Εχθροί αμπέλου

Από GAIApedia
Αναθεώρηση της 09:12, 26 Ιανουαρίου 2016 υπό τον K kaponi (Συζήτηση | συνεισφορές)

(διαφορά) ←Παλαιότερη αναθεώρηση | Τελευταία αναθεώρηση (διαφορά) | Νεώτερη αναθεώρηση → (διαφορά)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ευδεμίδα

Ευδεμίδα

Μορφολογία

Το ακμαίο έχει μήκος 7-8 mm και άνοιγμα πτερύγων 12-15 mm. Οι πρόσθιες πτέρυγες είναι τεφροκίτρινες με χαρακτηριστικές σκούρες κηλίδες και στίγματα ενώ το βασικό μέρος των πτερύγων αυτών είναι καστανοπράσινο. Από τη μέση της πρόσθιας παρυφής τους ξεκινάει μια σκοτεινή εγκάρσια ζώνη που στενεύει προς τα πίσω και κάμπτεται προς την κορυφή της πτέρυγας. Οι οπίσθιες πτέρυγες είναι τεφρές, ανοικτότερες στο βασικό τους μέρος, χωρίς κηλίδες. Οι κνήμες έχουν μακριά αγκάθια στις άκρες και ανοιχτόχρωμες .

Το αυγό είναι σχεδόν κυκλικό, διαστάσεων περίπου 0,65-0,8 mm ενώ η επιφάνεια του σε μεγέθυνση φαίνεται σχεδόν λεία. Αρχικά έχει κίτρινο χρώμα ενώ αργότερα ανοικτότεφρο ιριδίζον. Η προνύμφη σε πλήρη ανάπτυξη έχει μήκος 10-12 mm και μπορεί να είναι κιτρινοπράσινη ή καστανοπράσινη. Η κεφαλή της είναι κιτρινοπράσινη και η προθωρακική πλάκα καστανωπή. Η προνύμφη είναι ζωηρή και ευκίνητη. Τέλος, η χρυσαλλίδα (pupa) έχει μήκος 4,7-6.7 mm, είναι σκοτεινοκάστανη με λευκό βομβύκιο.

Ξενιστές

Η ευδεμίδα προσβάλλει κυρίως την ευρωπαϊκή άμπελο. Σύμφωνα με τον Bovey (1966), η ευδεμίδα είναι ένα πολυφάγο έντομο αφού η προνύμφη μπορεί να αναπτυχθεί σε ορισμένα φυτά άλλων οικογενειών. Όμως, πιθανότατα σε αυτά τα φυτά να μην μπορεί να συμπληρώσει και τις τρεις γενεές που εμφανίζει στην άμπελο.

Βιολογία - συμπτώματα

Στην Ελλάδα έχει 3 γενεές αλλά παρατηρείται και 4η γενεά στα νοτιότερα σημεία τηςχώρας. Τέλος Αυγούστου, με αρχές Σεπτεμβρίου εμφανίζονται τα ακμαία της 4ης γενεάς που ωοτοκούν στην όψιμη παραγωγή. Η ευδεμίδα διαχειμάζει με την μορφή της νύμφης μέσα σε λευκό βομβύκιο, κάτω από τους ξερούς φλοιούς των πρέμνων, σε άλλα φυσικά καταφύγια ακόμα και μέσα στο έδαφος σε μικρό βάθος. Τον Απρίλιο και τον Μάιο εμφανίζονται τα ενήλικα της γενεάς που διαχείμασε, τα οποία ωοτοκούν πάνω στα κλειστά άνθη και κυρίως στους ποδίσκους και στα βράκτια, όταν οι ταξιανθίες της αμπέλου βρίσκονται σε έκπτυξη ή έχουν εκπτυχθεί αλλά τα άνθη είναι ακόμα κλειστά. Στην περίπτωση που οι ταξιανθίες δεν έχουν εκπτυχθεί ακόμα, η ωοτοκία γίνεται πάνω στα νεαρά φύλλα καιστο φλοιό των νεαρών βλαστών. Η πρώτη γενεά είναι ανθοφάγος αφού η προνύμφη ανοίγοντας μια μικρή οπή εισέρχεται στο κλειστό άνθος και αρχίζει να τρέφεται από τους στήμονες και τον ύπερο. Με τον ίδιο τρόπο προσβάλλει και τα γειτονικά άνθη και τα συνδέει με μετάξινα νήματα. Αφού ολοκληρώσει την ανάπτυξή της νυμφώνεται μέσα σε βομβύκιο, στην προσβεβλημένη ταξιανθία ή κάτω από ξερούς φλοιούς του πρέμνου ή ακόμα και στο έδαφος. Τα ενήλικά της 1ης γενεάς ωοτοκούν στις μικρές άγουρες ράγες, στους ποδίσκους ή στους άξονες των βοτρύων. Οι προνύμφες της 2ης και της 3ης γενεάς είναι καρποφάγες, αφού εισέρχονται στις άγουρες ράγες από τα σημεία επαφής τους με γειτονικές ράγες, φύλλα και βλαστούς. Συχνά συνδέουν τις ράγες με μετάξινα νήματα και νυμφώνονται μέσα σε αυτές, σε άλλα καταφύγια ή κάτω από ξερούς φλοιούς. Τα ενήλικα της 2ης γενεάς ωοτοκούν στους βότρυς και οι προνύμφες προσβάλλουν τις ράγες που τότε έχουν το τελικό τους μέγεθος. Όταν συμπληρώσουν την ανάπτυξή τους υφαίνουν το βομβύκιο και διαχειμάζουν σε προφυλαγμένα μέρη.

Ζημιές

Η ευδεμίδα προκαλεί σοβαρές ζημιές στους βότρυς κυρίως στους πυκνόρραγους αλλά και σε κληματαριές. Εκτός από την καταστροφή των ραγών και την ρύπανσή τους από τα αποχωρήματα των προνυμφών, προκαλούνται σήψεις από μύκητες αλλά και από τους μικροοργανισμούς που εγκαθίστανται στις τραυματισμένες ράγες και στην συνέχεια επεκτείνονται και στις υγιείς ράγες. Οι προσβολές από τον μύκητα Botrytis cinerea, που προκαλεί την φαιά σήψη είναι συχνό επακόλουθο της προσβολής από την ευδεμίδα, αφού οι στοές που δημιουργούν οι προνύμφες βοηθούν στην είσοδο και την επέκταση του μύκητα.

Καταπολέμηση

Για την επιτυχή καταπολέμηση της ευδεμίδας οι επεμβάσεις θα πρέπει να γίνονται την κατάλληλη χρονική στιγμή. Γι’ αυτό το λόγο χρησιμοποιούνται παγίδες φερομόνης ώστε να προσδιοριστεί η εμφάνιση των ακμαίων στους αμπελώνες. Παράλληλα γίνονται παρατηρήσεις όσον αφορά την εξέλιξη των ανθοταξιών και γίνεται δειγματοληψία ταξιανθιών και σταφυλιών για τον προσδιορισμό του χρόνου εναπόθεσης αυγών και την ανάπτυξη των καρποφάγων γενεών. Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά συντάσσονται τα δελτία γεωργικών προειδοποιήσεων βάσει των οποίων γίνεται η καταπολέμηση του εντόμου από τους παραγωγούς.

Η καταπολέμηση του εντόμου γίνεται συνήθως με συνθετικά εντομοκτόνα και λιγότερο με μικροβιακά, τα οποία είναι εκλεκτικά. Τα μικροβιακά (σκευάσματα του Bacillus thuringiensis) δεν είναι επικίνδυνα για τον άνθρωπο και δεν βλάπτουν τα εντομοφάγα έντομα και ακαρεοφάγα ακάρεα. Όμως η αποτελεσματικότητα τους δεν είναι ικανοποιητική για την προστασία των επιτραπέζιων ποικιλιών από τις καρποφάγες προνύμφες. Έτσι, χρησιμοποιούνται περισσότερο στις οινοποιήσιμες ποικιλίες.

Ως κατάλληλα εντομοκτόνα αναφέρονται τα:

  • chlorpyrifos
  • fenitrothion
  • endosulfan
  • carbaryl.

Συνιστάται η εφαρμογή των εντομοκτόνων στα εξής στάδια:

  1. Λίγο πριν την άνθηση
  2. Λίγο μετά την γονιμοποίηση
  3. Όταν οι ράγες έχουν το μέγεθος μπιζελιού
  4. Στην αλλαγή χρώματος των ραγών.

