Είδη ψαριών των γλυκών νερών

Από GAIApedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Γλυνί (Tinca tinca)

Γλυνί

Το γλυνί [1] είναι ψάρι του γλυκού νερού που ανήκει στην οικογένεια των Ciprinidi.

Προτιμά λασπώδη βυθό ή βυθούς καλυμένους από βλάστηση. Επιβιώνει επίσης και σε χώρους φτωχούς από οξυγόνο. Το χειμώνα δεν τρέφεται και κινείται μόνο όταν είναι απαραίτητο σε λασπώδη νερά. Τα τελευταία χρόνια υπάρχει μια ελάττωση του είδους, λόγω της εξάπλωσης του κοκκινόψαρου και του γατόψαρου.

Το γλυνί έχει ένα συμπιεσμένο κορμί, καλυμμένο από μικρά λέπια, με μεγάλα εύσαρκα πτερύγια. Η λιβρέα είναι πρασινωπή στη ράχη, περισσότερο ανοιχτή με ροπή προς το κίτρινο στην περιοχή της κοιλιάς. Τα πτερύγια έιναι πράσινα-μελαχρινά και τα μάτια κόκκινα. Γενικά φτάνει τα 30-50 εκ. μήκος επί 2 κιλά βάρος αν και εντοπίστηκαν πρότυπα με 84 εκ. μήκος.

Η περίοδος του οίστρου γίνεται μεταξυ της άνοιξης και του καλοκαιριού, όταν ο γλυνός μεταφέρεται προς τα ρηχάνερά πλούσια καλυμμένα από υδάτινη βλάστηση.

Η επώαση των αυγών γίνεται μετά από 5-6 μέρες και η μικρή προνύμφη περιέχει ένα αυτοκόλλητο όργανο χάρη στο οποίο μένει κολλημένη στα φύλλα των υδατινων δέντρων μέχρι όταν ο λεκιθικός θύλακας απορροφοθεί. Η σεξουαλική ωρίμανση γίνεται στα 4 χρόνια για το αρσενικο και στα 2 για το θηλυκό. Παμφάγο είδος, τρέφεται με βεντονικούς και φυτικούς οργανισμούς ειδικά τις νυχτερινές ώρες.


Βιβλιογραφία

  1. Ιστοσελίδα Fishingtarget.com, Ψάρι Γλυνί


Γοβιός (Cottus gobio)

Γοβιός

ο Γοβιός [1] είναι ένα ψάρι του γλυκού νερού που ανήκει στην οικογένεια των Cottidae.

Έχει μια πολύ χαρακτηριστική εμφάνιση. Έχει πολύ μεγάλο κεφάλι με δύο μεγάλα κοντινά μάτια. Το κεφάλι φάινεται αγκαθωτό λόγω του ότι είναι καλυμμένο με οστεόδεις πλάκες. Ένα μεγάλο αιχμηρό αγκάθι είναι τοποθετημένο πάνω στο βραγχιακό βλέφαρο. Τα θωρακικά πτερύγια είναι πολύ μεγάλα και τα έχει πάντα ανοιχτά, ενώ τα ραχιαία είναι δύο. Ο χρωματισμός είναι καφές ή πρασινωπός με πιο σκούρες κηλίδες, ενώ τα πτερύγια έχουν πιο σκούρες ομόκεντρες λωρίδες. Δεν ξεπερνά τα 15 εκ. μήκος.

Πρόκειται για νυχτερινό είδος. Κατά τη διάρκεια της ημέρας κρύβεται κάτω από πέτρες ή μεταξύ των υδάτινων φυτών.

Η αναπαραγωγή γίνεται την άνοιξη, τα αυγά έχουν χρώμα πορτοκαλί-κιτρινωπό και τοποθετούνται επάνω στην αψίδα των πέτρινων κοιλοτήτων.

Διατρέφονται με έντομα και οστρακόδερμα.

Βιβλιογραφία

  1. Ιστοσελίδα Fishingtarget.com, Ψάρι Γοβιός


Κοκκινόψαρο (Carassius-carassious)

Κοκκινόψαρο

Το Κοκκινόψαρο [1] είναι ένα ψάρι του γλυκού νερού που ανήκει στην οικογένεια των Cyprinidae. Ζει στις λίμνες με βαλτώδη όχθη ή στο νεκρό βραχίονα των ποταμών, στους βάλτους και στα χαντάκια. Στις λιμνούλες με αρνητικές συνθήκες τροφής με μεγάλη καθυστέρηση και "παράγει" πρότυπα νάνους, ενώ με ευνοϊκές περιβαλλοντικές συνθήκες μεγαλώνει περισσότερο και το σώμα του παίρνει ένα σχήμα πιο αρμονικό.

Ο νεανικός πρότυπος παρουσιάζει μακρύ κορμί με ραχιαίο προφίλ, λίγο κυρτός με ανοικτό κίτρινη λιβρέα και βούλα στο ουραίο σκέλος, ενώ ο ενήλικος έχει κοντόχοντρο κορμί συμπιεσμένο στις πλευρές. Το ραχιαίο πτερύγιο είναι υψηλό και σχηματισμένο από οστικές ακτίνες του οποίου οι μεγαλύτερες είναι οδοντωτές όπως και στο πρωκτικό πτερύγιο. Η απόλυτη έλλειψη του μουστακιού το ξεχωρίζει από το κεφάλι (ψάρι). Η λιβρέα είναι μεταβλητή, γενικά είναι κίτρινο χρυσό περισσότερο ή λιγότερο δυνατό με μεταλλικές αντανακλάσεις στη ράχη. Τα πτερύγια έχουν κόκκινες αποχρώσεις. Το κοκκινόψαρο μπορεί να φτάσει τα 45 εκ. μήκος επί 1,5 Kg βάρος αλλά το μεσαίο μέγιστο είναι μεταβλητό μεταξύ 20 και 30 εκ. μήκος επί 300-400 γρ. βάρος.

