Αυτόχθονες φυλές ιπποειδών

Από GAIApedia
Αναθεώρηση της 14:02, 20 Μαΐου 2013 υπό τον K kaponi (Συζήτηση)

(διαφορά) ←Παλαιότερη αναθεώρηση | Τελευταία αναθεώρηση (διαφορά) | Νεώτερη αναθεώρηση → (διαφορά)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Εγχώριος ελληνικός όνος

Εγχώριος ελληνικός όνος

O γάιδαρος, γάδαρος ή γαϊδούρι, στο θηλυκό γένος γαϊδάρα, γαδάρα ή γαϊδούρα και στην καθαρεύουσα όνος, είναι κατοικίδιο εξημερωμένο θηλαστικό ζώο που ανήκει στην τάξη περισσοδάκτυλα. Η επιστημονική του ονομασία είναι Equus asinus, είναι δηλαδή ένα είδος του γένους «άλογο».

Από τη διασταύρωση αλόγου (συγκεκριμένα φοράδας) και γαϊδάρου προέρχεται το μουλάρι, ενώ από τη διασταύρωση αλόγου και θηλυκού γαϊδάρου προέρχεται ο γίννος. Παλαιότερα οι άνθρωποι τον χρησιμοποιούσαν σαν μεταφορικό μέσο.

Στην Ελλάδα υπήρχαν 508.000 γαϊδούρια [1] το 1950, 95.000 το 1995 και λιγότερα από 16.000 το 2008.

Ο όνος σε σύγκριση με το άλογο έχει πολύ μεγάλη αντοχή (φορτίου και έλξης) στην κοπιώδη εργασία, στον καύσωνα, στις ασθένειες (ειδικά σε παθήσεις των κάτω άκρων), στην πείνα και την δίψα. Είναι εξαιρετικά λιτοδίαιτος, πολύ υπομονετικός και μακροβιότερος του αλόγου (ζει πάνω από 40 χρόνια-Αγγλία). Σε αντίθεση με τον ίππο, ο όνος μειονεκτεί στην ταχύτητα και στο σωματικό μέγεθος.

Εγχώριος ελληνικός όνος

Ο όνος αναπαράγεται κανονικά (εγγενώς) με άτομα του ίδιου είδους αλλά και με τον ίππο. Συγκεκριμένα η διασταύρωση αρσενικού όνου με φοράδα δίνει τον ημίονο ή μουλάρι, ενώ η διασταύρωση αρσενικού αλόγου με θηλυκό όνο δίνει το γαιδουρομούλαρο. Και στις δύο περιπτώσεις οι απόγονοι είναι στείροι λόγω περιττού αριθμού χρωμοσωμάτων. Η κύηση διαρκεί 12 μήνες.

Στην Ελλάδα, οι όνοι διαδραμάτισαν ουσιαστικό ρόλο στην πολιτιστική και οικονομική ανάπτυξη των διαφόρων περιοχών της χώρας μας, (ηπειρωτική και νησιωτική Ελλάδα). Η συμβολή τους στην εξέλιξη της ελληνικής γεωργίας ήταν καθοριστική μέχρι την εισαγωγή των αγροτικών μηχανημάτων, οπότε τα γαϊδούρια απαξιώθηκαν. Αντίθετα, περίοπτη υπήρξε ανέκαθεν η θέση του γαϊδάρου στην ελληνική παράδοση και λαογραφία.

Βιβλιογραφία

  1. Ιστοσελίδα latte.gr, Γενικές πληροφορίες για τα γαϊδούρια


Το άλογο της Σκύρου

Το αλογάκι της Σκύρου

Εκτρέφεται ως καθαρόαιμο, κυρίως, στη νήσο της Σκύρου. Με απόφαση του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων απαγορεύεται η εξαγωγή από το νησί, τουλάχιστον των καθαρόαιμων (βάσει του ύψους ακρωμίου). Επίσης, εκτός της νήσου Σκύρου, σε διάφορες περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας εκτρέφονται κάποια καθαρόαιμα και μερικά διασταυρωμένα σκυριανά άλογα, που προήλθαν από παράνομη εξαγωγή, κατά καιρούς, ορισμένων αλόγων από το νησί.

Το άλογο της Σκύρου [1] μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί φαινοτυπικά μικρογραφία του Κρητικού αλόγου, γι΄αυτό αποκαλείται συνήθως «αλογάκι». Μικρόσωμο άλογο με ύφος ακρωμίου που κυμαίνεται στους επιβήτορες από 102 έως 122 εκατοστά (109 εκατοστά το μέσο ύψος ακρωμίου όλων των αρρένων στην Σκύρο) και στις φοράδες από 100 έως 119 εκατοστά (107 εκατοστά το μέσο ύψος ακρωμίου όλων των θηλυκών).

Το χρώμα που επικρατεί, όπως και στο Κρητικό άλογο, είναι το ορφνό (57% των αλόγων της Σκύρου) σε διάφορες αποχρώσεις (κοινό, βαθύ, καστανό και ορφνομελανό) και ακολουθεί το φαιό (19%) σε αποχρώσεις ερυθρόστικτο, πολύ ανοικτό και μηλωτό, το ερυθρόφαιο (16%) και το ξανθό (7%). Σπάνια βέβαια αλλά υπαρκτά είναι και άλλα χρώματα, όπως το ισαβέλειο και το υπομελανό. Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά χρωματισμού συναντώνται κυρίως στα άλογα με ορφνό χρωματισμό ενώ απεναντίας όλα τα άλογα φέρουν διάσπαρτα κορυφές στην κεφαλή, λαιμό, τράχηλο και κορμό.

Το σώμα αυτού του είδους, μυώδες και συμπαγές, παρουσιάζει εντυπωσιακή για το μέγεθός τους δύναμη έλξης και δυσκολία στη χειραγώγησή τους.

Η κεφαλή, λεπτοκαμωμένη, καταλήγει σε λεπτά χείλη και ρώθωνες. Οι οφθαλμοί προέχουν και ατενίζουν το περιβάλλον με έντονο βλέμμα.