Οι μύκητας Botrytis cinerea, που προκαλεί τη φαιά σήψη, είναι συχνό επακόλουθο της προσβολής των βοτρύων από την ευδεμίδα, ιδίως το φθινόπωρο. Δηλαδή, τα τραύματα και οι στοές που δημιουργεί στις ράγες η προνύμφη του εντόμου διευκολύνουν την είσοδο και επέκταση του μύκητα. Επί πλέον, ράγες προσβεβλημένες από τον μύκητα είναι καταλληλότερες ως τροφή των προνυμφών του εντόμου (Savopoulou-Soultani and Tzanakakis 1988), συνεπώς και το έντομο ευνοείται από τον μύκητα. Τα τραύματα σε ράγες από την ευδεμίδα ευνοούν την είσοδο και του μύκητα Botryosphaeria dothidea, γνωστού ως μακρόφωμα και των παθογόνων που προκαλούν την όξινη σήψη (Ρούμπος 1987). Ευνοούν όμως τα τραύματα αυτά και προσβολή από άλλα έντομα, όπως είδη Drosophila. Καταπολέμηση. Γίνεται συνήθως με συνθετικά εντομοκτόνα και λιγότερο συχνά με μικροβιακά. Δοκιμάστηκε επίσης και στη χώρα μας, με ενθαρρυντικά αποτελέσματα, η μέθοδος παρεμπόδισης σύζευξης, αλλά δεν χρησιμοποιείται ακόμα από τους αμπελουργούς. Τα μικροβιακά εντομοκτόνα (σκευάσματα του Bacillus thuringiensis) είναι εκλεκτικά. Δεν βλάπτουν τα εντομοφάγα έντομα και ακαρεοφάγα ακάρεα, ούτε είναι επικίνδυνα για τον άνθρωπο. Όμως, η αποτελεσματικότητά τους κατά των καρποφάγων προνυμφών της ευδεμίδας δεν είναι τόση ώστε να είναι κατάλληλα για προστασία επιτραπέζιων ποικιλιών. Συνεπώς είναι κατάλληλα μόνο για οινοποιήσιμες ποικιλίες. Πρέπει να εφαρμόζονται λίγο πριν από την εκκόλαψη και κατά προτίμηση με σχετικά ζεστό καιρό (Μπρούμας 1996). Από τα εντομοκτόνα που εμποδίζουν την κανονική ανάπτυξη και εξέλιξη των εντόμων, το fenoxycarb έχει και ωοκτόνο δράση κατά της ευδεμίδας, αν εφαρμοστεί λίγο πριν από την ωοτοκία, ή ως 2 ημέρες μετά την ωοτοκία. Για τον λόγο αυτόν χρησιμοποείται σε πολλές περιοχές κατά της ευδεμίδας μόνο του, ή μαζί με μικροβιακό εντομοκτόνο. Ορισμένες άλλες ουσίες-παρεμποδιστές της ανάπτυξης των εντόμων είχαν ικανοποιητική αποτελεσματικότητα σε πειράματα, αλλά δεν έχουν ακόμα άδεια χρησιμοποίησής τους σε αμπελώνες (Μπρούμας 1996). Τα οργανοφωσφορούχα εντομοκτόνα είναι αποτελεσματικά εναντίον ενηλίκων εντόμων και νεαρών προνυμφών, ορισμένα δε και αφού οι προνύμφες μπουν σε μικρό βάθος στις ράγες. Κατά κανόνα, πρέπει να εφαρμόζονται ανάμεσα στις πρώτες και στις τελευταίες εκκολάψεις κάθε καρποφάγου γενεάς, ο δε ακριβής χρόνος ψεκασμού εξαρτάται από τις ιδιότητες του εντομοκτόνου και ορισμένους άλλους παράγοντες (Αγγελάκης 1996). Ανάμεσα στα οργανοφωσφορούχα που έδωσαν καλά αποτελέσματα είναι τα azinphos-methyl, chlorpyrifos, chlorpyrifos-methyl, diazinon, etrimfos, fenitrothion, methidathion, methyl parathion, mevinphos, parathion, phosalone, pyridafenthion, ronnel, tetrachlorvinphos και trichlorfon. Από τα καρβαμιδικά το fenoxycarb (που έχει ορμονική δράση) και το methomyl έχουν και αξιόλογη ωοκτόνο δράση κατά της ευδεμίδας υπό ορισμένες συνθήκες. Το carbaryl, όπως και η ομάδα των σταθερών συνθετικών πυρεθροειδών, είναι μεν αποτελεσματικά κατά της ευδεμίδας και λιγότερο επικίνδυνα για τον άνθρωπο, αλλά περιορίζουν πολύ τα ακαρεοφάγα αρθρόποδα, με συνέπεια να ευνοούν πυκνούς πληθυσμούς και ζημιές από φυτοφάγα ακάρεα. Από τα χλωριωμένα εντομοκτόνα χρησιμοποιήθηκαν το endosulfan μόνο του, ή μαζί με θερινό ορυκτέλαιο (oleoendosulfan). Συνήθως δεν χρειάζεται επέμβαση εναντίον των αυγών ή προνυμφών της 1ης (ανθοφάγου) γενεάς, παρά μόνο σε ορισμένες περιοχές όπως της Καβάλας, όπου ο πληθυσμός είναι πολύ πυκνός. Εκεί συνιστάται ένας ψεκασμός με Bacillus thuringiensis (B. t.) όταν ο πληθυσμός φτάσει την πυκνότητα επέμβασης (Μπούμας 1989). Εναντίον αυγών και προνυμφών της 2ης και 3ης (ή και 4ης) γενεάς, δηλαδή αυτών που τρώνε τους καρπούς, γίνονται συνήθως 1-3 ψεκασμοί.

Στη χώρα μας, σε πειράματα, επιτεύχθηκε ικανοποιητική προστασία ορισμένων οινοποιήσιμων και επιτραπέζιων ποικιλιών, όταν ο χρόνος επέμβασης ορίστηκε με βάση μόνο τις συλλήψεις αρσενικών σε παγίδες (Μπρούμας και συνεργάτες 1994, 1995, Σαββοπούλου-Σουλτάνη και συνεργάτες 1994). Αντίθετα, στις πλείστες χώρες της Ευρώπης, ο αριθμός των συλλαμβανόμενων σε παγίδες αρσενικών δεν έχει στενή συσχέτιση με το μέγεθος της βλάβης στις ράγες και συνεπώς δεν αποτελεί το κύριο κριτήριο για καθορισμό του χρόνου των εντομοκτόνων επεμβάσεων. Το ίδιο συμπεραίνει και ο Αγγελάκης (1996). Είναι όμως οι συλλήψεις αρσενικών χρήσιμος δείκτης του πότε πρέπει να αρχίσει στους βότρυς η καταμέτρηση αυγών και εκκολάψεων της 2ης και 3ης (ή και 4ης) γενεάς του εντόμου, βάσει του αριθμού των οποίων ορίζονται οι ημερομηνίες ψεκασμού. Για το πότε πρέπει να γίνονται οι εντομοκτόνες επεμβάσεις, τα εντομοκτόνα που χρησιμοποιούνται και λεπτομέρειες στην καταπολέμηση της ευδεμίδας βλέπε Αγγελάκης (1996) και Μπρούμας (1996). Οι υπηρεσίες γεωργικών προειδοποιήσεων παρακολουθούν και την πορεία του ενήλικου πληθυσμού και την ωοτοκία και εκκόλαψη, ώστε να ενημερώνουν έγκαιρα τους αμπελουργούς. Στην κεντρική και νότια Ιταλία, η πυκνότητες επέμβασης είναι για τη 2η γενεά 3-5 % των βοτρύων με αυγά ή προνύμφες. Για την 3η γενεά είναι 3-5% των βοτρύων με αυγά ή προνύμφες. Για την 3η γενεά είναι 3-5 % για οινοποιήσιμες και 2-3 % για επιτραπέζιες ποικιλίες (Moleas1981, Tranfaglia et al. 1981). Κατά τον Μπρούμα (1996), αν χρησιμοποιηθεί fenoxycarb, ο ψεκασμός πρέπει να γίνει 3-5 ημέρες μετά την έναρξη συλλήψεων ενηλίκων σε φερομονικές παγίδες. Αν χρειαστεί, δηλαδή αν συνεχίζεται η ωοτοκία, ο ψεκασμός εναντίων της 2ης γενεάς επαναλαμβάνεται μετά 10-15 ημέρες. Αν χρησιμοποιηθεί B.t. ή συνθετικό εντομοκτόνο επαφής που δεν έχει ωοκτόνο δράση, ο πρώτος ψεκασμός γίνεται αργότερα, 10-12 ημέρες μετά την έναρξη αύξησης των συλλήψεων στις παγίδες, δηλαδή γίνεται κατά την περίοδο εκκόλαψης των προνυμφών. Συνήθως χρειάζεται επανάληψη του ψεκασμού 2-3 εβδομάδες αργότερα, ανάλογα με την υπολειμματική διάρκεια του εντομοκτόνου και τη συνεχιζόμενη ωοτοκία. Αν χρησιμοποιηθεί B.t. μαζί με fenoxycarb λίγο πριν από τις πρώτες εκκολάψεις, συνήθως αρκεί ένας ψεκασμός. Σε περιοχές, συνθήκες και ποικιλίες όπου ευνοείται η φαιά σήψη που προκαλεί ο B. cinerea, το όριο ανεκτής πυκνότητας προσβολής των βοτρύων είναι μικρότερο, συνεπώς μικρότερη και η πυκνότητα επέμβασης. Από το μέγεθος δηλαδή του κινδύνου ζημιάς από φαιά σήψη, εξαρτάται σε ορισμένες περιοχές αν θα γίνουν ένας ή δυο ψεκασμοί εναντίον κάθε καρποφάγου γενεάς της ευδεμίδας. Κατά τους Egger και Borgo (1981), ο απλούστερος και οικονομικότερος τρόπος καθορισμού του χρόνου επέμβασης, για την Ιταλία, είναι να αρχίσουν οι δειγματοληψίες βοτρύων (για διαπίστωση προσβολής) από ορισμένα φαινολογικά στάδια της αμπέλου και όχι βάσει συλλήψεων του εντόμου σε φερομονικές παγίδες. Όταν δε παρακολουθείται ο πληθυσμός του εντόμου, ο 1ος ψεκασμός (αν χρειαστεί) γίνεται όταν τα άνθη είναι ακόμα κλειστά (λίγες ημέρες πριν ανοίξουν), ο 2ος όταν οι ράγες έχουν μέγεθος μπιζελιού και ο 3ος όταν αρχίσει η ωρίμαση, δηλαδή όταν οι ράγες αλλάζουν χρώμα. Κατά άλλη άποψη, ο 2ος ψεκασμός γίνεται κατά το γυάλισμα (περκασμό) των ραγών. Η παρεμπόδιση της σύζευξης, με τοποθέτηση εξατμιστήρων ελκυστικής φερομόνης φύλου, έδωσε ενθαρρυντικά αποτελέσματα με λογικό κόστος σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, όταν η πυκνότητα πληθυσμού του εντόμου δεν ήταν μεγάλη. Τα αποτελέσματα ήταν ενθαρρυντικά και σε τέσσερις περιοχές της χώρας μας (Παλούκης και συνεργάτες 1994, Τσιτσιπής και συνεργάτες 1995, Μπρούμας 1996). Ιδιαίτερα στις περιοχές Ελασσόνας και Αταλάντης όπου η μέθοδος εφαρμόστηκε σε οινοποιήσιμες ποικιλίες για 5 έτη, η παραγωγή προστατεύτηκε εξ ίσου καλά όσο σε αμπελώνες που δέχτηκαν τους συνηθισμένους ψεκασμούς με εντομοκτόνα (Ι. Τσιτσιπής και συνεργάτες, αδημοσίευτα στοιχεία). [1]





Βιβλιογραφία

  1. Έντομα καρποφόρων δέντρων και αμπέλου, Μ.Ε. Τζανακάκης- Β.Ι. Κατσόγιαννός, 1998.


Τσιγαρολόγος

Ενήλικο. [1] Ο εχθρός αυτός έχει το χαρακτηριστικό σχήμα των ρυγχιτών, χρώμα συνήθως μεταλλικό χαλκοπράσινο ή σκοτεινοκύανο και σπανιότερα σκοτεινέρυθρο χρυσίζον ή ιώδες και μήκος 4,5-7 mm (Balachowsky and Hoffmann 1963).