Η περίοδος της αναπαραγωγής αυτού του είδους γίνεται από το Μάρτιο έως τον Ιούνιο. Το θηλυκό εναποθέτει από 130.000 μέχρι 250.000 μικρά αυγά στα ρηχά νερά γεμάτα από βλάστηση που ανοίγουν εντός μιας εβδομάδας.

Είναι παμφάγο είδος και γενικά τρέφεται με ζωοπλαγκτόν, ειδικά με είδους της τάξης Cladocera, έντομα και φυτικά υπολείμματα. Είναι συνήθης λεία του λούτσου, της λουκιοπέρκας και του γουλιανού.

Σε πολλά ρευματα νερού έχει εκδηλώσει εντυπωσιακά φαινόμενα τροφικού ανταγωγνισμού απέναντι στα άλλα είδη των κυπρίνων.

Βιβλιογραφία

  1. Ιστοσελίδα Fishingtarget.com, Ψάρι Κοκκινόψαρο


Γκιζάνι-Ladigesocypris ghigii (Pisces, Cyprinidae)

Γκιζάνι
Γκιζάνι

Το Ladigesocypris ghigii (Pisces, Cyprinidae), κοινώς γκιζάνι, είναι ένα ψάρι μικρού μεγέθους που ζει αποκλειστικά στα γλυκά νερά της Ρόδου. Πήρε το κοινό, αλλά και το επιστημονικό όνομά του, από τον Ιταλό καθηγητή Alessandro Ghigi που το πρωτοσυνέλλεξε στο νησί στις αρχές του 1900.

Καταφέρνει να ζει στο εξαιρετικά ασταθές περιβάλλον των ρεμάτων του νησιού, που το χειμώνα μπορεί να πλημμυρίσουν, ενώ το καλοκαίρι ξεραίνονται στο μεγαλύτερο μέρος τους. Γι' αυτό, ο κύκλος ζωής του είναι σύντομος (ζει συνήθως στη φύση έως και τρία χρόνια), τρώει ένα ευρύτατο φάσμα τροφών και αναπαράγεται την άνοιξη και το καλοκαίρι σε μεγάλους αριθμούς. Θεωρείται ένα από τα πιο απειλούμενα με εξαφάνιση είδη ψαριών των γλυκών νερών στην Ευρώπη, δεδομένου ότι τα τελευταία χρόνια ένας από τους πληθυσμούς του έχει ήδη εξαφανιστεί, ενώ αυτοί που απομένουν εμφανίζουν τάσεις συνεχούς περιορισμού. Το γκιζάνι προστατεύεται τόσο από την Ευρωπαϊκή, όσο και από την Ελληνική Νομοθεσία. Συμπεριλαμβάνεται στο Παράρτημα ΙΙ της Κοινοτικής Οδηγίας για την Προστασία των Βιοτόπων (92/43/EEC), ως είδος προτεραιότητας, καθώς και στο Κόκκινο Βιβλίο Απειλούμενων Ειδών της Ελλάδας. Επίσης προστατεύεται από την Ελληνική Νομοθεσία με το Προεδρικό Διάταγμα.

Το γκιζάνι [1] είναι ένα μικρό κυπρινοειδές. Το μέγιστο μήκος του φθάνει τα 10-12 εκατοστά, αλλά στη φύση συχνότερα βρίσκουμε γκιζάνια μήκους 3-5 εκατοστών. Το βάρος του είναι της τάξης των μερικών γραμμαρίων. Το χρώμα του είναι γκρι-ασημί, σκούρο στην πλάτη και ανοιχτό στην κοιλιά.

Ζει στη φύση κατά μέσο όρο τρία χρόνια. Είναι παμφάγο και τρέφεται με φύκη, υδρόβια ασπόνδυλα και λάρβες εντόμων. Το γκιζάνι έχει εξαιρετικά μεγάλη αντοχή τόσο στις χαμηλές χειμωνιάτικες θερμοκρασίες του νερού (περίπου 10oC), όσο και στις υψηλές του καλοκαιριού (περίπου 30oC). Προτιμά νερό με μικρή ροή και συνηθίζει να κρύβεται στις όχθες, κάτω από τις ρίζες των υδρόβιων και παρόχθιων φυτών ή ανάμεσα στα φύκη και τα βράχια.

Αναπαράγεται τμηματικά την άνοιξη και στις αρχές του καλοκαιριού. Η διάρκεια της αναπαραγωγικής του περιόδου διαφέρει ανάλογα με το υδάτινο σύστημα, καθώς επίσης και από χρονιά σε χρονιά. Συνήθως στα συστήματα με λίγο νερό (π.χ. ρέματα Απολακκιάς), καθώς και στα υπόλοιπα κατά τις ξηρές χρονιές, η αναπαραγωγική του περίοδος παρατείνεται έως και το τέλος του καλοκαιριού.

Βιβλιογραφία

  1. Ιστοσελίδα Rodius, Ψάρι Γκιζάνι


Χέλι (Anguilla anguilla)

Χέλι
Χέλι
Χέλι καπνιστό ολόκληρο

Τα χέλια είναι ψάρια της τάξης Εγχελυόμορφα (Anguilliformes). Η τάξη περιλαμβάνει 20 οικογένειες, 111 γένη και 800 είδη. Τα περισσότερα χέλια είναι αρπακτικά ψάρια. Ο όρος χέλι χρησιμοποιείται και για άλλα είδη που δεν είναι μέλη της τάξης, όπως για παράδειγμα το ηλεκτροφόρο χέλι. Έχουν επίμηκες σώμα, σαν φίδι, με μήκος από 5 εκατοστά μέχρι 4 μέτρα. Τα χέλια δεν έχουν πυελικά πτερύγια, ενώ αρκετά είδη δεν έχουν και θωρακικά πτερύγια. Τα ραχιαία και πρωκτικά πτερύγια έχουν ενωθεί και σχηματίζουν μια ενιαία κορδέλα κατά μήκος μεγάλου μέρους του σώματός τους.