Τα άκρα είναι ισχυρά με δυνατές και σχετικά ογκώδεις αρθρώσεις και οι οπλές σκοτεινού χρώματος και σκληρές, γεγονός που επιτρέπει την μετακίνησή τους σε ανώμαλο και πετρώδες έδαφος χωρίς προβλήματα.

Ο τράχηλος, μυώδης, ευρύς και συμπαγής, προσδίδει χαρακτηριστική δύναμη έλξης με αποτέλεσμα να παρουσιάζει ιδιαίτερη δυσκολία στην χειραγώγησή του. Η χαίτη, μεγάλη σε έκταση και μήκος, ιδιαίτερα στους ενήλικες επιβήτορες καλύπτει ολόκληρη τη μια πλευρά του τραχήλου και κατέρχεται στα υπερήλικα αρσενικά, μέχρι σχεδόν του εδάφους. Πρόσθια η χαίτη επεκτείνεται στη μετωπική χώρα, κατερχόμενη συνήθως μέχρι τους οφθαλμούς. Τα αυτιά του αλόγου, εντόνως όρθια, προεξέχουν, εκατέρωθεν της μετωπιαίας χαίτης.

Το αλογάκι της Σκύρου

Η ουρά εντόνως θυσανωτή και μεγάλη σε μήκος φέρεται προς τα κάτω μέχρι το μέσον του μεταταρσίου και πολλές φορές αγγίζει τους κυνήποδες.

Γενικά το Σκυριανό αλογάκι είναι ζωηρό και νευρικό όπως και το Κρητικό άλογο, πλην όμως είναι ταυτόχρονα ήρεμο και ευάγωγο με τον ιδιοκτήτη του, με τα άτομα που γνωρίζει και ιδιαίτερα με τα παιδιά. Έχει ισχυρή κράση, είναι αρκετά λιτοδίαιτο και μπορεί να επιζήσει σε περιβάλλον όπου η βλάστηση είναι θαμνώδης και κακής ποιότητας, όπως είναι το περιβάλλον της νήσου Σκύρου, όπου ζει ελεύθερα για ένα διάστημα του χρόνου.

Η αναπαραγωγική περίοδος, όπως και στα άλλα εγχώρια άλογα, εκτείνεται από την αρχή της άνοιξης μέχρι την αρχή του θέρους. Το αλογάκι της Σκύρου είναι αρκετά γόνιμο και ενηβώνεται σχεδόν από το πρώτο έτος της ηλικίας του. Ο αριθμός των επιβητόρων στο νησί είναι δυσανάλογα μεγάλος (33,3% του πληθυσμού), έτσι ο ιδιοκτήτης κάθε φοράδας έχει μεγάλο φάσμα επιλογής επιβήτορα, εφόσον η φοράδα του σταβλίζεται. Απεναντίας, στην ελεύθερη διαβίωση της φοράδας στο «βουνό», μια περιοχή όπου αφήνονται ελεύθερα τα άλογα από Οκτώβρη μέχρι Μάιο, τότε η επίβαση είναι τυχαία και εξαρτάται από την ομάδα του επιβήτορα (χαρέμι) όπου η φοράδα συμβιώνει. Οι τοκετοί πραγματοποιούνται νωρίς την άνοιξη για τα ζώα που αφήνονται ελεύθερα τον χειμώνα, έτσι το θέρος οι φοράδες χρησιμοποιούνται από τους ιδιοκτήτες τους για γεωργικές εργασίες. Ο πώλος κατά τη γέννηση είναι πολύ μικρός και όμορφος αλλά πολύ ζωηρός και ακολουθεί τη φοράδα στις γεωργικές εργασίες. Λόγω του μεγάλου αριθμού των επιβητόρων, πολλοί από αυτούς δεν χρησιμοποιούνται στην αναπαραγωγή, αλλά διατηρούνται από τους ιδιοκτήτες τους απλά και μόνο για ευχαρίστηση και κοινωνική προβολή.

Το αλογάκι της Σκύρου

Τα κύρια προβλήματα στην αναπαραγωγική διαδικασία στο αλογάκι της Σκύρου είναι τα ακόλουθα:

  1. Είναι αδύνατον να σχεδιαστούν συζεύξεις στην ελεύθερη διαβίωση των αλόγων στο τμήμα του νησιού που αφήνονται ελεύθερα για διαβίωση (βουνό). Η επιλογή γίνεται από τον επιβήτορα κυρίως (κυριαρχική θέση που κατέχει στην αγέλη) και δευτερευόντως από την φοράδα, πλην όμως είναι εντελώς αδύνατον να προκαθοριστεί ή να προβλεφθεί.
  2. Τα τελευταία χρόνια, επειδή περιορίστηκε η γεωργική απασχόληση και γενικά ο αγροτικός πληθυσμός, πολλά άλογα διατηρούνται καθόλη τη διάρκεια του έτους σταβλισμένα, επειδή οι ιδιοκτήτες δεν θέλουν οι φοράδες τους να γεννήσουν για οικονομικούς κυρίως λόγους (πρόσθετη διατροφή και σταβλισμός) με αποτέλεσμα να περιορίζεται ο αριθμός των απογόνων από κάθε φοράδα και να μειώνεται το ποσοστό των νεαρών ζώων και στη συνέχεια ο πληθυσμός των αλόγων να παραμένει περίπου στάσιμος.
  3. Το σπουδαιότερο, όμως, πρόβλημα, είναι η είσοδος στην ελεύθερη αγέλη επιβητόρων-όνων, οι οποίοι επειδή είναι αναπαραγωγικά περισσότερο δραστήριοι σε σχέση με τους επιβήτορες, γονιμοποιούν τις φοράδες, με αποτέλεσμα οι περισσότερες γεννήσεις να είναι ημίονοι και όχι πώλοι. Για την επίλυση του προβλήματος αυτού ο μόνος τρόπος είναι ο περιορισμός μιας έκτασης βοσκής στο βουνό όπου να ελέγχεται η είσοδος των ζώων, τουλάχιστον κατά την αναπαραγωγική περίοδο και έτσι να επανέλθει η αναπαραγωγή μόνο μεταξύ αλόγων. Πράγματι, γίνεται προσπάθεια από το Δήμο της Σκύρου και από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων προς την κατεύθυνση αυτή.