Ξενιστές. Άμπελος, αχλαδιά, φουντουκιά, καστανιά, σημύδα (Betula), λεύκα, ιτιά και άλλα δασικά δέντρα.

Βιολογία-ζημιές. Το έντομο αυτό έχει μια γενεά το έτος. Διαχειμάζει ως ενήλικο, συνήθως στο έδαφος μέσα στο κελλί νύμφωσης. Όμως, σε ορισμένες περιοχές ένα μέρος του ενήλικου πληθυσμού βγαίνει το φθινόπωρο και διαχειμάζει σε διάφορα καταφύγια πάνω η κοντά στα δέντρα. Τα ενήλικα ενεργοποιούνται την άνοιξη, συνήθως Απρίλιο-Μάϊο και τρώνε παρέγχυμα φύλλων και φλοιό τρυφερών βλαστών. Τα τέλη Μαΐου με μέσα Ιουνίου, το θηλυκό ωοτοκεί σε φύλλο ή ομάδα φύλλων (ανάλογα με το είδος του φυτού), το έλασμα των οποίων τυλίγει, δημιουργώντας στενόμακρη θήκη, σαν τσιγάρο. Κατά παλιότερους συγγραφείς (Balachowsky and Mesnil 1935, Ισαακίδης 1936) κόβει εν μέρει το μίσχο, ώστε το φύλλο να μαραθεί και να μπορέσει να το τυλίξει. Στην άμπελο τυλίγει 1 ή 2 φύλλα, στην αχλαδιά ή τη λεύκα 4 ή 5 και στη σημύδα περισσότερα. Σε κάθε θήκη αποθέτει κατά μέσον όρο 5-6 αυγά, αλλά ενίοτε μόνο 1(Balachowsky and Mesnil 1935). Οι προνύμφες αναπτύσσονται τρώγοντας το εσωτερικό του συνεστραμμένου φύλλου. Συμπληρώνουν την ανάπτυξη τους σε 20-25 ημέρες και πέφτουν στο έδαφος, όπου σε μικρό βάθος κατασκευάζουν η καθεμιά το κελλί νύμφωσης. Η ενηλικίωση γίνεται συνήθως τον Αύγουστο και τα ενήλικα μένουν στο έδαφος ή αλλού (βλ. ανωτέρω) ως την επόμενη άνοιξη. Άλλοτε, το Β. betulae προκαλούσε στην άμπελο ζημιές τοπικά. Με τη χρήση συνθετικών εντομοκτόνων η παρουσία του στους αμπελώνες έχει γίνει σπάνια. Αν χρειαστεί, ένας ψεκασμός με εντομοκτόνο επαφής αρκεί. Για μικρούς αμπελώνες, συνιστούσαν παλιότερα έγκαιρη συλλογή και κάψιμο των ‘τσιγάρων’(Balachowsky and Mesnil 1935).




Βιβλιογραφία

  1. "Έντομα καρποφόρων δέντρων και αμπέλου", Μ.Ε. Τζανακάκης- Β.Ι. Κατσόγιαννός, 1998.


Πυραλίδα

Ενήλικο. Το ενήλικο αυτού του εντόμου [1] έχει μήκος 10-15 και άνοιγμα πτερύγων 20-25 mm. Οι πρόσθιες πτέρυγες είναι κιτρινωπές με 3 εγκάρσιες ζώνες, οι οπίσθιες τεφρές, ο θώρακας κίτρινος και η κοιλία ανοιχτότερη.

Αυγό. Πρασινωπό ως τεφρό, σε ομάδες (πλάκες) συνήθως των 50-60 αυγών, στην άνω επιφάνεια των φύλλων.

Προνύμφη. Τελικού μήκους 30 mm, χρώματος που ποικίλλει από τεφρό ως πρασινωπό ή κοκκινωπό, με την κεφαλή και την προθωρακική πλάκα σκοτεινοκάστανες.

Ξενιστές. Είναι πολυφάγο, αλλά με έντονη προτίμηση στην άμπελο.

Βιολογία-ζημιές. Έχει μια γεννεά το έτος. Διαχειμάζει ως νεαρή προνύμφη (1ου σταδίου) κάτω από ξερό φλοιό, ρωγμές του φλοιού, η άλλα καταφύγια στον αμπελώνα. Στη νότια Γαλλία, οι προνύμφες ενεργοποιούνται κατά τα μέσα Απριλίου, όταν εκπτύσσονται οι οφθαλμοί της αμπέλου. Τρώνε στην αρχή οφθαλμούς και στη συνέχεια τρυφερό φύλλωμα που καλύπτουν ή ενώνουν με άφθονα μετάξινα νήματα. Ενώνουν δύο ή περισσότερα φύλλα και δημιουργούν προστατευτική φωλιά, όπως πολλά άλλα φυλλοδετικά Λεπιδόπτερα. Αργότερα προσβάλλουν και βότρεις. Νυμφώνονται μέσα στα διπλωμένα φύλλα. Ενηλικιώνονται και ωοτοκούν Ιούνιο-Ιούλιο. Οι νεοεκκολαφθείσες προνύμφες υφαίνουν βομβύκιο σε προστατευμένες θέσεις και μπαίνουν σε διάπαυση. Οι προσβολές του εντόμου αυτού στην άμπελο είναι σπάνιες και όχι σοβαρές. Αν χρειαστεί, ένας ψεκασμός με εντομοκτόνο επαφής την άνοιξη είναι αρκετός.




Βιβλιογραφία

  1. "Έντομα καρποφόρων δέντρων και αμπέλου", Μ.Ε. Τζανακάκης- Β.Ι. Κατσόγιαννός, 1998.


Κοχυλίδα

Ενήλικο. Το έντομο [1] αυτό έχει μήκος 6-7 και άνοιγμα πτερύγων 12-15 mm (Bovey 1966). Διακρίνεται εύκολα από την ευδεμίδα, διότι οι πρόσθιες πτέρυγές του είναι κιτρινωπές και έχουν στη μέση τους μια πλατειά, τραπεζοειδή, σκοτεινοκάστανη ή μαύρη ταινία. Η ταινία αυτή είναι πλατύτερη προς την πρόσθια πλευρά της πτέρυγας.

Προνύμφη. Η Προνύμφη έχει τελικό μήκος 11-12mm και χρώμα συνήθως τεφροπράσινο ή κοκκινωπό, με την κεφαλή και την προθωρακική πλάκα μαύρες ή καστανές (Balachowsky and Mesnil 1935).

Βιολογία-ζημιές. Στην Κεντρική Ευρώπη όπου έχει μελετηθεί διεξοδικά, έχει 2 γενεές το έτος. Διαχειμάζει ως νύμφη στα πρέμνα ή σε κοντινά καταφύγια. Ζεί και προσβάλλει την άμπελο και άλλα φυτά κατά τρόπο όμοιο με της ευδεμίδας με την οποία συνυπάρχει σε πολλές περιοχές της Ευρώπης. Στις θερμότερες περιοχές της Ευρώπης υπάρχει αποκλειστικά ή κυριαρχεί η ευδεμίδα και όσο προχωρούμε βορειότερα και υψηλότερα αυξάνει η συχνότητα παρουσίας και ζημιών της κοχυλίδας, ώσπου στα βόρεια όρια καλλιέργειας της αμπέλου κυριαρχεί η κοχυλίδα. Στην Ελλάδα διαπιστώθηκε η παρουσία της στον νομό Καβάλας, αλλά σε πληθυσμό σαφώς μικρότερο της ευδεμίδας. (Stavraki et al. 1987). Επί του παρόντος, η κοχυλίδα δεν αποτελεί αξιόλογο εχθρό της αμπέλου στη χώρα μας. Αν χρειαστεί, αντιμετωπίζεται όπως η ευδέμιδα.




Βιβλιογραφία

  1. "Έντομα καρποφόρων δέντρων και αμπέλου", Μ.Ε. Τζανακάκης- Β.Ι. Κατσογιαννός, 1998.


Holocacista rivillei Stainton

Ενήλικο. [1] Άνοιγμα πτερύγων 3,8-4mm. Κατά τον Silvestri (1943) το σώμα είναι χρυσοκίτρινο. Οι πρόσθιες πτέρυγες είναι λεπτές και σχεδόν μαύρες, με 4 χρυσοκίτρινες κηλίδες, 2 κοντά στην πρόσθια και 2 κοντά στην οπίσθια παρυφή τους.

Προνύμφη. Το σώμα της είναι ωχρόλευκο, με την κεφαλή, τον προθώρακα και τον τελευταίο κοιλιακό δακτύλιο καστανά.

Νύμφη. Ανοιχτοκάστανη, μέσα σε βομβύκιο λευκό, διαστάσεων 3,8 x 2 mm που είναι σκεπασμένο τελείως από επιδερμίδα φύλλου της αμπέλου.

ΝύμφηΞενιστές. Άμπελος.

Βιολογία-ζημιές. Στην Εύβοια έχει 2 γενεές το έτος (Λελάκης 1961). Διαχειμάζει ως νύμφη στο χαρακτηριστικά σκεπασμένο βομβύκιο του, κάτω από ξερούς φλοιούς του πρέμνου ή σε μικρό βάθος στο έδαφος. Ενηλικιώνεται κατά τον Silvestri (1943) τον Ιούνιο-Ιούλιο και ωοτοκεί στην άνω επιφάνεια των φύλλων της αμπέλου. Η προνύμφη μπαίνει απευθείας στο μεσόφυλλο όπου ορύσσει στην αρχή μια νηματοειδή οφιοειδή στοά. Αργότερα η στοά ευρύνεται και παίρνει τη μορφή θαλάμου με ποικίλο σχήμα (ωοειδές, στενόμακρο, ακανόνιστο) και τελικές διαστάσεις 14 x 7mm. Την περίοδο βλάστησης της αμπέλου, η νύμφωση γίνεται συνήθως στο φύλλο. Στην Ελλάδα, όπως και στις πιο πολλές χώρες, οι ζημιές είναι τοπικές και όχι συχνές ούτε αξιόλογες. Στην Εύβοια αφορούν κυρίως κρεββατίνες των ποικιλιών Εφτάκοιλο, Σουλτανίνα και Ροζάκι (Λελάκης 1961). Γενικά, η ζημιά ποικίλλει πολύ με την περιοχή και με την ποικιλία του αμπελιού.

