυτού Ipomea batata. Οι Ευρωπαίοι θαλασσοπόροι την έφεραν το 1534 στην Ισπανία και το 1580 στην Ιρλανδία. Από την Ισπανία, στάλθηκε το 1588 στον Αυστριακό βοτανολόγο Κλούσιος, ο οποίος µε τη σειρά του τη διέδωσε στη Γερµανία απ’ όπου µεταφέρθηκε στην ανατολική Γαλλία. Μέσα σε λίγα χρόνια η εξάπλωση ήταν ραγδαία. Στην αρχή υπήρξε δυσπιστία γιατί είχε επικρατήσει η άποψη ότι το πολύτιµο φυτό ήταν δηλητηριώδες. Όµως µε τη πάροδο του χρόνου αυτό άλλαξε σε σηµείο να συναγωνίζεται το σιτάρι και το καλαµπόκι σε τέτοιο βαθµό που οδήγησει την Ιρλανδία σε λιµό το 1945-1946, λόγω της καταστροφής των φυτειών πατάτας, από τον περονόσπορο. Αυτό είχε ως αποτέλεσµα την οµαδική µετανάστευση των Ιρλανδών στη βόρεια Αµερική και τη έναρξη πατατοκαλλιέργειας στην περιοχή αυτή. Στη χώρα µας έγινε γνωστή µόλις το 19o αιώνα. Στην αρχή καλλιεργήθηκε στην Κέρκυρα γύρω στο 1800 από κάποιο προοδευτικό καλλιεργητή της εποχής. Από την Κέρκυρα διαδόθηκε στα υπόλοιπα νησιά του Ιονίου. Στην υπόλοιπη Ελλάδα έγινε γνωστή το 1828 από τον πρώτο κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, που πίστεψε πολύ στη θρεπτική αξία αυτού του φυτού. Στην Κρήτη η πατάτα άρχισε να καλλιεργείται από το 1920. Η πρώτη καλλιέργεια ξεκίνησε από Οροπέδιο Λασιθίου και τη Μεσσαρά, ενώ την τελευταία δεκαετία καλλιεργείται και βιολογικά.[1]

Βιβλιογραφία

  1. Βιολογική καλλιέργεια πατάτας στην Κρήτη, πτυχιακή μελέτη της φοιτήτριας Μπαμιεδάκη Μαρία, Ηράκλειο 2005.