Τα περισσότερα χέλια ζουν στον ωκεανό, σε ρηχά κυρίως νερά, χωμένα στην άμμο, τη λάσπη ή ανάμεσα σε βράχια. Τα περισσότερα χέλια επίσης είναι νυκτόβια και σπάνια παρατηρούνται.

Το χέλι [1] είναι είδος που δεν αναπαράγεται σε συνθήκες αιχμαλωσίας. Επισημαίνεται ότι στα ποτάμια, στις λίμνες και στις λοιπές υδάτινες λεκάνες της Ευρώπης παραμένει μόνο όσο είναι σε νεαρή ηλικία. Όταν φτάνει σε ηλικία γεννητικής ωριμότητας (6 έως 12 ετών για τα αρσενικά και 9 έως 18 ετών για τα θηλυκά), επιστρέφει στον μοναδικό τόπο γέννησής του: τη θάλασσα των Σαργασσών, στον Ατλαντικό ωκεανό στα ανοιχτά της Φλόριδα (ΗΠΑ), όπου αναπαράγεται και απ’ όπου δεν επιστρέφει ποτέ πια πίσω.

Οι προνύμφες του παραμένουν εκεί για ένα έως δύο χρόνια και στη συνέχεια μεταφέρονται με το ρεύμα του Κόλπου (GulfStream) στις ευρωπαϊκές ακτές όπου φτάνουν ύστερα από ταξίδι 200-300 ημερών. Οι αφίξεις κλιμακώνονται από τις αρχές του χειμώνα στη νότια Ευρώπη μέχρι τις αρχές του επόμενου καλοκαιριού στη βόρεια Ευρώπη. Ακολούθως, μεταμορφώνονται σε υαλόχελα, δηλαδή σε μικρά διαφανή χέλια μήκους 6 έως 12 εκατοστών, τα οποία παραμένουν για κάποιο διάστημα στις εκβολές των ποταμών τρεφόμενα με πλαγκτόν. Στη συνέχεια, αρχίζουν να αποικίζουν σταδιακά τα ποτάμια, τις λίμνες και τις λοιπές υδάτινες λεκάνες φτάνοντας προοδευτικά στο στάδιο του «κίτρινου χελιού».

Όταν το βάρος τους φτάσει τα 50 γραμμάρια, μεταφέρονται είτε σε λεκάνες εκτατικής εκτροφής είτε σε μεγάλες δεξαμενές εντατικής εκτροφής που λειτουργούν με συστήματα ανακυκλοφορίας του νερού. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, τρέφονται τεχνητά με ξηρά τροφή σε κόκκους η οποία περιέχει ιχθυάλευρα και φυτικά άλευρα.

Βασικό μειονέκτημα των χελιών είναι ότι τα ποσοστά ανάπτυξής τους παρουσιάζουν μεγάλες διακυμάνσεις από το ένα είδος στο άλλο. Πρέπει επομένως να ελέγχονται τακτικά και να χωρίζονται στις δεξαμενές βάσει του μεγέθους τους (κατηγοριοποίηση). Τα χέλια χρειάζονται δύο έως τρία χρόνια για να φτάσουν σε ενήλικο μέγεθος και να είναι σε θέση να διατεθούν στην αγορά... ή να επανεισαχθούν στο οικοσύστημα. Επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι τα εκτροφεία χελιών διαδραματίζουν σήμερα καθοριστικό ρόλο στον εμπλουτισμό των υδάτινων οδών με χέλια, υπό επιστημονική παρακολούθηση.

Βιβλιογραφία

  1. Ιστοσελίδα Αλιεία - Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Το χέλι


Πέρκα (Serranus scriba)

Πέρκα

Η Πέρκα, [1] γνωστή και ως Περκί ή πρικί είναι ψάρι των γλυκών υδάτων της οικογένειας των περκιδών. Πρόκειται για ψάρια του γλυκού νερού των εύκρατων περιοχών της Ευρώπης, της Ασίας και της Βόρειας Αμερικής. Το κρέας του είναι νοστιμότατο και δεν έχει πολλά κόκαλα.

Έχουν επίμηκες σώμα, το οποίο είναι σκεπασμένο με κτενοειδή λέπια και φέρουν δύο ραχιαία πτερύγια, το πρώτο από τα οποία αποτελείται από αγκαθωτές ακτίνες και το δεύτερο από μαλακές. Το μήκος τους κυμαίνεται από 15 έως 60 εκ. και έχει συνήθως πράσινο χρώμα με σκούρες εγκάρσιες ραβδώσεις στα πλευρά και κόκκινα κοιλιακά πτερύγια.

Ζουν σε όλα τα βάθη, αλλά ιδιαίτερα σε βάθος 0,5-1μ., μοναχικά ή σε μικρές ομάδες. Είναι αδηφάγο είδος και τρέφεται με έντομα, γόνους και μικρά ψάρια. Γεννούν τα αβγά τους την άνοιξη, από τον Μάρτιο έως τον Μάιο, αμέσως μόλις το νερό αποκτήσει θερμοκρασία 14oC. Τα αβγά, διαμέτρου δύο χιλιοστών, ενώνονται σε αλυσίδες και παράγονται σε αναλογία 80.000-100.000 ανά κιλό βάρους της μητέρας.

Γνωστότερο συγγενικό είδος είναι η perca flavescens, γνωστή ως κίτρινη πέρκα, που συναντάται στην Αμερική και είναι μικρότερη σε μέγεθος, με μήκος που μπορεί να φτάσει τα 30 εκ. Το σώμα του είναι χρυσαφί με σκούρες εγκάρσιες ραβδώσεις, τα κοιλιακά και εδρικά του πτερύγια είναι πορτοκαλόχρωμα και το στόμα του είναι πιο ευρύ. Με την κοινή ονομασία πέρκα είναι γνωστά στην Ελλάδα και δύο είδη θαλάσσιων περκόμορφων ψαριών της οικογένειας των σερανιδών, τα serranus scriba (περκί) και serenatus hepatus. Είναι σαρκοφάγα ψάρια τα οποία ζουν σε μικρά βάθη, κοντά στις ακτές του Ατλαντικού και στη Μεσόγειο, ενώ είναι διαδεδομένα και στις ελληνικές θάλασσες.