Καταπολέμηση. Όταν είναι απαραίτητη, πρέπει να κατευθυνθεί εναντίον των ενηλίκων και των νεαρών προνυμφών. Δοκιμάστηκαν ορισμένα οργανοφωσφορούχα εντομοκτόνα.




Βιβλιογραφία

  1. "Έντομα καρποφόρων δέντρων και αμπέλου", Μ.Ε. Τζανακάκης- Β.Ι. Κατσόγιαννός, 1998.


Ωτιόρρυγχος

Ενήλικα

Οτιόρρυγχος

Έντομα που ανήκουν στα ρυγχοφόρα Κολεόπτερα. Το ρύγχος τους είναι σχετικά κοντό και πλατύνεται στο κορυφαίο μέρος του. Έντομα που δεν έχουν οπίσθιες (μεμβρανώδεις) πτέρυγες, συνεπώς δεν μπορούν να πετάξουν. Ως εκ τούτου μετακινούνται και διασπείρονται βαδίζοντας. Τα έλυτρα είναι ενωμένα μεταξύ τους. Οι πλείστοι ωτιόρρυγχοι, έχουν σώμα θαμπό, σκοτεινοκάστανο, σκωριώδες, ή μαύρο. Τα πλείστα είδη είναι παρθενογενετικά, ενώ σε ορισμένα παρατηρούνται και αρσενικά, άλλα σπάνια (Hoffmann 1963). Είναι νυκτόβια και πολυφάγα. Ορισμένα είδη έχουν σαφή προτίμηση για ορισμένο φυτικό είδος ή φυτική οικογένεια.

Βιολογία-ζημιές

Οι Ωτιόρρυγχοι[1] έχουν κατά κανόνα μια γενεά το έτος. Διαχειμάζουν ως αναπτυγμένες προνύμφες σε κελί στο έδαφος. Νυμφώνονται και ενηλικιώνονται την άνοιξη. Τα ενήλικα την ημέρα κρύβονται στο έδαφος ή και σε άλλα καταφύγια στη βάση των φυτών-ξενιστών και τη νύχτα ανεβαίνουν στο φύλλωμα όπου τρώνε οφθαλμούς, νεαρά εμβόλια, τρυφερούς βλαστούς, φύλλα, ή ακόμα και ανθοταξίες. Η διάβρωση των φύλλων από τα πλείστα είδη συνίσταται σε αφαίρεση περίπου ημικυκλικών τμημάτων της περιμέτρου του ελάσματος των φύλλων. Όμως το Otiorrhynchus sulcatus, που συχνά προσβάλλει την άμπελο στη δυτική και κεντρική Ευρώπη και υπάρχει και στην Ελλάδα, προκαλεί ακανόνιστες διαβρώσεις σε ολόκληρο το έλασμα (Hoffmann 1963). Οι ωτιόρρυγχοι ωοτοκούν συνήθως την άνοιξη, στο έδαφος ή στο φύλλωμα, οπότε τα αυγά πέφτουν στο έδαφος. Οι προνύμφες είναι γαιόβιες, ριζοφάγες και πολυφάγες. Τρώνε ριζίδια, ρίζες και υπόγειο φλοιό των πρέμνων και άλλων ξενιστών, δενδρωδών ή ποωδών. Την αισθητή ζημιά προκαλούν τα ενήλικα. Στην άμπελο, στη χώρα μας, έχει διαπιστωθεί βλάβη από τουλάχιστον 11 είδη του γένους αυτού, το δε μέγεθος της βλάβης ποικίλλει με τα είδη. Δυο ή περισσότερα από τα είδη αυτά μπορεί να συνυπάρχουν στον ίδιο αμπελώνα. Τα ίδια είδη μπορούν να βλάψουν και γιγαρτόκαρπα δέντρα ή άλλα Rosaceae.

Συμπτώματα

Κατά το Ισαακίδη (1936), τα ενήλικα εμφανίζονται στους αμπελώνες από τα τέλη Μαρτίου και τον Απρίλιο, η δε παρουσία τους παρατείνεται ως τα τέλη Μαΐου. Στην αρχή τρώνε οφθαλμούς και νεαρούς βλαστούς. Αργότερα τρώνε φύλλα και φλοιό. Προσβολή από πυκνό πληθυσμό κάνει τα κλήματα να φαίνονται όπως μετά από δυνατό χαλάζι. Η κύρια βλάβη αρχίζει με το φούσκωμα των οφθαλμών και συνεχίζεται ώσπου οι εκπτυσσόμενοι βλαστοί να αποκτήσουν μήκος 4 cm. Η βλάβη οφθαλμών και βλαστών επηρεάζει και την εσοδεία του επόμενου έτους. Οι πληθυσμοί των ωτιορρύγχων έχουν περιοριστεί αισθητά τα τελευταία χρόνια.

Καταπολεμηση

Σε περιοχές όπου παρατηρούνται ζημιές τακτικά, συνιστάται ένας ψεκασμός των πρέμνων με οργανικό συνθετικό εντομοκτόνο επαφής μεγάλης ή έστω μέτριας διάρκειας, κατά προτίμηση δε από εκείνα που είναι συμβιβάσιμα με πρόγραμμα ολοκληρωμένης καταπολέμησης των εχθρών της αμπέλου. Η επέμβαση γίνεται με το φούσκωμα των οφθαλμών, εκτός αν τοπική πείρα δείξει ότι πρέπει να γίνει λίγο αργότερα. Την άνοιξη και ιδιαίτερα την περίοδο της έκπτυξης των οφθαλμών, η άμπελος είναι δυνατόν να ζημιωθεί τοπικά και από προνύμφες ή ενήλικα φυλλοφάγων ειδών διάφορων τάξεων, που ανήκουν στις οικογένειες, Phaneropteridae, Tettigoniidae, Scarabaeidae, Tenebrionidae, Chrysomelidae, Arctiidae, Zygaenidae, Sphingidae και Noctuidae. Καταπολεμούνται όπως οι ωτιόρρυγχοι, με εντομοκτόνα επαφής. Εναντίον προνυμφών Noctuidae προχωρημένων σταδίων, που την ημέρα κρύβονται στο έδαφος κοντά στον κορμό των πρέμνων, μπορεί να χρειαστεί και πιτυρούχο εντομοκτόνο δόλωμα που σκορπίζομε λίγο προτού σκοτεινιάσει.




Βιβλιογραφία

  1. "Έντομα καρποφόρων δέντρων και αμπέλου", Μ.Ε. Τζανακάκης- Β.Ι. Κατσόγιαννός, 1998.


Pulvinaria vitis L.

Ενήλικο. Το θηλυκό [1] είναι σε κάτοψη ωοειδές, σχεδόν απιόσχημο, με πλατύτερο το οπίσθιο μέρος και με λίγες εγκάρσιες πτυχές. Κατά τους Balachowsky and Mesnil (1935), οι διαστάσεις του σε ηλικία ωοτοκίας είναι 4-5 x 3-4mm και το χρώμα του σκοτεινοκάστανο, σχεδόν μαύρο. Κατά τους Κάττουλα και Ευαγγελόπουλο (1967α), που μελέτησαν το έντομο στην περιοχή Θεσσαλονίκης, οι διαστάσεις του είναι κατά πολύ μεγαλύτερες, 8,4 x 6,3mm και το χρώμα του κιτρινοκάστανο ως ελαιόχρουν, με σκοτεινότερες κηλίδες. Αργότερα, μετά την ωοτοκία, γίνεται σκοτεινοκάστανο. Το μέγεθος του σώματος φαίνεται να επηρεάζεται από το είδος και την κατάσταση του φυτού-ξενιστή. Την περίοδο ωοτοκίας το θηλυκό εκκρίνει άφθονα λευκά σαν βαμβάκι κηρώδη νήματα, που δημιουργούν στο πίσω και κοιλιακό μέρος του σώματός του ογκώδη ωοσάκκο, που περιέχει 1.500-2.000 ή περισσότερα, κατ’ άλλους σκοτεινοκάστανα ή υπέρυθρα και κατ’ άλλους ανοιχτοπορτοκάλινα αυγά. Ο ωόσακκος αυτός παρεμβάλλεται μεταξύ του σώματος του θηλυκού και του υποστρώματος, κατά τρόπο ώστε το οπίσθιο μέρος του σώματος να ανασηκώνεται και να μπορεί να πάρει γωνία ως και 90 με το υπόστρωμα. Σε πληθυσμό της περιοχής Θεσσαλονίκης το μέσο μέγεθος του ωοσάκκου ήταν 10,4 x 7,4 mm. Το αρσενικό είναι πτερωτό, ανοιχτοκάστανο, μήκους 1,7 mm.

Προνύμφη. Η πρώτου σταδίου είναι πορτοκαλόχρωμη, η δευτέρου σταδίου ωχροκίτρινη ως ανοιχτοκάστανη και η τρίτου σταδίου ωχροκίτρινη ως ελαιόχρους.

Ξενιστές. Άμπελος, φουντούκια, τριανταφυλλιά, ροδακινιά, κράταιγος, κλήθρα, ιτιά, λεύκα και άλλα δέντρα. Είναι πολυφάγο, αλλά στην Ελλάδα προσβάλλει από τα καλλιεργούμενα φυτά κυρίως την άμπελο.

Βιολογία-ζημιές. Έχει μια γενεά το έτος. Κατά τους Balachowsky and Mesnil (1935) διαχειμάζει ως προνύμφη 2ου σταδίου στον φλοιό των κληματίδων, βραχιόνων και κορμού και γενικότερα των κλαδίσκων και κλάδων των φυτών-ξενιστών. Οι Κάττουλας και Ευαγγελόπουλος αναφέρουν ότι στην περιοχή Θεσσαλονίκης το κοκκοειδές αυτό διαχειμάζει ως ενήλικο, ενώ κατά τον Paloukis διαχειμάζει κυρίως ως αναπτυγμένη προνύμφη (3ου σταδίου). Η διαχειμάσασα προνύμφη 3ου σταδίου ενεργοποιείται και εξελίσσεται σε ενήλικο τα τέλη Απριλίου με αρχές Μαΐου. Τα ενήλικα θηλυκά παρατηρούνται κυρίως Μάϊο-Ιούνιο και ωοτοκούν. Προνύμφες 1ου σταδίου παρατηρούνται Ιούνιο-Ιούλιο, 2ου σταδίου Αύγουστο-Σεπτέμβριο και 3ου σταδίου από μέσα Σεπτεμβρίου ως τέλη Οκτωβρίου και στη συνέχεια διαχειμάζουν. Οι προνύμφες 1ου σταδίου μετακινούνται και εγκαθίστανται κυρίως στα φύλλα, οι πλείστες στην κάτω επιφάνεια, κατά μήκος του κεντρικού νεύρου και λιγότερες κατά μήκος δευτερευόντων νεύρων. Ανήλικα και ενήλικα, εκτός από μύζηση χυμού, παράγουν άφθονα μελιτώδη απεκκρίματα που ευνοούν τους μύκητες της καπνιάς και ρυπαίνουν τους βότρεις και ολόκληρο το φυτό. Τόσο στην άμπελο, όσο και στα καρποφόρα δέντρα, οι ζημιές που προκαλεί είναι σποραδικές και συνήθως περιορισμένες.