Βιβλιογραφία

  1. Ιστοσελίδα Κέντρο Γενετικής Βελτίωσης Ζώων Αθήνας, Το αλογάκι της Σκύρου


Το άλογο της Πίνδου

Εκτρέφεται στις περιοχές του ορεινού συγκροτήματος της Πίνδου από την Δυτική Μακεδονία, βόρεια, μέχρι την Στερεά Ελλάδα, νότια, καθώς επίσης και στα γειτονικά και παράλληλα προς την οροσειρά της Πίνδου ορεινά συγκροτήματα της Θεσσαλίας και της Ηπείρου. Είναι το μικρόσωμο «ορεινό» άλογο της Ελλάδας που εκτρέφεται σε όλες σχεδόν τις περιοχές της Δυτικής και Κεντρικής Μακεδονίας, Θεσσαλίας, Στερεάς Ελλάδας και Ηπείρου, κυρίως από κτηνοτρόφους και απαρτίζει το μεγαλύτερο τμήμα του ίππειου πληθυσμού της χώρας μας.

Το άλογο της Πίνδου

Μικρόσωμο άλογο, χωρίς αρμονικό συσχετισμό των διαφόρων τμημάτων του σώματος (κεφαλή κοντή, σώμα επίμηκες, τράχηλος φαρδύς, γλουτοί με μικρές μυϊκές μάζες εντόνως αποκλίνοντες προς τα κάτω, άκρα μικρά και ισχυρά κ.λπ.). Το ύψος ακρωμίου κυμαίνεται κατά μέσο όρο από 110 έως 135 εκατοστά (110–135 εκ. φοράδες, 120-135 εκ. επιβήτορες, 125–135 εκ. ευνουχισμένα).

Ο χρωματισμός που επικρατεί (70% περίπου) είναι κυρίως ο ορφνός σε διάφορες αποχρώσεις (κοινός, καστανός, βαθύς, ορφνομελανός) και ο φαιός (30%), επίσης σε διάφορες παραλλαγές (πολύ ανοικτός, ερυθρόστικτος, βαθύς). Σπανίως συναντώνται άλλοι χρωματισμοί, όπως ξανθός και ερυθρόφαιος.

Το σώμα του, φαίνεται ελαφρά επίμηκες, επειδή η κεφαλή και τα άκρα είναι σχετικά μικρά, είναι λεπτό με ωμοπλατιαία χώρα μυϊκά ανεπτυγμένη, απολήγοντας στο ακρώμιο σε οξεία γωνία, ενώ οι γλουτοί χωρίς έντονες μυϊκές μάζες αποκλίνουν προς τα κάτω και πίσω.

Η κεφαλή, σχετικά κοντή, απολήγει απότομα στο ακρορρίνιο με μικρά χείλη και εντυπωσιακά ανεπτυγμένους και ανοικτούς ρώθωνες που διευκολύνουν την αναπνοή.

Ο τράχηλος, ευρήυς με ισχυρή οστέινη υποδομή και καλά ανεπτυγμένες μυϊκές μάζες. Η χαίτη αποκλίνει προς την μια πλευρά του τραχήλου και καλύπτει σχεδόν όλο το λαιμό.

Τα άκρα, με ισχυρό ανεπτυγμένο τον οστέινο σκελετό, είναι σχετικά μικρά, ιδιαίτερα τα πρόσθια, πλην όμως χοντρά. Τα δυνατά και συμπαγή πρόσθια άκρα καθιστούν το άλογο αυτό κατάλληλα προσαρμοσμένο για αναρρίχηση σε ορεινό και δύσβατο έδαφος. Οι οπλές είναι μικρές, ωοειδείς και σκληρές, προσαρμοσμένες και αυτές για παρόμοιο έδαφος.

Το άλογο της Πίνδου

Η ουρά φέρεται προς τα κάτω και φτάνει, συνήθως, μέχρι τους ταρσούς.

Γενικά, το άλογο της Πίνδου [1] είναι ένα μικρόσωμο άλογο με ισχυρή και συμπαγή ανάπτυξη του πρόσθιου τμήματος του σώματος, που σε συνδυασμό με τα ισχυρά πρόσθια άκρα, τις σκληρές οπλές και την μικρή κεφαλή και τους ανοικτούς και προέχοντες ρώθωνες, καθίσταται κατάλληλο και προσαρμοσμένο στην ανάβαση και αναρρίχηση ανωμάλου, πετρώδους και κεκλιμένου εδάφους, τέτοιο δηλαδή που απαντάται στις ορεινές περιοχές, όπου το άλογο αυτό εκτρέφεται και εργάζεται. Η αντοχή του είναι παροιμιώδης και σε αντίστροφη σχέση με το σωματικό του βάρος.

Η ενήβωση του ορεινού αλόγου αρχίζει, σχεδόν ταυτόχρονα, και στα δύο φύλα, τη δεύτερη άνοιξη της ηλικίας τους, δηλαδή σε ηλικία 2 ετών. Η αναπαραγωγική περίοδος αρχίζει την αρχή της άνοιξης και συνεχίζεται μέχρι την αρχή του θέρους. Η έλλειψη επιβητόρων και η ανάγκη να χρησιμοποιηθεί για εργασία αναγκάζει τους ιδιοκτήτες των φοράδων πολλές φορές να αφήνουν τα ζώα τους αγονιμοποίητα. Έτσι, πολύ συχνά, υπάρχουν φοράδες σε προχωρημένη ηλικία που γέννησαν μια φορά ή δεν γέννησαν καθόλου.

Επίσης οι επιβήτορες χρησιμοποιούνται για αναπαραγωγή μια περίοδο ή το πολύ δύο και στη συνέχεια οι ιδιοκτήτες τους ευνουχίζουν για να τους χρησιμοποιήσουν ευκολότερα για εργασία. Έτσι, σπάνια συναντάς επιβήτορες σε μεγάλη ηλικία, εκτός εάν ανήκουν σε ιδιοκτήτες που διατηρούν μεγάλη εκτροφή ορεινών αλόγων.