Βιβλιογραφία

  1. Ιστοσελίδα Wikipedia, Ψάρι Πέρκα


Αθερίνα (Atherina hepsetus)

Αθερίνα

Η αθερίνα [1] είναι μικρό ψάρι μήκους 8–15 εκατοστά και μοιάζει πολύ με το μαριδάκι. Λέγεται και «σουβλίτης». Το επίσημο όνομά της είναι "Αθερίνα η εψητός" (Atherina hepsetus) και ανήκει στην οικογένεια αθερινίδες (atherinidae).

Το χρώμα της είναι γκριζοπράσινο, λίγο ασημί με μια μαύρη ταινία στα πλευρά που εκτείνεται από το κεφάλι μέχρι την ουρά. Το σώμα της στρογγυλεύει από το κεφάλι και μετά. Έχει μάτια σχετικά μεγάλα και ρύγχος μυτερό, εξ ου και το όνομα σουβλίτης. Τα λέπια της είναι μικρά και στρογγυλά με μαύρα στίγματα. Τα θωρακικά πτερύγια είναι κοντά και πίσω από τα βράγχια, ενώ τα δύο ραχιαία πτερύγια είναι σε αρκετή απόσταση μεταξύ τους. Είναι είδος του αφρού (αφρόψαρο), ζει και μετακινείται κοπαδιαστά και τροφή του είναι περισσότερο πλαγκτόν. Κατά τον Μάρτιο πλησιάζει τις ακτές όπου και αποθέτει τ΄ αυγά του που μένουν κολλημένα σε πέτρες και σε φύκια.

Αθερίνες υπάρχουν άφθονες στα ελληνικά νερά, το κρέας τους είναι πολύ νόστιμο (ειδικά όταν είναι αυγομένες). Παραλλαγή της είναι η κάπως μεγαλύτερη, λεγόμενη "κεφαλάς" (atherina boyeri) μήκους μέχρι 18 εκατοστά με ρύγχος στρογυλό.

Βιβλιογραφία

  1. Ιστοσελίδα Wikipedia, Ψάρι Αθερίνα


Σολομός (Salmon salar)

Σολομός
Σολομός
Κατεψυγμένος σολομός
Σολομός

Ο σολομός [1] του Ατλαντικού (Salmo salar) ενδημεί στις ευρωπαϊκές ακτές του Βόρειου Ατλαντικού και στα ποτάμια που εκβάλλουν σε αυτόν. Είναι ένα ανάδρομο είδος. Αναπαράγεται σε γλυκό νερό, όπου περνά επίσης τα πρώτα έτη του, αλλά περνά το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του σε θαλασσινό νερό.

Η ωοτοκία λαμβάνει χώρα από τον Οκτώβριο έως τον Ιανουάριο. Τα αυγά απελευθερώνονται και γονιμοποιούνται σε στρώματα σκύρων κοντά στις πηγές ποταμών και χρειάζονται πολύ καθαρά και ιδιαιτέρως οξυγονωμένα νερά. Πολλά ωάρια πεθαίνουν μετά την ωοτοκία. Οι γόνοι τρέφονται για περίπου τέσσερις έως έξι εβδομάδες από τα δικά τους αποθέματα. Στη συνέχεια τα ιχθύδια αρχίζουν να τρέφονται με προνύμφες εντόμων. Τα νεαρά ψάρια που αποκαλούνται "parr" παραμένουν σε γλυκό νερό για δύο έως πέντε έτη, έως ότου να υποβληθούν στη διαδικασία προσαρμογής (smoltification) μέσω της οποίας τα ψάρια προσαρμόζουν τη φυσιολογία τους στο θαλασσινό νερό και μεταναστεύουν στη θάλασσα, συνήθως την περίοδο μεταξύ Μαρτίου και Ιουνίου.

Το αρχικό στάδιο του κύκλου εκτροφής του σολομού λαμβάνει χώρα σε γλυκό νερό. Η αναπαραγωγή του σολομού του Ατλαντικού σε συνθήκες αιχμαλωσίας είναι αυστηρά ελεγχόμενη. Τα αυγά αφαιρούνται από το θηλυκό ψάρι και γονιμοποιούνται μέσω ανάμειξης με σπέρμα που λαμβάνεται από τα αρσενικά ψάρια. Στη συνέχεια τοποθετούνται σε δεξαμενές επώασης. Η εκτροφή των εκκολαφθέντων γόνων λαμβάνει χώρα σε δύο στάδια. Το πρώτο στάδιο, σε σιλό ή δίσκους, διαρκεί τέσσερις έως έξι εβδομάδες, έως ότου οι γόνοι να απορροφήσουν το λεκιθικό σάκο τους και να αναπτυχθούν σε ιχθύδια. Κατά το δεύτερο στάδιο, τα ιχθύδια μεταφέρονται σε δεξαμενές με γλυκό νερό (ή σε πλωτούς κλωβούς σε μια λίμνη), όπου παραμένουν για ένα έως δύο έτη, ήτοι το χρονικό διάστημα που απαιτείται για τις ανάδρομες μεταναστεύσεις τους. Οι νεαροί σολομοί που έχουν ολοκληρώσει τη διαδικασία προσαρμογής μεταφέρονται σε θαλάσσια εγκατάσταση, όπου τοποθετούνται σε πλωτούς κλωβούς. Παραμένουν στον κλωβό για περίπου δύο έτη, δηλαδή το διάστημα που χρειάζεται για να αποκτήσουν εμπορεύσιμο μέγεθος (2-5 κιλά).