Καταπολέμηση. Στην περιοχή Θεσσαλονίκης σε Ροζακί, ήταν αποτελεσματικός ένας ψεκασμός την 3η Ιουλίου, εναντίον νεαρών προνυμφών, με azinphos-methyl, methidathion, phosalone, phosmet, ή θερινό ορυκτέλαιο (Paloukis 1983). Ικανοποιητικό αποτέλεσμα είχαν και οι Κάττουλας και Ευαγγελόπουλος ψεκάζοντας με phosalone τα τέλη Ιουνίου, περίοδο εκκόλαψης του πλείστου των προνυμφών. Σε περίπτωση χειμερινού ψεκασμού συνιστάται χειμερινό ορυκτέλαιο 2-3 % μόνο του, ή με προσθήκη parathion 0,05 % (Della Beffa 1962).




Βιβλιογραφία

  1. "Έντομα καρποφόρων δέντρων και αμπέλου", Μ.Ε. Τζανακάκης- Β.Ι. Κατσόγιαννός, 1998.

Anomala vitis F.

Ενήλικο. [1] Σώμα κοντόχοντρο, ωοειδές, διαστάσεων 15 x 10 mm και χρώμα ωραίο πράσινο σκοτεινό μεταλλικό. Το χρώμα όμως ποικίλλει και πληθυσμοί με δεσπόζον χρώμα μεταλλικό κυανούν ή ιώδες δεν είναι σπάνιοι. Κατά μήκος της οπίσθιας πλευράς του προνώτου έχει ένα αβαθές αυλάκι. Το εξωτερικό νύχι των προθωρακικών και μεταθωρακικών ποδιών είναι χωρισμένο στα δυο (διπλό στην κορυφή). Μακροσκοπικά μοιάζει με άλλα είδη του ίδιου γένους, των οποίων τα A. ausonia, A. dubia και A. oblonga έχουν τον ίδιο τρόπο ζωής και συνυπάρχουν σε πολλές μεσογειακές χώρες με το A. vitis. Χρειάζεται συνεπώς προσεκτική εξέταση πριν αποφανθούμε με βεβαιότητα για την ταυτότητα του είδους αυτού.

Προνύμφη. Χαρακτηριστική των προνυμφών των γαιόβιων Scarabaeidae σε σχήμα και χρώμα.

Ξενιστές. Είναι πολυφάγο. Το ενήλικο προσβάλλει την άμπελο και ποικίλα, καρποφόρα, καλλωπιστικά και δασικά δέντρα και θάμνους. Η προνύμφη τρέφεται από ρίζες της αμπέλου, αγροστωδών και άλλων φυτών, κατά ορισμένους δε συγγραφείς κυρίως από οργανική ουσία σε αποσύνθεση και δευτερευόντως από ζωντανές ρίζες.

Βιολογία-ζημιές. Σε περιοχές με το κλίμα της Ελλάδας και της Ιταλίας έχει μια γενεά το έτος. Διαχειμάζει κατά κανόνα ως προνύμφη, στο έδαφος. Νυμφώνεται την άνοιξη και τα ενήλικα βγαίνουν από το έδαφος κατά τις αρχές ή τα μέσα του θέρους. Συχνά η έξοδος των ενηλίκων γίνεται κατά μεγάλους αριθμούς (μαζική έξοδος) και τα έντομα δημιουργούν μεγάλα σμήνη που μπορεί να προκαλέσουν σοβαρές ζημιές σε άμπελο, μηλοειδή και άλλα πλατύφυλλα δέντρα και θάμνους. Το ενήλικο τρώει τα φύλλα εκτός των κύριων νεύρων, τους οφθαλμούς και τις τρυφερές κορυφές των βλαστών. Μπορεί όμως να φάει και νεαρούς καρπούς. Ωοτοκεί σε αμμώδες και ελαφρό κατά προτίμηση έδαφος. Γι’ αυτό συναντούμε το έντομο αυτό πιο συχνά σε παραθαλάσσιες και παραποτάμιες περιοχές. Η ζημιά που μπορεί να προκαλέσουν οι προνύμφες στις ρίζες των φυτών δεν είναι τόσο αισθητή, ούτε εύκολο να προσδιοριστεί. Τα τελευταία χρόνια δεν έχουν παρατηρηθεί αξιόλογες ζημιές από το έντομο αυτό.

Καταπολέμηση. Όταν διαπιστωθεί σοβαρή προσβολή από ενήλικα, συνιστάται ψεκασμός ή επίπαση με οργανικό συνθετικό εντομοκτόνο.




Βιβλιογραφία

  1. "Έντομα καρποφόρων δέντρων και αμπέλου", Μ.Ε. Τζανακάκης- Β.Ι. Κατσόγιαννός, 1998.


Τερμίτες

Τερμίτες (Isoptera)

Πρόκειται για τάξη ξυλοφάγων εντόμων, που περιλαμβάνει τη μεγάλη και σημαντική ομάδα των τερμιτών. Τα διάφορα γένη της τάξης αυτής χαρακτηρίζονται από την πολυσύνθετη κοινωνική τους οργάνωση και από τον έντονο πολυμορφισμό τους.

Τα τρία μέρη του θώρακά τους μοιάζουν σε σχήμα και μέγεθος, η κοιλιά ενώνεται με τον θώρακα σε όλο το πλάτος της, χωρίς μίσχο, έχουν κέρκους, οι κεραίες τους δεν είναι γονατοειδείς, στις πτερωτές μορφές οι πρόσθιες πτέρυγες είναι περίπου ίσες και όμοιες με τις οπίσθιες, οι άπτερες μορφές έχουν υπόλευκο ή υποκίτρινο χρώμα και δεν κυκλοφορούν στην επιφάνεια του εδάφους, της ξυλείας, των φυτών και γενικά των υλικών που προσβάλλουν. Είναι συνεπώς εύκολο να διακρίνουμε τους τερμίτες [1] από τα μυρμήγκια. Η κάθε κοινότητα τερμιτών ζεί μέσα σε φωλιά που κατασκευάζουν στο έδαφος ή μέσα στο ξύλο. Τρώνε ξύλο, προϊόντα ξύλου και πτώματα, εκδύματα και αποχωρήματα ατόμων της κοινότητάς τους. Καταστρέφουν κάθε είδους ξυλεία και άλλα υλικά από κυτταρίνη. Από τα δύο είδη τερμιτών που υπάρχουν στην Ευρώπη, ο Kalotermes flavicollis (F.) δεν έχει ανάγκη από μεγάλη υγρασία και ζεί συνήθως υπέργεια, μέσα σε στύλους, δέντρα, κομμένη ξυλεία ή ξύλινες οικοδομές και κατασκευές. Μπορεί να εγκατασταθεί μέσα σε πρέμνα, ιδιαίτερα όταν ένα τμήμα του υπέργειου τμήματός τους έχει νεκρωθεί και να επιταχύνει τη νέκρωση του υπόλοιπου πρέμνου διαβρώνοντας το καρδιόξυλο.

Ο άλλος ευρωπαϊκός τερμίτης, Reticulitermes lucifugus (Rossi), έχει ανάγκη από υγρό περιβάλλον. Η κοινωνία εγκαθιστά τη φωλιά της μέσα στο έδαφος και τα μέλη της προσβάλλουν γειτονική ξυλεία στην οποία φτάνουν με στοές που δημιουργούν. Οι κοινωνίες του έχουν πολύ περισσότερα μέλη από του προηγούμενου είδους, συνεπώς και η ζημιά που καθεμιά προκαλεί είναι συνήθως σοβαρότερη. Μπορεί να εγκαταστήσει φωλιά σε αμπελώνα που έχει ξύλινους στύλους ή πασσάλους και στη συνέχεια, δια του εδάφους, να μπεί σε γειτονικά υγιή πρέμνα από εκτεθειμένο ξύλο του υπόγειου μέρους τους. Πληγές που εκθέτουν το ξύλο σε προσβολή από τερμίτες προκαλούνται από γεωργικά μηχανήματα, από παλιότερο κλάδευμα, από έντομα ή από παθογόνα που νεκρώνουν φλοιό και σομφό ξύλο. Εκτός από το καρδιόξυλο, το R. lucifugus μπορεί να καταναλώσει και την εντεριώνη των κληματίδων, επηρεάζοντας ελαφρά την ευρωστία του πρέμνου. Τέτοια περίπτωση διαπιστώσαμε σε αμπελώνα της Χαλκιδικής (Μ.Ε. Τζανακάκης, προσωπική παρατήρηση). Η βλάβη από τερμίτες συνήθως δεν γίνεται αντιληπτή, ώσπου ένας βραχίονας ή ολόκληρο πρέμνο σπάσει μετά από πίεση, κρούση ή με τον άνεμο. Παλιοί και παραμελημένοι αμπελώνες προσβάλλονται συχνότερα.

Καταπολέμηση. Συνιστάται η απομάκρυνση και κάψιμο των προσβεβλημένων στύλων και πασσάλων, η αφαίρεση των νεκρωμένων τμημάτων των πρέμνων και η ανεύρεση των φωλιών στο έδαφος, τις οποίες σκονίζομε ή ψεκάζουμε με εντομοκτόνο επαφής, κατά προτίμηση μεγάλης διάρκειας. Σε περιοχές όπου διαπιστώνεται συχνή παρουσία τερμιτών, προτιμότερη είναι η πρόληψη εγκατάστασής τους. Συνιστάται οι στύλοι και πάσσαλοι να είναι εμποτισμένοι με κατάλληλο για τερμίτες και μύκητες φάρμακο και να αποφεύγονται πληγές των πρέμνων ιδιαίτερα προς τη βάση του κορμού.

