Οξοναιμία των βοοειδών

Από GAIApedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Οξαναιμία [1] είναι νόσος των γαλακτοφόρων αγελάδων, η οποία συμβαίνει κατά τις πρώτες ημέρες ή πρώτες εβδομάδες μετά τον τοκετό. Χαρακτηρίζεται από κετοναιμία, κετονουρία, υπογλυκαιμία, ανορεξία, μείωση της γαλακτοπαραγωγής, υπερδιέγερση ή και αντίθετα λήθαργο και μερικές φορές από αταξικό βάδισμα. Προσβάλλει κατά προτίμηση τις αγελάδες των πιο υψηλών αποδόσεων. Για την αιτιολογία της οξοναιμίας υπάρχουν διάφορες απόψεις. Ορισμένοι αποδίδουν τη νόσο στην έλειψη υδατανθράκων ή μάλλον στις διαταραχές του μεταβολισμού των υδατανθράκων, ενώ άλλοι σε συγγενή ανεπάρκεια των επινεφριδίων. Η οξοναιμία μπορεί να είναι και δευτερογενής (δευτεροπαθής), δηλαδή μπορεί να οφείλεται σε άλλη πάθηση, της οποίας να αποτελεί σύμπτωμα, όπως είναι η μετατόπιση ηνύστρου, η επιλόχεια μητρίτιδα ή ενδομητρίτιδα, η τραυματική γαστρίτιδα, η μαστίτιδα κ.λπ.

Η άποψη ότι τα αίτια της οξοναιμία βρίσκονται στην έλλειψη υδατανθράκων στηρίζεται στο γεγονός ότι τα μηρυκαστικά εξασφαλίζουν την απαιτούμενη ενέργεια κυρίως από τη μικροβιακή ζύμωση στο πεπτικό τους σύστημα και ιδιαίτερα στη μεγάλη κοιλία των εξής τριών οξέων: οξικού, προπιονικού και βουτυρικού. Από τους υδατάνθρακες της τροφής τους μικρή ποσότητα είναι σε θέση να μεταβολίσουν σε γλυκόζη. Οι γαλακτοφόρες αγελάδες οφείλουν να καλύψουν σε σημαντική ποσότητα τη λακτόζη που εκκρίνουν με το γάλα και γι' αυτό χρειάζονται μεγάλη ποσότητα υδατανθράκων στο σιτηρέσιό τους, η οποία μερικές φορές δεν αξιοποιείται επαρκώς είτε λόγω πεπτικών διαταραχών (διαταραχές στη μικροβιακή ζύμωση) είτε λόγω διαταραχών του ορμονικού συστήματος. Ο μεταβολισμός των υδατανθράκων γίνεται με την επίδραση των κορτικοειδών ορμονών, που εκκρίνουν τα επινεφρίδια. Η ανεπάρκειά τους έχει ως συνέπεια τη μείωση του μεταβολισμού των υδατανθράκων.

Οι διάφορες δυσμενείς επιδράσεις (stress) συμμετέχουν οπωσδήποτε στην αιτιολογία της οξοναιμίας, γιατί επηρεάζουν τη λειτουργία των επινεφριδίων, καθώς επίσης και κληρονομικοί παράγοντες. Σε αγελάδες με συγγένεια μεταξύ τους είναι συχνή η εμφάνιση της οξοναιμίας. Τα ευνοϊκά αποτελέσματα της αντιμετώπισης της οξοναιμίας με τη χορήγηση κορτικοειδών ορμονών δείχνουν ότι πρέπει να παίζει ρόλο η ανεπάρκεια των επινεφριδίων στην αιτιολογία της.

