Καλλιέργειες καρποφόρων δένδρων σε τροπικά κλίματα

Από GAIApedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Στα μεγάλα γεωγραφικά πλάτη η εποχική μεταβολή θερμοκρασίας μπορεί να είναι 70-800C και το ψύχος για τη διακοπή του ενδοληθάργου συμπληρώνεται πλήρως, πριν την άνοιξη. Στις υποτροπικές περιοχές (κυρίως μεταξύ 150 και 300 γεωγραφικού πλάτους) εγκαθίσταται ενδολήθαργος, αλλά το ψύχος είναι ανεπαρκές για τα περισσότερα εύκρατα είδη.

Ακαταλληλότητα των ευκράτων ειδών σχετικά με το κλίμα παρατηρήθηκε σε τροπικές περιοχές(κυρίως σε 00-150 γεωγραφικό πλάτος). Οι αντιπροσωπευτικές θερμοκρασίες είναι πολύ υψηλές καθόλο το χρόνο με ελάχιστο ή καθόλου ψύχος, εκτός στα υψηλά υψόμετρα.

Κάτω απ' αυτές τις συνθήκες, τα εύκρατα είδη αναπτύσσουν ζωηρή βλάστηση καθόλο το έτος. Ο εποχικός συγχρονισμός εξαφανίζεται και κατόπιν η αύξηση της βλάστησης σταματά, τα φυτά εισέρχονται σ' ένα είδος ληθάργου, αλλά δεν υπάρχει ψύχος, για να τον διακόψει.

Ιστορικά δε, η προσπάθεια να καλλιεργήσουν εύκρατα είδη σε τροπικές περιοχές με τις συνήθεις καλλιεργητικές τεχνικές απέτυχε, μ' εξαίρεση μερικές περιοχές της Αφρικής και της νότιας Αμερικής, σ' υψόμετρο 2000-3000 μέτρα όπου επικρατεί αρκετό ψύχος, ικανό να διακόψει το λήθαργο.

Αλλά κι εδώ πολλά φυτά δε συμπεριφέρονται ομαλά, μ' αποτέλεσμα να παρατηρείται ανεπαρκής διακοπή του ληθάργου και περιορισμένη καρποφορία. Οι σχετικά ομοιόμορφες θερμοκρασίες καθ' όλο το έτος και η μικρή μεταβολή σχετικά με τη διάρκεια της ημέρας, δεν ταιριάζουν στα εύκρατα είδη, τα οποία φυσιολογικά είναι εναρμονισμένα στις απότομες εποχικές μεταβολές.

Η ανώμαλη φυσιολογία, που είναι αποτέλεσμα του τροπικού κλίματος, πολύ λίγο γίνεται κατανοητή από τους δενδροκόμους και τους φυτοφυσιολόγους. Η καλλιέργεια οπωροφόρων δένδρων στις τροπικές περιοχές εξαρτάται από τις ειδικές τεχνικές, που προκαλούν επαναλαμβανόμενους κύκλους βλάστησης, ανθοφορίας και καρποφορίας.

Με τις τεχνικές αυτές αποφεύγεται ο ενδολήθαργος κι έτσι προλαμβάνεται η ανάγκη σε ψύχος. Λόγω περιορισμένης επιστημονικής γνώσης, εμπειρικές γνώσεις έχουν αποκτηθεί με την πάροδο των ετών, που επιτρέπουν την καλλιέργεια οπωροφόρων δένδρων της ευκράτου ζώνης στα τροπικά κλίματα.

Το καλύτερο υψόμετρο, για τέτοιου είδους καλλιέργειες σε 00-150 γεωγραφικό πλάτος, κυμαίνεται από 500 έως 1500 μέτρα. Η μηλιά καλλιεργείται σε 80 γεωγραφικό πλάτος και υψόμετρο 800-1200 μέτρα στο Batu και E. Java, σε 160 γεωγραφικό πλάτος και υψόμετρο 1500 μέτρα στις Φιλιππίνες και σε 60 γεωγραφικό πλάτος και υψόμετρο 500 μέτρα στο Mindanao.

Η ροδακινιά καλλιεργείται στη Βενεζουέλα σε 100 γεωγραφικό πλάτος και υψόμετρο 1200 έως 1700 μέτρα, αλλά ποικιλίες ροδακινιάς με μικρές ανάγκες σε ψύχος δεν ευδοκιμούν σε χαμηλά υψόμετρα στις Φιλιππίνες όπου οι θερμοκρασίες είναι πολύ υψηλές για επικονίαση και καρπόδεση.

Μερικά είδη και ποικιλίες προσαρμόζονται καλύτερα στα τροπικά κλίματα χωρίς να είναι εμφανής η ανάγκη τους σε ψύχος. Οι διαφορές αυτές ελέγχονται γενετικά, αλλά απαιτείται περαιτέρω έρευνα, για να αποσαφηνιστεί η βιοχημική / φυσιολογική βάση αυτών.

Καλλιεργητικές επεμβάσεις, που συμβάλλουν στην προσαρμογή ειδών και ποικιλιών της ευκράτου ζώνης σε τροπικά κλίματα, όπως αποφύλλωση, κλάδεμα, αναστολή του ποτίσματος και διάφοροι χημικοί ψεκασμοί, πρέπει να ρυθμιστούν καταλλήλως για την προτροπή νέου κύκλου καρποφορίας από τον καθένα χωριστά.[1]

Βιβλιογραφία

  1. Γενική Δενδροκομία, του Καθηγητή Δενδροκομίας Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, Κωνσταντίνου Α. Ποντίκη, 1997