Σχετικές σελίδες




Βιβλιογραφία

  1. "Έντομα καρποφόρων δέντρων και αμπέλου", Μ.Ε. Τζανακάκης- Β.Ι. Κατσόγιαννός, 1998.


Τζιτζικάκι

Τζιτζικάκι

Μορφολογία

Το ακμαίο μοιάζει με μικρό τζιτζικάκι έχει μήκος 2-3 mm, έχει πράσινο ή ροζ χρώμα και μετακινείται πηδώντας πάνω στους φυτικούς ιστούς. Το αυγό είναι λευκό, υαλώδες και επίμηκες μήκους 0,7 mm. Η επώαση διαρκεί 5-7 ημέρες. Η νύμφη είναι λευκή και υαλώδης αρχικά ενώ στη συνέχεια αποκτά πράσινο ή ροζ χρώμα. Διανύει πέντε ηλικίες μέχρι να ολοκληρώσει την ανάπτυξή της. Η νύμφη είναι ευκίνητη και μετακινείται με πλάγια κίνηση.

Βιολογία

Διαχειμάζει ως ακμαίο σε διάφορα καταφύγια τα οποία εγκαταλείπει την άνοιξη και εγκαθίστανται στους αμπελώνες. Ο βιολογικός κύκλος διαρκεί δυο περίπου μήνες και συμπληρώνει 3-4 γενεές ανάλογα με τις κλιματικές συνθήκες.

Συμπτώματα - ζημιές

Οι ζημιές που προκαλούνται από το τζιτζικάκι δεν είναι σοβαρές επειδή οι πληθυσμοί διατηρούνται σε ανεκτά επίπεδα από την δράση φυσικών εχθρών. Όμως, η υπερβολική χρήση των εντομοκτόνων προκαλεί μείωση της αποτελεσματικότητας των φυσικών εχθρών, επομένως είναι δυνατόν να εξελιχθούν σε αξιόλογους εχθρούς ανάλογα με την περιοχή. Για παράδειγμα σε ορισμένες περιοχές της Κρήτης το τζιτζικάκι εξελίχθηκε σε σημαντικό εχθρό για τις ποικιλίες Ραζακί και Σουλτανίνα. Προκαλεί εσχαρώσεις και μεταχρωματισμό στα φύλλα που οφείλονται στα νύγματα διατροφής. Νύσσουν και μυζούν τα φύλλα και τους βλαστούς ενώ ορισμένα είναι φορείς φυτονόσων. Η φυλλική επιφάνεια μειώνεται σημαντικά επομένως και η φωτοσυνθετική δραστηριότητα του φυτού. Τέλος Αυγούστου παρατηρείται πτώση των φύλλων με αποτέλεσμα την κακή ωρίμανση των σταφυλιών και την ανεπαρκή ξυλοποίηση των κληματίδων.

Καταπολέμηση

Για την πρώτη γενεά του εντόμου δεν γίνεται καταπολέμηση. Επεμβάσεις γίνονται για την δεύτερη και την τρίτη γενεά κυρίως τέλος Ιουνίου και στις αρχές Αυγούστου, που είναι αρκετές ώστε να αποτρέψουν σοβαρές ζημιές. Το όριο επιζημιότητας για την πρώτη επέμβαση τοποθετείται στις 100 νύμφες ανά 100 φύλλα ενώ για την δεύτερη επέμβαση 50 νύμφες ανα 100 φύλλα. Τα εντομοκτόνα που χρησιμοποιούνται είναι: methidathion, vamidothion και oxydemeton-methyl.




Ερίνωση

Ερίνωση

Μορφολογία

Είναι μικροσκοπικό άκαρι, μήκους 0,15-0,20 mm. Το σώμα του είναι κυλινδρικό σκωληκόμορφο που φέρει πολυάριθμους εγκάρσιους δακτυλίους με δυο ζεύγη ποδών.

Βιολογία

Διαχειμάζει ως τέλειο στις ρωγμές του φλοιού των κληματίδων ή στους εξωτερικούς χιτώνες των οφθαλμών. Συμπληρώνει 6-8 γενεές το χρόνο. Την άνοιξη τα ακάρεα μεταναστεύουν στα εκπτυσσόμενα φύλλα όπου δημιουργούν αποικίες.

Συμπτώματα - ζημιές

Τα συμπτώματα απ' αυτόν τον εχθρό στην πάνω επιφάνεια των φύλλων της αμπέλου είναι υπέρυθρα ή υποπράσινα εξογκώματα ή κηλίδες ενώ στα αντίστοιχα σημεία στην κάτω επιφάνεια υπάρχουν κοιλώματα με υπερτροφικές τρίχες, οι οποίες δημιουργούνται από την αντίδραση του φυτού στην παρασιτική δραστηριότητα του ακάρεος. Τα κοιλώματα αυτά αρχικά εμφανίζονται σαν λευκές μεμονωμένες κηλίδες ενώ στη συνέχεια γίνονται καστανές υπέρυθρες. Σε περίπτωση που ο πληθυσμός είναι μεγάλος οι κηλίδες ενώνονται και καλύπτουν μεγάλο μέρος των φύλλων. Επομένως, τα φύλλα δεν αναπτύσσονται, νεκρώνονται και παραμένουν πάνω στους βλαστούς.

Καταπολέμηση

Για την καταπολέμηση του ακάρεος κάνουμε έναν χειμερινό ψεκασμό με πολτούς και με DNDC ενώ μόλις αρχίσει η έκπτυξη των οφθαλμών ψεκάζουμε με βρέξιμο θειάφι ή ακαρεοκτόνα και διασυστηματικά. Επαναλαμβάνουμε τον ψεκασμό μετά από 15-20 ημέρες. Κατάλληλο ακαρεοκτόνο θεωρείται το dicofol ενώ από τα εντομοκτόνα αποτελεσματικό είναι το endosulfan.




Κόκκινος τετράνυχος

Κόκκινος τετράνυχος

Μορφολογία

Το θηλυκό είναι ωοειδές με διογκωμένο σώμα μήκους 0,4 mm. Αρχικά έχει καστανοπράσινο χρώμα ενώ στη συνέχεια αποκτά ένα ερυθροκαστανό χρώμα. Στο νώτο φέρει ανοικτότερα σμηριγγοφόρα φυμάτια. Το αρσενικό είναι μικρότερο και στενεύει προς τα πίσω.

Τα αυγά το χειμώνα έχουν διάμετρο 0,1 mm, είναι σφαιρικά και πεπιεσμένα. Είναι καλυμμένα με σκληρό κηρώδες κέλυφος, φέρουν αυλακώσεις και είναι ροδόχροα. Τα θερινά αυγά έχουν λεπτότερο κέλυφος, είναι σφαιρικά και έχουν ανοικτότερο χρώμα από τα χειμερινά.

Βιολογία

Διαχειμάζει στο στάδιο του αυγού το χειμώνα και βρίσκεται σε ομάδες πάνω στο φλοιό του κορμού και των κλάδων της αμπέλου, στα ρυτιδώματα του φλοιού ή στους χιτώνες των οφθαλμών. Το έντομο μπορεί να συμπληρώσει 10 γενεές το χρόνο. Τα αυγά βρίσκονται σε διάπαυση και η ανάπτυξη του εμβρύου δεν αρχίζει αν η θερμοκρασία δεν κατέβει στους 7oC. Στη συνέχεια για την ανάπτυξη του εμβρύου θα πρέπει να αυξηθεί ελαφρά η θερμοκρασία.

Τέλος, Μαρτίου με αρχές Απριλίου εκκολάπτονται οι προνύμφες, οι οποίες αρχίζουν να νύσσουν την κάτω επιφάνεια των φύλλων. Η ανάπτυξη τους ολοκληρώνεται την άνοιξη σε 20 ημέρες, το καλοκαίρι σε 7-8 και το φθινόπωρο σε 20-25. Αρχές Μαΐου εμφανίζονται τα πρώτα ακμαία και τα θηλυκά αφού γονιμοποιηθούν αρχίζουν την ωοτοκία σε τρεις ημέρες. Η μέση διάρκεια ζωής των θηλυκών είναι 16 ημέρες το θέρος, στη διάρκεια των οποίων εναποτίθενται 10-90 αυγά από κάθε άτομο. Η ανάπτυξη και ο πολλαπλασιασμός των ακαρέων ευνοούνται από την υψηλή θερμοκρασία και την ξηρασία.

Συμπτώματα - ζημιές

Τα προσβεβλημένα απ' τον εχθρό φύλλα εμφανίζουν μια υπόφαια, μεταξώδη, χαρακτηριστική όψη, η οποία οφείλεται στον ιστό του ακάρεος. Για τον λόγο αυτό έχουμε μείωση της φωτοσυνθετικής δραστηριότητας με τελικό αποτέλεσμα να ξηραίνονται και να πέφτουν πρόωρα.

Καταπολέμηση

Τα διαχειμάζοντα αυγά καταπολεμούνται δύσκολα γι’ αυτό το λόγο επεμβάσεις γίνονται λίγο πριν την εκκόλαψη αφού τότε τα αυγά είναι περισσότερο ευαίσθητα. Επεμβάσεις γίνονται και μετά την εκκόλαψη των αυγών του χειμώνα. Ο πολλαπλασιασμός του ακάρεος μειώνεται σημαντικά από το αρπακτικό άκαρι Typhlodromus pyri και τα κολεόπτερα Stethorus spp.

Εναντίον των ακμαίων και άλλων κινητών σταδίων χρησιμοποιούνται: dimitraz, dicofol κ.α. Ενώ κατά των αυγών χρησιμοποιείται το tetradifon. Επεμβάσεις γίνονται και με μίγματα όπως: dicofol + tetradifon.




Θρίπας της αμπέλου

Θρίπας της αμπέλου

Ενήλικο. Είναι μήκους 0,6-0,9mm, κιτρινωπό, με σύνθετους και απλούς οφθαλμούς ερυθροκάστανους και κεραίες με 6 άρθρα των οποίων τα 3 κορυφαία καστανωπά. Το αρσενικό έχει στα πλάγια του 9ου κοιλιακού δακτυλίου δυο κυρτές προς τα μέσα τριχόμορφες αποφύσεις που διασταυρώνονται στην άκρη της κοιλιάς (Silvestri 1939).

Προνύμφη. Η νεαρή είναι υπόλευκη με κόκκινους οφθαλμούς.