Βιβλιογραφία

  1. Ιστοσελίδα Κέντρο Γενετικής Βελτίωσης Ζώων Αθήνας, Το άλογο της Πίνδου


Το άλογο ορεινής Ηλείας

Το άλογο ορεινής Ηλείας

Εκτρέφεται κυρίως από κτηνοτρόφους και γεωργούς του ορεινού συγκροτήματος Ερύμανθου (υψόμετρο 2.224 μέτρα) και δευτερευόντως των χαμηλών ορέων Φολόης (Υψόμετρο 780 μέτρων) και Σκόλλις (Υψόμετρο 965 μέτρων). Μικρός αριθμός τέτοιων αλόγων εκτρέφονται επίσης και σε ορεινά συγκροτήματα των γειτονικών προς την Ηλεία νομών της Αχαΐας (περιοχή Καλαβρύτων) και της Αρκαδίας (περιοχή Κοντοβάζαινας) και γενικά στο ορεινό συγκρότημα της Πελοποννήσου (Αροάνια, Αραχναίο, Κυλλήνη, Μαίναλο, Παναχαϊκό, Πάρνωνος και Ταΰγετος).

Μικρόσωμο σχετικά άλογο, ελαφρώς μεγαλύτερο από το ορεινό άλογο της Πίνδου, με ύψος ακρωμίου 125 έως 142 εκατοστά στις φοράδες (μέσος όρος 280 φοράδων, 136 εκατοστά) και 130 έως 148 εκατοστά στους επιβήτορες (μέσος όρος 98 επιβητόρων και 136 ευνουχισθέντων, 142 εκατοστά). Ο φαιός χρωματισμός επικρατεί συνήθως (72%) με αποχρώσεις πολύ ανοικτού, ανοικτού, βαθύ, μελανόστικτου και σιδηρόχρωμου και ακολουθεί ο ορφνός (10%) με αποχρώσεις κοινού, βαθύ, καστανού και ορφνομελανού και τέλος ο ερυθρόφαιος (8%) με την απόχρωση του βαθύ.

Το σώμα του σχετικά επίμηκες με ανεπτυγμένες μυϊκές μάζες στα πρόσθια άκρα και τον τράχηλο. Γλουτοί, χωρίς έντονα αναπτυγμένες μυϊκές μάζες στη φοράδα και μέτρια ανεπτυγμένες στον επιβήτορα. Η κεφαλή κανονική με ρώθωνες ανοικτούς και προτεταμένους. Ο τράχηλος ισχυρός με καλές μυϊκές μάζες. Η χαίτη αποκλίνει προς την μια πλευρά και καλύπτει συνήθως το μισό πλάτος του τραχήλου. Τα άκρα, με εντυπωσιακά ανεπτυγμένο οστέινο σκελετό, είναι χοντρά και συμπαγή το μήκος των οποίων είναι σε αρμονία με την σωματική ανάπτυξη. Οι αρθρώσεις διογκωμένες, συμπαγείς με τέτοντες ισχυρούς και δυνατούς.

Το άλογο ορεινής Ηλείας

Γενικά, το άλογο της ορεινής Ηλείας[1], προσομοιάζει το ορεινό άλογο της Πίνδου στα σωματικά χαρακτηριστικά με τη διαφορά ότι είναι λίγο μεγαλύτερο το ανάστημα και σωματικό βάρος. Η σωματική του κατασκευή και τα άκρα του, πρόσθια και οπίσθια, το καθιστούν ικανό κα απόλυτα προσαρμοσμένο, για δύσβατο ορεινό έδαφος. Είναι λιτοδίαιτο, δυνατό και με πολύ ισχυρή κράση και αντοχή.

Όπως όλα τα ελληνικά άλογα η αναπαραγωγική περίοδος εκτείνεται από την αρχή της άνοιξης μέχρι την αρχή του θέρους. Η ενήβωση αρχίζει νωρίς στο ορεινό άλογο της Ηλείας πλην όμως οι εκτροφείς το θέτουν στην αναπαραγωγή από την συμπλήρωση του 2ου έτους της ηλικίας. Η φοράδα διακρίνεται για την επιμήκυνση της αναπαραγωγική ζωής αφού πολλές φορές γεννάει πώλο σε ηλικία 25 ετών. Οι επιβήτορες, λίγοι σε αριθμό, ξεκινούν την αναπαραγωγική τους λειτουργία με την συμπλήρωση του 2ου έτους.

Βιβλιογραφία

  1. Ιστοσελίδα Κέντρο Γενετικής Βελτίωσης Ζώων Αθήνας, Το άλογο της Ορεινής Ηλείας


Το άλογο πεδινής Ηλείας

Το άλογο πεδινής Ηλείας

Στην πεδινή περιοχή του Ν. Ηλείας με επίκεντρο την εύφορη και αρδευόμενη πεδιάδα του Πηνειού ποταμού οι γεωργοί της περιοχής αυτής διατηρούσαν παλαιότερα (προ του Β΄ παγκοσμίου πολέμου) το άλογο αυτό, σε μεγάλους αριθμούς, για την καλλιέργεια της γης γιατί αποτελούσε την κύρια και αποκλειστική δύναμη καλλιέργειας του εύφορου αυτού κάμπου μέχρις ότου εμφανίστηκε η μηχανοκίνητη δύναμη (τρακτέρ κ.λπ.), η οποία βαθμιαία εκτόπισε το άλογο από αυτήν την χρήση στη γεωργία με αποτέλεσμα να μειωθεί σημαντικά και η εκτροφή του. Έτσι, παραμένει μέχρι σήμερα, αφού περιορίστηκε δραματικά ο αριθμός τους, το άλογο αυτό της πεδινής Ηλείας, ως απομεινάρι βιολογικής κληρονομιάς της περιοχής, να υπενθυμίζει την παραδοσιακή αγροτική πρακτική της περασμένης γενεάς. Η χρησιμοποίηση του αλόγου αυτού για την καλλιέργεια της γης είχε ως αποτέλεσμα οι τοπικοί φορείς της περιοχής σε συνεργασία με το Υπουργείο Γεωργίας να εισάγουν κατά διαστήματα παλαιότερα (1915-1942) άλογα βαριάς έλξης (μεγάλου σωματικού βάρους και ύψους), όπως Αγγλονορμανδικά, Nονιους κ.λπ., τα οποία διασταύρωναν με το αυτόχθονο άλογο για παραγωγή ζώων κατάλληλων για την καλλιέργεια της γης και των διαφόρων αγροτικών εργασιών. Αποτέλεσμα αυτής της γενετικής διεργασίας ήταν η φαινοτυπική και γενοτυπική διαμόρφωση του σημερινού αλόγου της πεδινής Ηλείας.