Ο σολομός είναι σαρκοφάγος και οι νεαροί σολομοί τρέφονται με σβώλους από ιχθυάλευρα και ιχθυέλαια. Αυτοί περιέχουν πρόσθετα συστατικά, όπως φυτικά άλευρα και εκχυλίσματα (σιτηρά, φασόλια, σόγια, κ.λπ.), βιταμίνες, μεταλλικά άλατα και καροτενοειδή χρωστικές που τους δίνουν το χαρακτηριστικό τους χρώμα.

Παγκοσμίως, η υδατοκαλλιέργεια αντιστοιχεί στα δύο τρίτα της συνολικής παραγωγής σολομού. Το κύριο εκτρεφόμενο είδος είναι ο σολομός του Ατλαντικού που αντιστοιχεί στο 93% της συνολικής παραγωγής από υδατοκαλλιέργεια. Το 2009, οι κύριες χώρες παραγωγής σολομού του Ατλαντικού ήταν η Νορβηγία, η Χιλή, η ΕΕ και ο Καναδάς.


Βιβλιογραφία

  1. Είδος ψαριού Σολομός (Salmon salar)


Ιριδίζουσα πέστροφα (Oncorhynchus mykiss)

Ιριδίζουσα πέστροφα
Ιριδίζουσα πέστροφα

Η ιριδίζουσα πέστροφα, που καλείται έτσι λόγω των πολλών χρωματιστών κηλίδων που έχει στο δέρμα της, είναι το σημαντικότερο είδος της ευρωπαϊκής υδατοκαλλιέργειας σε γλυκό νερό. Η ιριδίζουσα πέστροφα, η οποία προέρχεται από τις ακτές των Ηνωμένων Πολιτειών που βρέχονται από τον Ειρηνικό, εισήχθη στην Ευρώπη στα τέλη του 19ου αιώνα. Πολύ γρήγορα αποδείχθηκε, χάρη στην ανθεκτικότητά της και στην ταχεία ανάπτυξή της, ιδιαιτέρως κατάλληλη για εκτροφή. Η ιριδίζουσα πέστροφα εκτρέφεται σήμερα σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές χώρες.

Η ιριδίζουσα πέστροφα [1] δυσκολεύεται να αναπαραχθεί με φυσικό τρόπο στην Ευρώπη, καθώς το θηλυκό δεν κατορθώνει να γεννήσει το φθινόπωρο. Τα πεστροφοτροφεία διατηρούν επομένως μεγάλο ποσοστό γεννητόρων προς αποφυγή του ενδεχομένου έλλειψης αυγών, κάτι που είχε αναγκάσει παλαιότερα τα ευρωπαϊκά πεστροφοτροφεία να προβούν σε εισαγωγή αυγών. Τα θηλυκά χρησιμοποιούνται σπανίως για αναπαραγωγή πριν την ηλικία των 3-4 ετών. Συνηθέστερη μέθοδος γονιμοποίησης είναι η γονιμοποίηση σε ξηρό περιβάλλον. Οι γαμέτες απομακρύνονται με χειρωνακτικές πιέσεις. Το σπέρμα αρκετών αρσενικών αναμειγνύεται με τα ωάρια. Τα γονιμοποιημένα με τον προαναφερθέντα τρόπο αυγά μπορούν να μεταφερθούν σε άλλο χώρο 20 λεπτά έως 48 ώρες μετά τη γονιμοποίηση.

Οι προνύμφες του ψαριού αυτού εκτρέφονται μέσα σε κυκλικές λεκάνες από ίνες γυαλιού ή σκυρόδεμα ώστε να εξασφαλίζεται συνεχές ρεύμα νερού και ομοιόμορφη κατανομή των προνυμφών.

Οι προνύμφες γεννιούνται με έναν λεκιθικό σάκο ο οποίος περιέχει όλα τα αναγκαία θρεπτικά συστατικά για τη βασική τους ανάπτυξη. Μόλις απορροφήσουν αυτά τα θρεπτικά συστατικά, τα ιχθύδια ανεβαίνουν στην επιφάνεια προς αναζήτηση τροφής καθώς και του αέρα που είναι απαραίτητος για να γεμίσει για πρώτη φορά τη νηκτική τους κύστη. Από τη στιγμή αυτή και μετά τους χορηγείται τροφή με τη μορφή μικροσκοπικών ψίχουλων η οποία περιέχει πρωτεΐνες, βιταμίνες και έλαια. Στα πρώτα στάδια ανάπτυξης της πέστροφας ενδείκνυται η χορήγηση της τροφής με το χέρι προκειμένου να αποφεύγεται ο υπερσιτισμός. Στις πέστροφες παρέχεται τροφή με τη μορφή μικρών κόκκων μέχρι το βάρος τους να αγγίξει τα 50 γραμμάρια και το μέγεθός τους τα 8 έως 10 εκατοστά.

Οι νεαρές πέστροφες μεταφέρονται στη συνέχεια σε μονάδες ανάπτυξης, σε πλωτούς κλωβούς μέσα σε λίμνες, ή, συνηθέστερα, σε δεξαμενές κατά μήκος ποταμών.

