Καλλιεργητικές τεχνικές που ευνοούν την καρπόδεση

Από GAIApedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Για την αύξηση της καρπόδεσης συνήθως χρησιμοποιούνται τέσσερις καλλιεργητικές τεχνικές:

  • Η χρησιμοποίηση χημικών ουσιών διακοπής του ληθάργου μετά από ένα ήπιο χειμώνα.
  • Το χαράκωμα του κορμού ή των βραχιόνων.

Χημικές ουσίες διακοπής του ληθάργου:

Μετά από έναν ήπιο χειμώνα η οφθαλμόπτωση στη βερικοκκιά και ροδακινιά μπορεί να είναι έντονη και να υπάρξει επιμήκυνση της περιόδου άνθησης. Σ' αυτές τις περιπτώσεις χρησιμοποιούνται ορυκτέλαια, τα οποία παρέχονται δια ψεκασμού 4 έως 6 εβδομάδες πριν από την έκπτυξη των οφθαλμών, για να ελαχιστοποιήσουν το πρόβλημα της αποκοπής των οφθαλμών ή οφθαλμοπτώσεως και να επιβραχύνουν την περίοδο άνθησης. Η επέμβαση πρέπει να γίνει μετά από βροχή, όταν ο φλοιός είναι πλήρως βρεγμένος. Αν τα δένδρα είναι ξερά, πρέπει να διαβραχούν πρώτα με νερό και μετά να γίνει ο ψεκασμός με ορυκτέλαιο, γιατί το ορυκτέλαιο διαπερνά το φλοιό και καταστρέφει τα καμβιακά κύτταρα.

Μέτρια ζωηρότητα δένδρων:

Αν τα δένδρα είναι πολύ ζωηρά και τα άνθη δεν καρποδένουν, η αζωτούχος λίπανση και το νερό πρέπει να σταματήσουν ή να περιοριστούν, για να μειωθεί η ζωηρότητα. Το χαράκωμα του κορμού ή των βραχιόνων μειώνει την ανθόπτωση και πτώση των καρπών σε πολλά είδη. Και οι τρεις επεμβάσεις συνήθως χρησιμοποιούνται σε ζωηρά δένδρα λωτού, ιδιαίτερα στην ποικιλία Hachiya όταν είναι εμβολιασμένη στο ζωηρό υποκείμενο Diospyros lotus.

Ρύθμιση αναλογίας επικονιαζόμενων και επικονιαστριών ποικιλιών:

Όταν η επικονίαση είναι ανεπαρκής, επιπρόσθετες επικονιάστριες ποικιλίες εμβολιάζονται σε μερικά δένδρα του οπωρώνα ή ανθισμένα μπουκέτα, από συμβιβαστές επικονιάστριες ποικιλίες, τοποθετούνται σε δοχεία με νερό τα οποία αναρτώνται πάνω στα δένδρα. Σε μερικούς πυκνής φύτευσης οπωρώνες μηλιάς φυτεύονται αποκλειστικά αγριομηλιές για την παροχή γύρης. Επιπρόσθετες μελισσοκυψέλες διαμοιράζονται σε πλεονεκτικές θέσεις, όπως κάτω από μια πέργολα μιας φυτείας ακτινιδιού. Αυτό εξαναγκάζει τις μέλισσες να επισκεφτούν την κάτω επιφάνεια της κόμης όπου βρίσκεται η πλειονότητα των αιωρούμενων ανθέων. Μερικές φορές η γύρη τοποθετείται σε αβαθή δοχεία, καταλλήλως σχεδιασμένα στην είσοδο των κυψελών, απ' όπου μπορεί να παραλαμβάνεται κατά την έξοδο των μελισσών και να γίνεται έτσι η επικονίαση των οπωρώνων.

Τεχνητή επικονίαση:

Ελικόπτερα και ειδικοί ψεκαστήρες έχουν χρησιμοποιηθεί σε οπωρώνες για το διασκορπισμένο της γύρης. Η επιτυχία ή η αποτυχία αυτών των μεθόδων είναι δύσκολο να εκτιμηθεί στατιστικά, γιατί υπό συνθήκες οπωρώνα υπάρχουν πολλοί ασταθείς παράγοντες, όπως η απόσταση φύτευσης, η ζωηρότητα του δένδρου, η εγγύτητα άλλων επικονιαστριών και η παραλλακτικότητα από δένδρο σε δένδρο, η οποία δεν μπορεί να ελεγχθεί. Η τεχνητή επικονίαση των ανθέων με το χέρι στη μηλιά, στο ακτινίδιο και στις Ασιατικές ποικιλίες αχλαδιάς σε συνδυασμό με το αραίωμα των ανθέων έχει χρησιμοποιηθεί με επιτυχία στην Ιαπωνία, για τη βελτίωση της καρπόδεσης και του μεγέθους των καρπών.

Στους καρυδεώνες, όπου η καρπόδεση είναι σταθερά χαμηλή, εφαρμόζεται η διασπορά ιούλων σ' όλη τη φυτεία. Για το σκοπό αυτό, συλλέγονται άωροι ίουλοι και τοποθετούνται σ' έναν ειδικό υγραντήρα, για να ωριμάσουν. Μετά τοποθετούνται σ' ένα τουλουπάνι, που συνδέεται μ' ένα μακρύ σχοινί. Το σχοινί χρησιμοποιείται για να κρεμάσουμε το τουλουπάνι υψηλά σε κάποιο κλάδο του δένδρου. Οι ίουλοι ωριμάζουν πλήρως και οι ανθήρες διανοίγουν, απελευθερώνοντας πολυάριθμους λεπτούς γυρεόκοκκους. Οι τεχνικές όμως αυτές είναι κουραστικές και ακριβές και μπορεί να μην είναι και πολύ αποτελεσματικές.[1]

Βιβλιογραφία

  1. Γενική Δενδροκομία, του Καθηγητή Δενδροκομίας Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, Κωνσταντίνου Α. Ποντίκη, 1997