Μεγαλόσωμο σχετικά άλογο, σε σύγκριση με το άλογο της ορεινής Ηλείας, με ύψος ακρωμίου 140 μέχρι 160 εκατοστά στις φοράδες (μέσος όρος 42 φοράδων, 149 εκατοστά) και 155 μέχρι 165 εκατοστά στους επιβήτορες (μέσος όρος 7 επιβητόρων, 157 εκατοστά).

Ο χρωματιστός που επικρατεί είναι ο ορφνός (60%) σε αποχρώσεις βαθύ, καστανού και ορφνομελανού και ακολουθεί ο ερυθρόφαιος (15%) σε αποχρώσεις κοινού και βαθύ και ο φαιός (15%) σε αποχρώσεις βαθύ, μηλωτού και μελανόστικτου.

Το σώμα του είναι μυώδες, συμπαγές, φαρδύ με αρκετά ανεπτυγμένους ώμους και γλουτούς, εμφάνιση που πλησιάζει τα άλογα βαρείας έλξης.

Η κεφαλή της φυλής [1] αυτής είναι ογκώδης και επιμήκης και έχει αυτιά μικρά και όρθια. Ο τράχηλος είναι μυώδης, φαρδύς και δυνατός. Η χαίτη κανονική σε φυσικό μέγεθος, κόβεται ή ξυρίζεται χαμηλά με αποτέλεσμα να στέκεται όρθια, σε μορφή ριπιοειδή ή όρθιας ανοικτής βεντάλιας (ρωμαϊκή ή πολεμική χαίτη).

Το άλογο πεδινής Ηλείας

Η ουρά κατευθύνεται προς τα κάτω, αμέσως μετά την έκφυσή της από τον κορμό και είναι αρκετά θυσανωτή.

Τα άκρα χοντρά και δυνατά με ισχυρό οστέινο σκελετό και αρθρώσεις ογκώδεις με δυνατούς τένοντες.

Γενικά, το άλογο αυτό παρουσιάζει αρμονικές αναλογίες των διαφόρων περιοχών του σώματος και είναι όμορφο άλογο με αρκετά μορφολογικά στοιχεία από τα άλογα βαριάς έλξης. Είναι ευάγωγο, ήπιου χαρακτήρα και συνεργάζεται καλά στην εργασία και στην ιππασία.

Η ενήβωση του αλόγου αυτού, σε σύγκριση με τα άλλα αυτόχθονα ελληνικά άλογα, καθυστερεί και αρχίζει με την συμπλήρωση του 2ου έτους της ηλικίας και συνήθως εισέρχεται στην αναπαραγωγή το 3ο έτος, γεγονός που συνηγορεί έμμεσα ότι φέρει γονίδια των αλόγων βαριάς έλξης, τα οποία, ως γνωστός, έρχονται σε ενήβωση το 2ο με 3ο έτος της ηλικίας των.

Πολλοί ιδιοκτήτες των αλόγων αυτών δεν γονιμοποιούν τις φοράδες, γιατί δεν θέλουν να αυξήσουν τον αριθμό των ζώων που εκτρέφουν, αφού δεν τα χρησιμοποιούν πλέον για γεωργικές εργασίες, αλλά κυρίως γιατί δεν βρίσκουν εύκολα επιβήτορα του αυτού γενότυπου, έτσι αναγκάζονται να καταφεύγουν σε επιβήτορες του ορεινού αλόγου της Ηλείας.

Βιβλιογραφία

  1. Ιστοσελίδα Κέντρο Γενετικής Βελτίωσης Ζώων Αθήνας, Το άλογο της Πεδινής Ηλείας


Το άλογο της Μεσσαράς Κρήτης

Το άλογο της Κρήτης

Εκτρέφεται κυρίως στη νήσο Κρήτη, πλην όμως και σε άλλα νησιά (Κυκλάδες, Δωδεκάνησα) εκτρέφονται άλογα που προέρχονται από την Κρήτη. Επίσης, στην Κρήτη έχουν εισαχθεί τα τελευταία χρόνια, λόγω της αναπτυσσόμενης ζήτησης, άλογα από τη Θεσσαλία και κυρίως την Πελοπόννησο σε μικρό αριθμό. Το Κρητικό άλογο ή Μεσσαράς, όπως συνηθίζεται να καλείται στην περιοχή, εκτρέφεται σχεδόν σε όλο το νησί και το βρίσκει κανείς σχεδόν με την ίδια συχνότητα σε πεδινές, ημιορεινές και ορεινές περιοχές του νησιού.

Το μέγεθος και ο όγκος διαφόρων τμημάτων του σώματος (κεφαλή, λαιμός, κορμός, άκρα) βρίσκονται σε αρμονική συμμετρία μεταξύ τους, γεγονός που καθιστά το Κρητικό άλογο πολύ όμορφο και εντυπωσιακό, φαινοτυπικά. Είναι άλογο μετρίου αναστήματος με ύψος ακρωμίου στα ενήλικα αρσενικά 1,38 έως 1,42 μέτρα και 1,32 έως 1,36 στα θηλυκά, περίπου. Η εντυπωσιακή εμφάνιση και γενικά η ομορφιά του αλόγου αυτού οφείλεται, πιθανόν, στο μεγάλο ποσοστό γονιδίων του αραβικού αλόγου με το οποίο παλαιότερα είχε διασταυρωθεί σε μεγάλη κλίμακα από τους ξένους κατακτητές του νησιού.