Η οξοναιμία εμφανίζεται σε γαλακτοφόρες αγελάδες συνήθως πολύ υψηλών αποδόσεων κατά τις πρώτες ημέρες ή πρώτες εβδομάδες μετά τον τοκετό. Η προσβεβλημένη αγελάδα παρουσιάζει ανορεξία, κατήφεια, πτώση της γαλακτοπαραγωγής, δυσκοιλιότητα με κόπρανα μάλλον σκληρά κσλυμμένα με βλέννα και απώλεια βάρους. Ορισμένες αγελάδες παρουσιάζουν αταξία στο βάδισμα μέχρι και πάρεση. Οι περισσότερες αγελάδες περιέρχονται σε μια ληθαργική κατάσταση, ενώ αντίθετα μερικές παρουσιάζουν μεγάλη υπερδιέγερση που εκδηλώνεται με ταχύπνοια, σιαλόρροια και μερικές φορές δείχνουν επιθετικές διαθέσεις. Στην περίπτωση αυτή πρέπει να γίνεται διαφορική διάγνωση από τη λύσσα. Οι πάσχουσες από οξοναιμία αγελάδες συνήθως αποπνέουν τη χαρακτηριστική οσμή της οξόνης, που γίνεται εύκολα αντιληπτή σε όποιους τις πλησιάζουν.

Η διάγνωση βρίσκεται στα παραπάνω συμπτώματα και στη διαπίστωση της παρουσίας οξόνης και των άλλων οξονικών σωμάτων στα ούρα και στο αίμα. Η εξέταση στα ούρα γίνεται πολύ εύκολα και στην πράξη ακόμα μέσα στο στάβλο ως εξής: Σε δοκιμαστικό σωλήνα παίρνονται 5ml περίπου ούρα, στα οποία προστίθεται 1g μίγματος νιτροπρωσικού νατρίου και θειικού αμμωνίου (1:100) και, αφού διαλυθεί τελείως με ισχυρή ανατάραξη, προσθέτονται 2 κόκκοι καυστικού νατρίου. Αναταράσσεται, για να διαλυθούν πλήρως οι κόκκοι και παρατηρείται το αποτέλεσμα. Χρώμα ιώδες σημαίνει θετική αντίδραση. Για τη θεραπεία χορηγούνται 500ml γλυκόζης 50% ενδοφλεβίως καθημερινά επί 3-4 ημέρες, κορτικοειδή ενδομυϊκώς επίσης καθημερινά για 3-4 ημέρες και προπιονικό νάτριο 100g ημερησίως από το στόμα με πότισμα για μερικές ημέρες.

Όσον αφορά στην πρόληψη, το σιτηρέσιο των γαλακτοφόρων αγελάδων και ιδιαίτερα εκείνων που είναι επιρρεπείς στην οξοναιμία για την πρόληψη της νόσου πρέπει να είναι πλούσιο σε ενέργεια (υδατάνθρακες) τόσο πριν από τον τοκετό όσο και μετά απ' αυτόν. Η χορήγηση σανού μηδικής άριστης ποιότητας και καρπών σε αναλογία 8:1 ευνοεί την παραγωγή του προπιονικού οξέος με τη μικροβιακή ζύμωση στο πεπτικό σύστημα των αγελάδων και έτσι εξασφαλίζεται απαραίτητη ενέργεια. Στις περιπτώσεις που χορηγούνται μεγάλες ποσότητες ενσιρωμένης τροφής είναι πολύ καλό να αντικαθίσταται ένα μέρος της με σανό μηδικής. Πρόληψη της νόσου μπορεί να δοκιμασθεί επίσης με τη χορήγηση προπιονικού νατρίου πριν από τον τοκετό με το καθημερινό σιτηρέσιο. Η αποφυγή όσο το δυνατό δυσμενών επιδράσεων (stress) στις γαλακτοφόρες αγελάδες πριν, κατά ή λίγο μετά τον τοκετό μάλλον προφυλάσσει από την οξοναιμία.

Βιβλιογραφία

  1. "Υγιεινή και στοιχεία παθολογίας των αγροτικών ζώων" Αποστόλου Μ. Ζαφράκα