Οι ορθογώνιες αυτές δεξαμενές, συνήθως από σκυρόδεμα, λειτουργούν με δύο τεχνικές: τη συνεχή ροή, ανοιχτό σύστημα που συνίσταται στη συνεχή διέλευση νερού μέσα από τις εγκαταστάσεις μέσω αυλακιού, και την ανακυκλοφορία, κλειστό σύστημα που συνίσταται στην κυκλοφορία του νερού μέσα στις δεξαμενές και στην ανακύκλωσή του μέσω μονάδων άντλησης και επεξεργασίας. Η ανακυκλοφορία έχει το πλεονέκτημα ότι επιτρέπει τον έλεγχο της θερμοκρασίας του νερού, γεγονός που καθιστά δυνατή την παραγωγή και κατά τη διάρκεια του χειμώνα στις χώρες της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης. Ως σαρκοφάγα ψάρια, οι πέστροφες χρειάζονται τροφή πλούσια σε πρωτεΐνες. Σε ευνοϊκό περιβάλλον, η πέστροφα μπορεί να φτάσει τα 350 γραμμάρια σε 10 έως 12 μήνες και τα 3 κιλά σε δύο χρόνια. Υπάρχουν επίσης μονάδες πάχυνσης στη θάλασσα, σε πλωτούς κλωβούς, στα υφάλμυρα ύδατα της Βαλτικής ή στα προστατευόμενα ύδατα των σκανδιναβικών φιόρδ. Οι πέστροφες που εκτρέφονται στη θάλασσα λαμβάνουν τροφή παρόμοια με την τροφή του σολομού με αποτέλεσμα η σάρκα τους να αποκτά ροζ χρώμα σαν του σολομού. Κατά τη διάρκεια της πάχυνσής τους, και με γνώμονα την ορθή διαχείριση του αποθέματος, οι πέστροφες που μεγαλώνουν γρηγορότερα διαχωρίζονται από τις υπόλοιπες: στο απόθεμα γίνεται κανονικά διαλογή τέσσερις φορές κατά τη διάρκεια του κύκλου παραγωγής. Όταν φτάσουν σε εμπορεύσιμο μέγεθος, οι πέστροφες συλλέγονται με δίχτυ από τις δεξαμενές ή αντλούνται ζωντανές στην περίπτωση εκείνων που εκτρέφονται σε κλωβούς.

Στην Ευρώπη, η πέστροφα διατίθεται στην αγορά όλο τον χρόνο. Μέχρι 400 γραμμάρια, μπορεί να διατεθεί με λευκή ή ροζ σάρκα, ολόκληρη ή σε φιλέτα, νωπή ή καπνιστή. Εάν έχει εκτραφεί για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και έχει φτάσει το 1,5 κιλό, η ιριδίζουσα πέστροφα πωλείται, όπως ο σολομός, νωπή (σε φιλέτα ή σε φέτες) ή καπνιστή (σε φέτες). Τα αυγά της καταναλώνονται αλατισμένα, ιδίως στη βόρεια Ευρώπη.

Βιβλιογραφία

  1. Ιστοσελίδα Αλιεία - Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Η ιριδίζουσα πέστροφα


Κυπρίνος (Cyprinus carpio)

Κυπρίνος
Κυπρίνος
Κυπρίνος

Η "άγρια" μορφή του κυπρίνου περιγράφεται ως ψάρι δυνατό, μακρόστενο σε σχήμα "οβίδας" με μεγάλα λέπια και χρώμα κίτρινο–καφέ.

Πολλοί ερευνητές υποστήριζαν ότι τέσσερα ήταν τα υποείδη του "άγριου" κυπρίνου. Οι τελευταίες όμως έρευνες κατέληξαν σε δύο υποείδη: το Ευρωπαϊκό (Cyprinus carpio carpio) και το Ασιατικό υποείδος (Cyprinus carpio haematopterus) με κύρια μορφολογική διαφορά στις βραγχιακές άκανθες.

Αξιόλογες διαφορές των πλαστικών χαρακτηριστικών εντοπίζονται μεταξύ αρσενικών και θηλυκών όπως:

  • τα αρσενικά έχουν μεγαλύτερο μήκος κεφαλής από τα θηλυκά
  • τα αρσενικά έχουν μικρότερο ύψος σώματος
  • τα αρσενικά έχουν ελαφρά μεγαλύτερους μύστακες και μήκος πτερυγίων.

Ο κυπρίνος [1] εμφανίζει συνήθως τέσσερις ποικιλίες: τη λεπιδωτή ποικιλία με λέπια διασκορπισμένα σε όλο το σώμα, την καθρεπτοειδή ποικιλία με λέπια μεγάλα και ακανόνιστα, τη γραμμική ποικιλία με μικρά λέπια στην ράχη και κατά μήκος της πλευρικής γραμμής και τη γυμνή ποικιλία.

O κυπρίνος μπορεί να ζήσει σε θερμοκρασίες από 4–30oC, και σε συνθήκες σχετικά χαμηλών επιπέδων διαλυμένου οξυγόνου, μικρότερα των 4mgl-1. Η καλύτερη θερμοκρασία για ανάπτυξη κυμαίνεται μεταξύ 20–27oC, ενώ για αναπαραγωγή από 18–22oC.

Η φυσική αναπαραγωγή του κυπρίνου εξαρτάται από τις εποχές και από τα ιδιαίτερα κλιματικά χαρακτηριστικά. Στις περιοχές με ηπειρωτικό κλίμα, συνήθως ο κυπρίνος είναι "γεννητικά ώριμος" την άνοιξη και στις τροπικές περιοχές, συνήθως, η φυσική αναπαραγωγή συμπίπτει με την εποχή των βροχών.

Ο κυπρίνος, μπορεί να αναπαραχθεί με φυσικό ή τεχνητό τρόπο σε οποιοδήποτε μέρος της γης, αν η θερμοκρασία του νερού, φθάνει στους 20oC για 3–4 μήνες και βρεθεί το κατάλληλο "περιβάλλον αναπαραγωγής" (spawning environment).