Ξενιστές. Πολλοί, μεταξύ των οποίων η ευρωπαϊκή άμπελος, αμερικανικά Vitis και υβρίδιά τους και ιδιαίτερα V. riparia, φουντουκιά, ιτιές, δρύς και σφένδαμος.

Βιολογία-ζημιές. Αναφέρεται ότι στην Ιταλία συμπληρώνει 2 γενεές το έτος, ενώ στην Καλιφόρνια 5-6. Ο Θρίπας [1] διαχειμάζει ως ενήλικο (πιθανώς συζευγμένο θηλυκό) κάτω από το ξηρόφλοιο των πρέμνων και σε άλλα καταφύγια. Δραστηριοποιείται την άνοιξη, με την έναρξη της νέας βλάστησης. Προσβάλλει εκπτυσσόμενους οφθαλμούς, τρυφερούς βλαστούς, φύλλα, ποδίσκους, ανθοταξίες και γενικά κάθε τρυφερή βλάστηση. Εισάγει τα αυγά του στο έλασμα των φύλλων και καλύπτει τα σημεία ωοτοκίας με σκοτεινόχρωμο έκκριμα. Οι προνύμφες νύσσουν ή ξύνουν και μυζούν το περιεχόμενο των κυττάρων όπως τα ενήλικα. Όταν συμπληρώσουν την ανάπτυξή τους νυμφώνονται στα φύλλα ή στο έδαφος. Οι διαβρώσεις, προκαλούν νεκρώσεις και ουλές, εμποδίζουν την κανονική ανάπτυξη των οργάνων του φυτού, προκαλώντας ακόμα και βραχυγονάτωση, μικροφυλλία και παραμόρφωση φύλλων. Τα συμπτώματα στα φύλλα θυμίζουν προσβολή από ορισμένους μύκητες. Στην Ιταλία, προ πολλών ετών, παρατηρήθηκαν ως 60 προνύμφες ανά cm2 φύλλων. Αναφέρεται ότι στο νομό Ηρακλείου, τα ενήλικα δραστηριοποιούνται νωρίς (τέλη Μαρτίου) και η ζημιά στην άμπελο μπορεί να είναι αξιόλογη (Περιφ. Κέντρο Προστ. Φυτών & Ποιοτ. Ελ. Ηρακλείου 1997). Επειδή το έντομο υπάρχει στην ηπειρωτική και νησιωτική Ελλάδα, χωρίς να προσβάλλει εκεί την άμπελο, η ταυτότητα του θρίπα που ζημιώνει την άμπελο στην Κρήτη χρειάζεται επιβεβαίωση.

Καταπολέμηση. Συνήθως αρκεί ένας έγκαιρος ψεκασμός με κατάλληλο εντομοκτόνο, όταν η άμπελος βρίσκεται στα πρώτα βλαστικά στάδια (D-E), δηλαδή στην έκπτυξη των πρώτων φύλλων και προτού εμφανιστούν οι βότρεις (Περιφ. Κέντρο Προστ. Φυτών & Ποιοτ. Ελ. Ηρακλείου 1997).




Βιβλιογραφία

  1. "Έντομα καρποφόρων δέντρων και αμπέλου", Μ.Ε. Τζανακάκης- Β.Ι. Κατσόγιαννός, 1998.


Θρίπας της Καλιφόρνιας

Θρίπας της Καλιφόρνιας

Ενήλικο. Ο Θρίπας [1] αυτός έχει μήκος 0,8-1 mm κεφαλή κατά το πλείστο κιτρινωπή, θώρακα καστανό με μέρη πορτοκαλί, κοιλιά καστανή, πόδια κίτρινα με μέρη καστανά και πρόσθιες πτέρυγες ανοιχτόχρωμες. Όπως όλοι οι θρίπες, έχει σώμα στενόμακρο και πτέρυγες πολύ στενές, με λεπτές τρίχες (κροσσούς) στην περίμετρό τους (Marullo and Tremblay 1993).

Αυγό. Νεφροειδές, μήκους περίπου 0,2 mm. Με τη βοήθεια του πριονωτού ωοθέτη εισάγεται στο παρέγχυμα του φύλλου ή του άνθους.

Προνύμφη. Υπάρχουν δυο προνυμφικά στάδια, που μοιάζουν κάπως με το ενήλικο, αλλά δεν έχουν πτέρυγες.

Νύμφη. Υπάρχουν δυο αμετακίνητα στάδια μεταξύ προνύμφης και ενηλίκου, το prepura ή prepseudopupa και το pupa ή pseudopupa. Τα στάδια αυτά βρίσκονται στο έδαφος, σε βάθος 1,5-2 cm, ή σε φυτικά υπολείμματα στην επιφάνεια του εδάφους (Arzone and Vidano 1990).

Ξενιστές. Είναι είδος εξαιρετικά πολυφάγο. Προσβάλλει τουλάχιστον 244 είδη φυτών, που ανήκουν σε 62 οικογένειες. Στην Ελλάδα, όπου η παρουσία του διαπιστώθηκε το 1988 στην Κρήτη (Poditakis 1991) και το 1992 στην Α. Μακεδονία, έχει προκαλέσει σοβαρές ζημιές στην άμπελο, σε πιπεριά θερμοκηπίου, σε φασολιές και σε ανθοκομικά φυτά (Π. Κατσόγιαννος 1992).

Βιολογία-ζημιές. Με βάση στοιχεία που δίνει ο Π. Κατσόγιαννος (1992), έχει στην Καλιφόρνια 5-7 γενεές το έτος. Διαχειμάζει ως ενήλικο στο έδαφος ή πάνω σε χαμηλή βλάστηση και ως νύμφη στο έδαφος. Την άνοιξη δραστηριοποιείται και αρχίζει να ωοτοκεί. Οι προνύμφες νύσσουν ή ξύνουν και μυζούν τρυφερούς φυτικούς ιστούς, όπως μέρη ανθέων, νεαρούς καρπούς, τρυφερά φύλλα και άλλη τρυφερή βλάστηση. Τα ενήλικα μπορούν επί πλέον, να τραφούν με γύρη, νέκταρ και αυγά ακάρεων, όπως τετρανύχων. Αφαιρώντας χυμό και χλωροπλάστες και τραυματίζοντας τους νεαρούς αναπτυσσόμενους φυτικούς ιστούς, το έντομο αυτό, όπως και άλλα συγγενή του, προκαλεί χλωρωτικά στίγματα ή κηλίδες, ουλές, εσχαρώσεις, ρωγμές ή και παραμορφώσεις οργάνων. Στην άμπελο, οι σχισμές ωοτοκίας σε άνθη, μικρές ράγες και ταξικαρπικούς άξονες, εξελίσσονται σε σκοτεινόχρωμα στίγματα των αναπτυγμένων ραγών που συχνά περιβάλλονται από χλωρωτική άλω ή και σε ρωγμές και σήψεις από δευτερογενείς μολύνσεις. Τα στίγματα αυτά μειώνουν την εμπορική αξία των επιτραπέζιων σταφυλιών. Σε νεκταρίνια προκαλούνται εσχάρωση, κηλίδωση και παραμόρφωση καρπών. Το F. occidentalis είναι φορέας του ιού του κηλιδωτού μαρασμού της τομάτας (TSWV) του ραβδωτού μωσαϊκού του καπνού και άλλων ιών των φυτών. Επίσης, η διάβρωση φυτικών ιστών που προκαλεί, διευκολύνει την είσοδο βακτηρίων και μυκήτων (Marullo and Tremblay 1993).

Καταπολέμηση. Έχουν χρησιμοποιηθεί πολλά οργανοφωσφορούχα και καρβαμιδικά εντομοκτόνα και ιδιαίτερα διασυστηματικά, όπως τα dimethoate, methamidophos, methomyl και oxamyl, αλλά και συνθετικά πυρεθροειδή όπως deltamethrin και cypermethrin, χλωριωμένοι υδρογονάνθρακες όπως endosulfan και lindane, και η αβερμεκτίνη abamectin (Π. Κατσόγιαννος 1992). Στη νότια Ιταλία σε λευκά επιτραπέζια σταφύλια, όταν ο πληθυσμός του εντόμου είναι πυκνός, συνιστούν δυο ψεκασμούς, τον πρώτο στην έναρξη της άνθησης και τον δεύτερο στην πλήρη άνθηση. Όταν ο πληθυσμός του εντόμου είναι αραιός, αρκεί ο πρώτος ψεκασμός. Συνιστούν εκεί ως πυκνότητα επέμβασης τα 10-15 έντομα ανά μπλέ χρωματική παγίδα και εβδομάδα και 2-3 έντομα ανά βοτρύδιο ανθοταξίας (Moleas et al. 1996). Επειδή πληθυσμοί του εντόμου αυτού γίνονται ανθεκτικοί στα οργανικά συνθετικά εντομοκτόνα σχετικά γρήγορα, πρέπει να χρησιμοποιούμε εντομοκτόνα όσο το δυνατόν αραιότερα, μέσα σε πρόγραμμα ολοκληρωμένης καταπολέμησης. Τέτοια προγράμματα περιλαμβάνουν εξαπολύσεις αρπακτικών Ημιπτέρων του γένους Orius και ακάρεα Phytoseiidae που διατίθενται στο εμπόριο, σε συνδυασμό με κατάλληλα εκλεκτικά εντομοκτόνα, όπως ρυθμιστικά της ανάπτυξης των εντόμων. Στην Κρήτη διαπιστώθηκε ότι τα Ημίπτερα Macrolophus caliginosus και είδη των γενών Nabis και Orius περιόρισαν πληθυσμό του F. occidentalis (Roditakis 1991). Σε θερμοκήπια μπορεί να είναι ικανοποιητική και μαζική παγίδευση με κολλητικές παγίδες κυανού χρώματος. Όταν προγραμματίζουμε καταπολέμηση καλό είναι να μην ξεχνούμε ότι τα αμετακίνητα στάδια της prepupa και pupa του εντόμου αυτού βρίσκονται στο έδαφος.

Άλλα είδη του ίδιου γένους. Στην νότια Ευρώπη υπάρχουν και άλλα είδη του γένους Frankliniella που προσβάλλουν καρποφόρα δέντρα, καλλωπιστικά και ανθοκομικά φυτά και λαχανικά. Οι Marullo and Tremblay (1993) δίνουν τα κυριότερα μορφολογικά χαρακτηριστικά για το διαχωρισμό των πέντε ειδών του γένους αυτού που υπάρχουν στην Ιταλία. Ανάμεσά τους είναι το Frankliniella intonsa Trybom, είδος πολυφάγο, που προκαλεί παραμορφώσεις σε βλαστούς, άνθη και καρπούς και ιδιαίτερα νεκταρινιάς. Στο ύπερο νεκταρινιών τα τραύματα φελλοποιούνται και προκαλούν παραμόρφωση των καρπιδίων.