Το χρώμα, που επικρατεί στο Κρητικό άλογο, είναι το ορφνό με λίγες σχετικές αποχρώσεις (μελανό, βαθύ, καστανό και κοινό), πλην όμως υπάρχουν κα άλογα σε αποχρώσεις του φαιού (βαθύ, μηλωτό και ανοικτό). Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά χρωματισμού δεν συναντώνται συχνά, ενώ απεναντίας φέρουν πολλές κορυφές στην κεφαλή, λαιμό, τράχηλο και κορμό.

Το άλογο της Κρήτης

Το σώμα του είναι ευρύ, μυώδες, εύρωστο και συμπαγές με μυϊκές μάζες στους γλουτούς και στις ωμοπλάτες, ομοιόμορφα ανεπτυγμένες. Το στήθος ευρύ και μυώδες αντανακλά την ισχυρή κράση και αντοχή του αλόγου αυτού. Η κεφαλή του, σε μέγεθος αρμονικό με το υπόλοιπο σώμα, καλύπτεται από λεπτό δέρμα με αποτέλεσμα να διαγράφονται καθαρά οι διάφορες χώρες της κεφαλής (οφθαλμοί, ρώθωνες, χείλη, παρειές), που σε συνδυασμό με το ιδιόμορφο έντονο βλέμμα του, να αποκτά χαρακτηριστική προσωπικότητα. Ορισμένα άτομα, ειδικά μεταξύ των επιβητόρων, παρουσιάζουν επιμήκη αβαθή κοιλότητα στο μέσον κα κατά μήκος της κεφαλής, αρχόμενης κάτω από τη νοητή γραμμή που ενώνει τους δύο οφθαλμούς και επεκτεινόμενη 10-15 εκατοστά προς τους ρώθωνες. Το χαρακτηριστικό αυτό θεωρείται από ορισμένους εκτροφείς ως ενδεικτικό γνώρισμα του καθαρόαιμου Κρητικού αλόγου.

Τα άκρα φέρονται παράλληλα μεταξύ τους και κάθετα προς το έδαφος, με οστέινο σκελετό και με δυνατές και καθαρές αρθρώσεις, το δε μέγεθός τους είναι σε αρμονία με το σώμα τους. Οι οπλές του είναι σκοτεινού συνήθως χρώματος, σκληρές με στρογγυλή σχετικά κατατομή. Άλογα, που χρησιμοποιούνται από τους ιδιοκτήτες για γεωργικές εργασίες σπανίως πεταλώνονται.

Η χαίτη αναπτύσσεται σε μήκος και αποκλίνει πλάγια στην επιφάνεια του τραχήλου, συνήθως αριστερά. Πολλοί εκτροφείς την κουρεύουν κοντή γιατί την θεωρούν εμπόδιο.

Η ουρά φέρεται προς τα κάτω ομαλά και πολλοί εκτροφείς, ιδιαίτερα στους επιβήτορες, την αποκόπτουν μερικώς για λόγους εμφάνισης, έτσι ώστε όταν τρέχουν σε ιπποδρομίες ή συμμετέχουν σε εκθέσεις να φαίνεται συνέχεια του σώματος, επειδή ανορθώνεται οριζόντια μόνο το πρόσθιο τμήμα της ουράς κατά τον πλαγιοτροχισμό.

Ο πλαγιοτροχισμός (αραβάνι) είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα του Κρητικού αλόγου και θεωρείται μάλιστα ως απαραίτητο γνώρισμα από τους ιπποτρόφους προκειμένου να θεωρηθεί το άλογο Κρητικό.

Το άλογο της Κρήτης

Γενικά, το Κρητικό άλογο είναι ζωηρό, νευρικό και ευερέθιστο και αντιδρά εύκολα στο πλησίασμα από αγνώστους. Ιππεύεται εύκολα γιατί, λόγω του πλαγιοτροχισμού, δεν αναπηδά τον αναβάτη έντονα όταν τρέχει σε ανώμαλο έδαφος. Έχει ισχυρή αντοχή και κράση και συνδέεται με τον ιδιοκτήτη του.

Η αναπαραγωγική περίοδος του Κρητικού αλόγου [1] εκτείνεται από την αρχή της άνοιξης μέχρι την αρχή του θέρους, αν και οι περισσότερες φοράδες γονιμοποιούνται συνήθως το Μάιο. Ηλικία έναρξης της αναπαραγωγικής ζωής για τους επιβήτορες και φοράδες είναι συνήθως το 2o έτος. Οι ιδιοκτήτες των φοράδων που χρησιμοποιούν τα ζώα τους για αγροτικές εργασίες σπανίως γονιμοποιούν τις φοράδες τους κάθε χρόνο. Συνήθως αφήνουν διάστημα 2-3 ετών και πολλές φορές παίρνουν μόνο έναν πώλο στη διάρκεια της ζωής τους. Η αναπαραγωγική ζωή της φοράδας εκτείνεται πολλές φορές μέχρι την ηλικία των 20 ετών. Επίσης οι επιβήτορες, που υπάρχουν σε μεγάλη αναλογία στον πληθυσμό (41,5%), ορισμένων εκτροφέων δεν χρησιμοποιούνται ποτέ για αναπαραγωγή ενώ άλλοι εκτροφείς εμπορεύονται τους επιβήτορες αναπαραγωγικά, εισπράττοντας από τους ιδιοκτήτες των φοράδων, που γονιμοποιούν επιτυχώς, σεβαστό ποσό χρημάτων. Ιδιαίτερα οι επιβήτορες, που διακρίνονται σε ιππικούς αγώνες και εκθέσεις και των οποίων ο φαινότυπος προσομοιάζει στις απαιτήσεις του Κρητικού αλόγου, τυγχάνουν πολύ εμπορικοί στη χρησιμοποίησή τους με αμοιβή για γονιμοποίηση φοράδων και παραγωγή πώλων. Πολύ σπάνια χρησιμοποιείται το Κρητικό άλογο για παραγωγή ημιόνων ή γίννων.