Το "περιβάλλον αναπαραγωγής" καθορίζεται από τους παρακάτω παράγοντες:

  • θερμοκρασία νερού 16 – 20 °C σταδιακά αυξανόμενη,
  • πλούσια υδρόβια βλάστηση, όπου θα "προσκολληθούν" τα ωάρια και θα προστατευθούν οι προνύμφες (τα ωάρια του κυπρίνου μετά τη γονιμοποίηση "προσκολλώνται" σε κάθε επιφάνεια και ιδιαίτερα στην υδρόβια βλάστηση προκειμένου να μην "χαθούν" μέσα στην λάσπη του πυθμένα η δε προνύμφη εκμεταλλεύεται την υδρόβια βλάστηση, για να προστατευθεί και να διατραφεί από μικρούς ζωοπλαγκτονικούς οργανισμούς (rotatoria) που και αυτοί αναπαράγονται στις ίδιες περιοχές),
  • παρουσία και των δύο φύλων (αρσενικού – θηλυκού),
  • απουσία τοξικών ουσιών και σχετικά υψηλή τιμή διαλυμένου οξυγόνου (> 5 mgl-1).

Ο κυπρίνος είναι ανθεκτικός στις ασθένειες σε όλα τα στάδια της ζωής του. Οι συνήθεις ασθένειες και παθολογικά προβλήματα που έχουν παρατηρηθεί είναι: η Saprolegnia κατά την διάρκεια της επώασης των ωαρίων, παρασιτικές ασθένειες στο στάδιο του γόνου που οφείλονται στα είδη των γενών Costia sp., Trichondina sp., Dactylogyrus sp. κ.λ.π, ενώ σπάνια εμφανίζονται ασθένειες βακτηριακής ή ιoγενούς αιτιολογίας.

Σε υποβαθμισμένο όμως περιβάλλον και σε περιοχές με λίγη τροφή και χαμηλές θερμοκρασίες, πολλές ασθένειες εμφανίζονται και είναι ιδιαίτερα απειλητικές, προκαλώντας μαζικούς θανάτους. Έχει ταυτοποιηθεί σε πολλές περιοχές, βακτήρια του γένους Aeromonas sp. Και παράσιτα του γένους Ichthiophthirius sp., κ.ά.

Βιβλιογραφία

  1. Βιολογικά και γενικά στοιχεία εκτροφής κοινού κυπρίνου


Οξύρρυγχος (Acipenser Baerii)

Ιχθύδια οξύρρυγχου
Οξύρρυγχος
Οξύρρυγχος

Η αναπαραγωγή του οξύρρυγχου Σιβηρίας παρουσιάζει δυσκολίες διότι τα θηλυκά δεν γεννούν κάθε χρόνο αυγά, και επιπλέον διότι δεν γεννούν όλα μαζί ταυτόχρονα.

Ο αριθμός των θηλυκών σε ηλικία ωοτοκίας μπορεί να κυμαίνεται μεταξύ 35 και 63% του αποθέματος. Όμως, χάρη στον έλεγχο της θερμοκρασίας του νερού, είναι δυνατή η παραγωγή αυγών κατά τη διάρκεια σχετικά μεγάλου χρονικού διαστήματος, από τον Δεκέμβριο μέχρι τον Μάιο. Τα αυγά συλλέγονται με μαλάξεις στην κοιλιακή χώρα κάθε δύο ώρες ή με μικρή τομή στο κοιλιακό τοίχωμα των θηλυκών. Το σπέρμα των αρσενικών συλλέγεται με την εισαγωγή πιπέτας στα γεννητικά τους όργανα. Τα γονιμοποιημένα αυγά υφίστανται ειδική επεξεργασία ώστε να αποτρέπεται η συσσωμάτωσή τους κατά τη διάρκεια της επώασης: τοποθετούνται μέσα σε αργιλώδες διάλυμα ή ενίοτε μέσα σε γάλα. Αφού ξεπλυθούν, τα αυγά τοποθετούνται σε επωαστήρες που περιέχουν νερό σε θερμοκρασία 13-14oC.

Έξι μέρες αργότερα είναι δυνατή η επιλογή των κανονικών προνυμφών. Τα ιχθύδια λαμβάνουν την πρώτη τους τροφή όταν είναι 9 ή 11 ημερών.

Η εκτροφή των ψαριών αυτών μπορεί να γίνει μέσα σε κανάλια, κυκλικές δεξαμενές, υδάτινες λεκάνες ή κλωβούς.

Ως σαρκοφάγοι ιχθύες, οι οξύρρυγχοι [1] τρέφονται με ιχθυοτροφές σε κόκκους η σύνθεση των οποίων μοιάζει με τη σύνθεση των ιχθυοτροφών σε κόκκους που χορηγούνται στις πέστροφες (ιχθυάλευρα, ιχθυέλαια και φυτικά εκχυλίσματα). Η μέση διάρκεια εκτροφής των οξυρρύγχων που εκτρέφονται για τη σάρκα τους είναι 14 μήνες προκειμένου να επιτευχθεί ιχθύς 700 γραμμαρίων. Οι οξύρρυγχοι συλλέγονται με τη βοήθεια διχτύων ή ακόμη και με το χέρι εάν είναι πολύ μεγάλοι.

Η επιλογή των θηλυκών αποτελεί το σημαντικότερο στάδιο της παραγωγής χαβιαριού. Η καλλιέργεια οξυρρύγχων με σκοπό την παραγωγή χαβιαριού είναι δαπανηρή, διότι τα θηλυκά δεν μπορούν να αναπαραχθούν πριν την ηλικία των 7 ετών. Κατά τη διάρκεια όλων αυτών των ετών εκτρέφονται μέσα σε λεκάνες που περιέχουν τρεχούμενο γλυκό νερό. Παλαιότερα, τα θηλυκά θανατώνονταν προκειμένου να συλλεχθούν τα αυγά τους. Όμως, τα τελευταία χρόνια, οι ιχθυοκαλλιεργητές ανέπτυξαν τεχνικές καισαρικής τομής που καθιστούν δυνατή την επανειλημμένη αφαίρεση χαβιαριού από τα θηλυκά χωρίς να απαιτείται η θανάτωσή τους. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται, επιπλέον, μείωση του κόστους παραγωγής μέσω της βελτίωσης της απόδοσης των θηλυκών. Έχει καταστεί δυνατή η πραγματοποίηση μέχρι και πέντε καισαρικών τομών στο ίδιο θηλυκό άτομο.