Βιβλιογραφία

  1. "Έντομα καρποφόρων δέντρων και αμπέλου", Μ.Ε. Τζανακάκης- Β.Ι. Κατσόγιαννός, 1998.


Φυλλοξήρα

Μορφολογία

Φυλλοξήρα

Η φυλλοξήρα της αμπέλου εμφανίζεται με τέσσερις διαφορετικές μορφές:

  1. Κηκιδόβια φυλλόβια.
  2. Κηκιδόβια ριζόβια.
  3. Φυλογόνα πτερωτή.
  4. Έμφυλη άπτερη και οι ατελείς μορφές τους.


  1. Θεμελιωτική κηκιδόβια : Το σώμα του είναι ωοειδές, με χρώμα κιτρινοπράσινο, λεπτότερο προς τα πίσω και μήκος 1-1,5 mm. Αναπαράγεται παρθενογενετικά και δημιουργεί νέες γενεές φυλόβιων κηκιδόβιων ατόμων. Αφού υποστεί τρεις εκδύσεις είναι σεξουαλικά ώριμο σε διάστημα 15 ημερών και ωοτοκεί 500-600 αυγά, τα οποία είναι κίτρινα και έχουν μήκος 0,3 mm.
  2. Ριζόβια ακμαίο: Το σώμα του έχει σχήμα απιοειδές ή ωοειδές, με μήκος μέχρι 1mm με κιτρινοπράσινο χρώμα το καλοκαίρι και φαιοπράσινο το χειμώνα. Γεννάει γύρω στα 100 αυγά.
  3. Φυλογόνα πτερωτή: Το σώμα του έχει μήκος 1,3 mm και το χρώμα του είναι κίτρινο-πορτοκαλί με σκούρο μεσοθώρακα. Γεννάει 1-8 αυγά, τα οποία είναι υπόλευκα και δικτυωτά.
  4. Έμφυλη άπτερη: Έχει μικρό μέγεθος ( 0,25-0,45 mm ) και υποκίτρινο χρώμα. Είναι η μόνη μορφή που δεν έχει ρύγχος. Το θηλυκό τοποθετεί το αυγό στις ρωγμές των κληματίδων.

Βιολογία - ζημιές

Στην Αμερικάνικη άμπελο εμφανίζονται όλες οι μορφές της φυλλοξήρας, αντίθετα στην Ευρωπαϊκή εμφανίζεται μόνο η ριζόβια μορφή. Στην Αμερικάνικη άμπελο η εξέλιξη της φυλλοξήρας γίνεται ως εξής: Διαχειμάζει ως χειμερινό αυγό κάτω από ξηρούς φλοιούς ή σε άλλες προστατευμένες θέσεις του φλοιού του κορμού, των βραχιόνων ή των κληματίδων του πρέμνου. Την άνοιξη, με την έναρξη της νέας βλάστησης, από τα χειμερινά αυγά εκκολάπτονται τα ¨Θεμελιωτικά¨ ή ¨Ιδρυτικά¨ κηκιδόβια άτομα. Αυτά εγκαθίστανται στα φύλλα, τα οποία νύσσουν για να τραφούν, με αποτέλεσμα να δημιουργούν εξογκώματα στην κάτω επιφάνεια των φύλλων, τα οποία ονομάζονται κηκίδες. Μέσα στις κηκίδες ζει το θεμελιωτικό κηκιδόβιο άτομο μέχρι την τελική του ανάπτυξη και μετά από 15 ημέρες αρχίζει να ωοτοκεί παρθενογενετικά 500-600 αυγά.

Οι νεαρές προνύμφες δημιουργούν νέες κηκίδες μέσα στις οποίες εγκαθίστανται και αναπτύσσονται ως κηκιδόβιες ενώ ορισμένες από αυτές πηγαίνουν στη ρίζα και αναπτύσσονται ως ριζόβιες. Το φθινόπωρο, ορισμένα αυγά ριζοβίων δίνουν φυλογόνα πτερωτά άτομα. Τα άτομα αυτά είναι θηλυκά και γεννούν αυγά από τα οποία εκκολάπτονται τόσο θηλυκά όσο και αρσενικά άτομα. Αυτά θα αποτελέσουν τα έμφυλα άτομα που μεταναστεύουν στο υπέργειο τμήμα του φυτού και μετά την σύζευξη το θηλυκό τοποθετεί στις κληματίδες, ένα αυγό, το ¨χειμερινό αυγό¨ από το οποίο θα προέλθει η θεμελιωτική γενεά.

Στην Ευρωπαϊκή άμπελο η ριζόβια μορφή της φυλλοξήρας διαχειμάζει ως προνύμφη στο έδαφος. Τα ενήλικα και ανήλικα άτομα νύσσουν και μυζούν τα ριζίδια και τις ρίζες της αμπέλου δημιουργώντας φυμάτια στα ριζίδια και εξογκώματα (καρκινώματα) στις μεγάλες ρίζες. Λόγω της προσβολής έχουμε βαθμιαία καταστροφή του ριζικού συστήματος ενώ στο υπέργειο μέρος, έχουμε χλώρωση, ξήρανση των φύλλων, πρόωρη φυλλόπτωση, με τελικό αποτέλεσμα την ξήρανση ολόκληρου του φυτού. Η εξάπλωση της μορφής αυτής της φυλλοξήρας γίνεται με άτομα που μετακινούνται μέσα στο έδαφος από ρίζα σε ρίζα ή από άτομα που μετακινούνται στην επιφάνεια του εδάφους. Εξάπλωση της φυλλοξήρας παρατηρείται και με την χρησιμοποίηση μολυσμένου χώματος, πασσάλους, μολυσμένα εργαλεία ή υλικά συσκευασίας σταφυλιών. Συμπληρώνει 5 γενεές το χρόνο που μπορεί να φθάσουν τις 12-15.

Καταπολέμηση

Σε εγκαταστημένους αμπελώνες η καταπολέμηση της ριζόβιας μορφής της φυλλοξήρας είναι αδύνατη διότι θα προκληθούν σοβαρές ζημιές στα φυτά. Πριν από την φύτευση μπορούμε να κάνουμε απεντόμωση του εδάφους μολυσμένων περιοχών όμως αυτό δεν εξασφαλίζει την μη επανεγκατάσταση του εντόμου. Έτσι, ο μόνος αποτελεσματικός τρόπος είναι ο εμβολιασμός των ευρωπαϊκών ποικιλιών με ανθεκτικά αμερικάνικα υποκείμενα. Με αυτό τον συνδυασμό δημιουργείται ένα φυτό με απρόσβλητο φύλλωμα και ανθεκτικό ριζικό σύστημα.

Σαν υποκείμενα χρησιμοποιούνται τα αμερικάνικα είδη επειδή έχουν την ικανότητα να δημιουργούν γρήγορα φελλώδη ιστό γύρω από το προσβεβλημένο μέρος, εμποδίζοντας έτσι την επέκταση της σήψης των ριζών. Επίσης, ο χυμός των ριζών στα αμερικανικά είδη δεν είναι τόσο κατάλληλος ως τροφή για το έντομο όσο ο χυμός των ευρωπαϊκών ειδών.




Ψευδόκοκκος αμπέλου

Μορφολογία

Ψευδόκοκκος

Το θηλυκό δεν έχει πτέρυγες, το σώμα του είναι ωοειδές μήκους 2,5-5 mm και καλύπτεται από λευκή κηρώδη σκόνη ενώ το χρώμα του είναι ρόδινο ή φαιορόδινο. Φέρει περιφερειακά 17-18 ζεύγη κηρωδών αποφύσεων από τα οποία το τελευταίο είναι μικρότερο και είναι κινητό σε όλα τα στάδια. Το αρσενικό έχει πτέρυγες, οι οποίες είναι μικρότερες από το σώμα του και έχει μήκος 1 mm. Έχει τεφροκάστανο χρώμα με μαύρους οφθαλμούς και μακριές τριχωτές κεραίες.

Βιολογία

Το έντομο συμπληρώνει 3-4 γενεές το χρόνο και διαχειμάζει κάτω από το φλοιό των πρέμνων της αμπέλου, σε προφυλαγμένες θέσεις καθώς και στις ρίζες σε βάθος 60 cm ή περισσότερο. Την άνοιξη πολλαπλασιάζετε σε όλα τα ποώδη όργανα του φυτού (φύλλα, ταξιανθίες, βλαστούς). Το θηλυκό ωοτοκεί μέχρι 400 αυγά τα οποία βρίσκονται σε ωόσακκο που έχει βαμβακώδη υφή.

Ζημιές

Από την προσβολή του εντόμου τα φυτικά μέρη κιτρινίζουν, είναι καχεκτικά και τελικά ξηραίνονται. Στα φύλλα αναπτύσσεται καπνιά λόγω των μελιτωδών ουσιών ενώ η ρύπανση των σταφυλιών από τα αποχωρήματα του εντόμου προκαλεί την ποιοτική τους υποβάθμιση.

Καταπολέμηση

Για την καταπολέμηση του ψευδόκοκκου γίνονται χειμερινοί ψεκασμοί με χειμερινό ορυκτέλαιο, με θερινό ορυκτέλαιο μαζί με οργανοφωσφορούχο εντομοκτόνο ή με άλλο κατάλληλο εντομοκτόνο. Για καλύτερη κάλυψη των σταφυλιών με το ψεκαστικό υγρό συνιστάται η τακτοποίηση του φυλλώματος έτσι ώστε να μην σκιάζονται.

Ολοκληρωμένη καταπολέμηση

Με τον όρο Ολοκληρωμένη Καταπολέμηση εννοούμε την ορθολογική εφαρμογή συνδυασμένων βιολογικών, βιοτεχνολογικών, χημικών, καλλιεργητικών, ή φυτοβελτιωτικών μέτρων, κατά την οποία η χρήση χημικών φυτοπροστατευτικών προϊόντων περιορίζεται στο απολύτως απαραίτητο προκειμένου να διατηρηθεί ο πληθυσμός των επιβλαβών οργανισμών σε επίπεδα τέτοια ώστε να προκαλούνται οικονομικά μη αποδεκτές ζημιές ή απώλειες.