Βιβλιογραφία

  1. Ιστοσελίδα Κέντρο Γενετικής Βελτίωσης Ζώων Αθήνας, Το άλογο της Μεσσαράς της Κρήτης


Το άλογο της Θεσσαλίας

Το άλογο της θεσσαλίας

Το άλογο της Θεσσαλικής φυλής [1] ανήκει στους μικρόσωμους ίππους. Έχει χαρακτηριστικά ανατολικών φυλών, αφού σ'εκείνες τις πανάρχαιες φυλές έχει τις ρίζες του. Το ύψος του είναι 130-145 εκατοστά. Απο άποψη χρώματος τα κλασσικά Θεσσαλικά άλογα είναι φαία. Υπάρχουν επείσης λευκά, άλογα με σκούρο χρώμα, όπως το ορφνός κοινός καθώς και μελανός.

Το Θεσσαλικό άλογο παρουσιάζει ισχυρά άκρα, στα οποία δίδονταν ιδιαίτερη προσοχή, βραχείς κανόνες, ουρά και χαίτη αρκετά μακριές, τράχηλο πολύ καλά προσαρμοσμένο στο υπόλοιπο σώμα.

Βιβλιογραφία

  1. Ένωση εκτροφέων αλόγου φυλής Θεσσαλίας, Θεσσαλικά άλογα


Το ροδίτικο άλογο

Το ροδίτικο άλογο

Τα αλογάκια της Ρόδου [1] είναι απόγονος ενός πανάρχαιου φύλου. Είναι είδη μικρόσωμα καθώς το ύψος τους δεν ξεπερνά τους 80-115 πόντους. Έχουν εξαιρετική σωματική διάπλαση, τέλειες αναλογίες, τρίχωμα πλούσιο σε χαίτη και ουρά. Τα μορφολογικά χαρακτηριστικά του μικρόσωμου αυτού αλόγου μοιάζουν με τα αντίστοιχα χαρακτηριστικά των μεγαλόσωμων φυλών αλόγου. Να ξεχωρίσουμε ότι δεν είναι άλογα νάνοι, τα γνωστά pony. Επομένως το αλογάκι της Ρόδου ανήκει στο γένος Equus Cabalus, αλλά λόγω του μικρού σωματικού μεγέθους του και της μακραίωνης ιστορίας του επιβάλλεται να το χαρακτηρίσουμε ξεχωριστή φυλή. Έχει εξαιρετική σωματική διάπλαση, κεφάλι μικρό, τράχηλο μακρουλό και μυώδη, ευρύ θώρακα, ισχυρούς επικλινείς γλουτούς, μυώδη και ισχυρά πόδια που καταλήγουν σε σκληρές μαύρες οπλές. Ο χρωματισμός του ποικίλει από σκούρο καφέ έως βαθύ κόκκινο ή κανελί, πλούσια μακριά χαίτη με δεξιόστροφη ή αριστερόστροφη φορά, ζωηρά μάτια, μεγάλα ρουθούνια και ευκίνητα αυτιά. Τεντωμένα τα αυτιά εκφράζουν φόβο, ανασηκωμένα ανησυχία και κατεβασμένα ηρεμία. Έχει γίνει εξέταση στο DNA τους, στα εργαστήρια του Cambridge. Στη ράχη και στο στόμα έχουν σημάδια, γραμμή στην πλάτη και, λευκά σημάδια, που επιβεβαιώνουν την αρχέγονη καταγωγή τους. Κυριότερες αιτίες της μείωσης του πληθυσμού των αλόγων είναι οι κατά καιρούς πυρκαγιές και οι ανομβρίες, οι Ιταλοί στρατιώτες κατά τη διάρκεια του πολέμου σκότωναν τα μικρόσωμα αυτά ζώα για τροφή, η κακοποίηση του οικοσυστήματος και ο περιορισμός της έκτασης βοσκής τους από άλλες δραστηριότητες κυρίως η αναρχία στη διαχείριση των αιγοπροβάτων και η έλλειψη ευαισθησίας από πολλούς για την προστασία τους, ιδίως κτηνοτρόφους της περιοχής.

Το ροδίτικο άλογο

Διάφορα ευρήματα που εκτίθενται στο αρχαιολογικό μουσείο της Ρόδου μαρτυρούν ότι τα άλογα υπήρχαν από αρχαιότατων χρονών στο νησί. Πλήρης καταγραφή τους έγινε από τους Ιταλούς κατά τη διάρκεια της Ιταλικής κατοχής του νησιού. Μάλιστα, οι Ιταλοί μερίμνησαν για την κατασκευή ενός καταυλισμού του περίφημου "Cavallino" όπου επιδόθηκαν στην εκτροφή αλόγων της φυλής Ρόδου με σκοπό τη σύσταση ίλης ιππικού για στρατιωτικούς σκοπούς. Προπολεμικά διοργανώνονταν και επιδείξεις αλόγων σε εκθεσιακό χώρο κοντά στο σημερινό καζίνο της πόλης Ρόδου.

Η εν λόγω φυλή έχει συνδεθεί με την πολιτισμική παράδοση του νησιού, καθώς τα άλογα αυτά χρησιμοποιούνται από τους αγρότες για το αλώνισμα των σιτηρών. Ο σημαίνων ρόλος του ροδίτικου αλόγου στην κοινωνία του νησιού απεικονίστηκε σε διαφορές μορφές λαϊκής τέχνης.

Συμφώνα με τις μαρτυρίες κατοίκων του Αρχάγγελου Ρόδου, τα άλογα της φυλής Ρόδου αριθμούσαν περίπου 150 άτομα το 1950, σταδιακά η συμβολή τους στην αγροτική παραγωγή ελαχιστοποιήθηκε με αποτέλεσμα τα άλογα να αφεθούν ελευθέρα στην ορεινή περιοχή του όρους Κουτσομύτης. Εξαιτίας των δυσμενών συνθηκών διαβίωσης και των διωγμών που υπέστησαν από τους κτηνοτρόφους τη περιοχής, τα ζώα αυτά αποδεκατίστηκαν. Το 2000 απέμεινε στο βουνό μόνο μια αγέλη έξι αλόγων.