Η σάρκα του οξύρρυγχου Σιβηρίας δεν έχει κόκαλα, γεγονός που καθιστά το συγκεκριμένο ψάρι ελκυστικό για τον καταναλωτή. Μπορεί να πωληθεί ζωντανός ολόκληρος, σε φιλέτα ή καπνιστός. Παρ’ όλα αυτά, το συγκεκριμένο προϊόν δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό ακόμη στον ευρωπαίο καταναλωτή. Η εκτροφή του οξύρρυγχου Σιβηρίας στη δυτική Ευρώπη ευνοήθηκε από την πρόσφατη απαγόρευση εξαγωγής άγριου χαβιαριού που είχε ως στόχο την προστασία των οξύρρυγχων που απειλούνται με εξαφάνιση από τα φράγματα, την υπεραλίευση και τη ρύπανση.

Βιβλιογραφία

  1. Ιστοσελίδα Αλιεία - Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Ο οξύρρυγχος Σιβηρίας


Κέφαλος (Mugil cephalus)

Κέφαλος
Κέφαλος

Ο Κέφαλος [1] είναι ψάρι μήκους 30–70 εκατοστών. Φέρεται με πολλά ονόματα ανάλογα με την ηλικία και την ποικιλία τους. Όπως στειράδια (έτσι ονομάζονται οι αρσενικοί), μπάφες (οι αυγωμένες θηλυκές), μυξινάρια, χρυσόχρωμοι κ.λπ. Το επίσημο όνομά του είναι "Μουγίλος ο κέφαλος" (Mugil cephalus) και ανήκει στην οικογένεια των "μουγιλιδών" (Mugilidae).

Έχουν γκριζομόλυβη ράχη, ασημιές πλευρές και ασημόλευκη κοιλιά με σκούρες καστανόχρωμες πλαϊνές γραμμές από τα θωρακικά πτερύγια μέχρι τη βάση της ουράς. Ειδικά ο χρυσόχρωμος φέρει μια χρυσή βούλα πάνω από τα βραχιακά επικαλύμματα. Γενικά το σώμα τους είναι μακρύ με ράχη λίγο πλατιά σκεπασμένη με μεγάλα λέπια. Το στόμα τους είναι μικρό με πολλά λεπτά δόντια ενώ τα χείλη τους είναι χοντρά και σκληρά. Το κάτω σαγόνι σχηματίζει ένα είδος τριγώνου με το πάνω πολύ χαρακτηριστικό. Φέρει δύο ραχιαία πτερύγια σε απόσταση μεταξύ τους εκ των οποίων το πρώτο φέρει οστέινες 4 άκανθες ενωμένες μεταξύ τους με μεμβράνη.

Τα κυριότερα δύο είδη ξεχωρίζουν πολύ εύκολα. Ο πλέον συνήθης γκρίζος κέφαλος έχει μάτια σκεπασμένα με βλέφαρα κάθετα που αφήνουν λεπτή σχισμάδα στην κόρη του ματιού. Το πέπλο αυτό φτάνει μέχρι το βραχιακό επικάλυμμα. Αντίθετα ο χρυσόχρωμος κέφαλος δεν έχει τέτοιο πέπλο στα μάτια του.

Οι κέφαλοι ζουν κατά κοπάδια κυρίως σε ρηχά νερά, μέσα σε λιμάνια, σε λιμνοθάλασσες και καμιά φορά ανηφορίζουν και στα ποτάμια. Κύρια τροφή τους είναι τα μαλάκια, τα μικρά καρκινοειδή και σκουλήκια που βρίσκονται σε φύκια και κοντά σε πέτρες. Ο κέφαλος φθάνει σε ενηλικίωση στα 6-8 χρόνια και ο χρυσόχρωμος στα 4. Γεννούν στο πέλαγος από τον Ιούλιο μέχρι τον Οκτώβριο. Το κοινό αυγοτάραχο προέρχεται από τις αυγομένες μπάφες, ενώ από τους κέφαλους γίνονται τα περίφημα καπνιστά "νίτικα", που τ΄ όνομά τους φανερώνει την καταγωγή τους από το αινίτικα, δηλαδή την πόλη Αίνο, της Ανατολικής Θράκης. Στις ελληνικές θάλασσες υπάρχουν άφθονοι και κυρίως στη λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου.

Βιβλιογραφία

  1. Ιστοσελίδα Wikipedia, Ψάρι Κέφαλος


Τσιρώνι ή Πλατίκα (Rutilus rutilus)

Τσιρώνι ή Πλατίκα

Από τα κοινά και πολυάριθμα ψάρια της λίμνης της Καστοριάς. Πρόκειται για σχετικά αργοκίνητο ψάρι. Συνήθως ζει κατά κοπάδια, μετακινούμενο κατά τη διάρκεια του χειμώνα σε θέσεις όπου προστατεύεται καλύτερα.

Το Τσιρώνι [1] είναι κυρίως φυτοφάγο είδος, αλλά στο διαιτολόγιό του περιλαμβάνονται και προνύμφες εντόμων και μαλακόστρακα. Το μέγεθός του δεν ξεπερνά τα 15-20 εκατοστά και το βάρος του τα 1 kgr-3 kgr. Αναπαράγεται από τις αρχές της άνοιξης, όταν η θερμοκρασία του νερού έχει υπερβεί τους 10oC. Εναποθέτει τα αυγά του κυρίως στα αβαθή νερά σε περιοχές που διαθέτουν αμμώδη ή πετρώδη πυθμένα ή ακόμη και πυκνή υδρόβια βλάστηση, καθώς και σε βαθύτερα νερά πάνω σε πέτρες.

Βιβλιογραφία

  1. Ιστοσελίδα ΚΠΕ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ, Ψάρι Τσιρώνι ή Πλατίκα