Το αλογάκι της Ρόδου κινδυνεύει από την λαθροθηρία, την έλλειψη τροφής, τα αυτοκινητιστικά ατυχήματα και αλλα πολλά που θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή των αλόγων αυτών. Οι ανθρώποι κυνηγούν τα ζώα αυτά, είτε για το κρέας τους, είτε για ευχαρίστηση με αποτέλεσμα την κατακόρυφη μείωση του πληθυσμού τους και οδεύουν στον αφανισμό της σπάνιας αυτής φυλής που ζεί μόνο στο νησί της Ρόδου.

Βιβλιογραφία

  1. Ιστοσελίδα Τα μοναδικά ζώα της Ρόδου, Αλογάκι Αρχαγγέλου, το αλογάκι της Ρόδου


Το άλογο της Ανδραβίδας

Το άλογο της Ανδραβίδας

Η αγάπη και η εμπειρία των κατοίκων της Κοίλης Hλίδας στην εκτροφή άλογων και οι κατάλληλες εδαφικές και κλιματολογικές συνθήκες, ευνόησαν από τους αρχαίους χρόνους την εκτροφή του ωραιότερου Ελληνικού αλόγου.

Τα πρώτα συγγράμματα στον κόσμο, που αναφέρονται στην εκτροφή και περιποίηση του άλογου με τίτλο "Περί Ιππικής" και "Ιππαρχικός", γράφτηκαν στην Ηλεία, από τον εξόριστο Αθηναίο στρατηγό Ξενοφώντα. Τον 4o αιώνα προ Χριστού, ιππικό με άλογα από την Ηλεία χρησιμοποίησε ο Μέγας Αλέξανδρος, στην εκστρατεία εξάπλωσης του Ελληνισμού στην Ασία. Στην αρχαία Ολυμπία οργανώθηκαν για πρώτη φορά οι αρματοδρομίες και άλλα ιππικά αγωνίσματα. Την περίοδο του Μεσαίωνα, (1204-1438), η Ανδραβίδα έγινε πρωτεύουσα του Γαλλικού κράτους της Πελοποννήσου, που ονομαζόταν "Πριγκιπάτο του Μορέως". Τα ντόπια άλογα διασταυρώθηκαν με τα άλογα των Φράγκων Ιπποτών ενώ κατά την Τουρκοκρατία με Ανατολικού τύπου, (Αραβικά), άλογα και έτσι δημιουργήθηκε η φυλή της Ανδραβίδας.

Το άλογο της Ανδραβίδας

Μια παράδοση λέει, πως κάποτε στην περίοδο της τουρκοκρατίας, ο Τούρκος διοικητής της Γαστούνης, έστειλε δώρο στο σουλτάνο ένα ζευγάρι πανέμορφα Ανδραβιδέικα άλογα. Ο σουλτάνος ευχαριστήθηκε τόσο πολύ, που με φιρμάνι του, παραχώρησε επίσημα στους κατοίκους της Ανδραβίδας το δικαίωμα να εκτρέφουν και να ιππεύουν τα πανέμορφα άλογά τους.

Στη νεότερη ιστορία, ο Ελληνικός Στρατός προμηθευόταν άλογα από την περιοχή της Ανδραβίδας τα οποία ήταν διασταυρώσεις με αγγλονορμανδικούς επιβήτορες της φυλής NONIUS. Όταν άρχισε η ανάπτυξη της αθλητικής ιππασίας στην χώρα μας, τα πρώτα άλογα που χρησιμοποιήθηκαν στην υπερπήδηση των εμποδίων, προέρχονταν από τη φυλή της Ανδραβίδας.

Παρά τις επιδράσεις που δέχτηκε μέσα στους αιώνες, το άλογο της Ανδραβίδας διατήρησε τα μορφολογικά γνωρίσματα των προγόνων της μεσαιωνικής εποχής.

Τα άλογα της φυλής Ανδραβίδας [1] έχουν ύψος ακρωμίου, άνω του 1.50 μ-1.60 μ. Οι κυριότεροι χρωματισμοί είναι ο φαιός, ερυθροφαιός, ορφνός, ερυθρός, καστανός και ξανθός. Η κεφαλή είναι κανονική, το στήθος μεγάλο και βαθύ. Οι γλουτοί είναι πολύ καλά αναπτυγμένοι, τα άκρα ισχυρά και η ραχιαία γραμμή ελαφρώς κοίλη. Συνήθως τα άλογα της φυλής, φέρνουν άσπρα στίγματα στο κεφάλι και τα πόδια. Τα άλογα της φυλής, είναι κατάλληλα κυρίως για υπερπήδηση εμποδίων. Είναι, κατά κανόνα έξυπνα ζώα, μαθαίνουν εύκολα και έχουν μεγάλη μυϊκή δύναμη.

Το άλογο της Ανδραβίδας

Η φυλή Ανδραβίδας μέχρι το 1995 απειλούνταν με εξαφάνιση. Ο επίσημος επιβήτορας "ΠΗΓΑΣΟΣ", της Εταιρείας Προστασίας Ιππικής Παράδοσης και Φυσικής Κληρονομιάς, έδωσε νέα ζωτικότητα στη φυλή.

Έχει δώσει πάνω από 50 θαυμάσια πουλάρια και απομάκρυνε οριστικά τον κίνδυνο εξαφάνισης της φυλής Ανδραβίδας. Έχει πολύ καλές επιδόσεις στην ιππική δεξιοτεχνία και την υπερπήδηση εμποδίων. Σταβλίζεται στον Ιππικό Όμιλο Ανδραβίδας.

Κάθε Σεπτέμβριο, ο Ιππικός Όμιλος Ανδραβίδας, οργανώνει αγώνες προς τιμήν της πιο ρωμαλέας και ωραιότερης ελληνικής φυλής αλόγων.

Βιβλιογραφία

  1. Ιστοσελίδα Α.Μ.Κ.Ε. Ερύμανθος, Τα άλογα της Ανδραβίδας