Συμπυκνωμένες ζωοτροφές

Από GAIApedia
Αναθεώρηση της 13:02, 12 Μαρτίου 2013 υπό τον A papageorgiou (Συζήτηση)

(διαφορά) ←Παλαιότερη αναθεώρηση | Τελευταία αναθεώρηση (διαφορά) | Νεώτερη αναθεώρηση → (διαφορά)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Καρποί-σπέρματα

Στους καρπούς και τα σπέρματα περιλαμβάνονται οι σπουδαιότερες συμπυκνωμένες ζωοτροφές φυτικής προέλευσης, οι οποίες χρησιμοποιούνται στη διατροφή όλων των ειδών ζώων. Επίσης, αποτελούν την πρώτη ύλη πολλών γεωργικών βιομηχανιών από τις οποίες παράγεται ένας μεγάλος αριθμός υποπροϊόντων, τα οποία επίσης αποτελούν σημαντικές ζωοτροφές.

Στους καρπούς ανήκουν οι δημητριακοί καρποί (Δ.Κ.) όπως ο αραβόσιτος, το σιτάρι, το κριθάρι, η βρώμη, η σίκαλη, το τριτικάλε, το σόργο και, με μικρότερη σημασία για τη διατροφή των ζώων, το ρύζι. Κύριο χαρακτηριστικό τους είναι η υψηλή περιεκτικότητά τους σε άμυλο (45-70%) και επομένως το υψηλό ενεργειακό περιεχόμενο και η χαμηλή σε αζωτούχες ουσίες (8-14%, πτωχών σε λυσίνη και μεθειονίνη) και σε ανόργανα στοιχεία (κυρίως σε Ca και Na). Μερικοί από αυτούς περικλείονται σε ξυλώδη περιβλήματα (κριθάρι, [βρώμη φυτό |βρώμη]], είδη σόργου), με αποτέλεσμα την αυξημένη περιεκτικότητα σε ινώδεις ουσίες, συγκριτικά με τους υπόλοιπους Δ.Κ.

Στα σιτηρέσια των φυτοφάγων ζώων, όλοι οι Δ.Κ. χρησιμοποιούνται ως συμπληρωματικές των χονδροειδών ζωοτροφές, ενώ σε αυτά των παμφάγων ως βασικές. Στη δεύτερη περίπτωση, η ποσοτική χρησιμοποίηση του κάθε Δ.Κ. εξαρτάται αφ' ενός εμν από την ηλικία του υπό διατροφή ζώου, αφ' ετέρου δε από την περιεκτικότητα του καρπού σε ινώδεις και σε αντιδιαιτητικές ουσίες. Εξαιρέσει του καρπού αραβόσιτου, στους άλλους Δ.Κ. απαντώνται διάφορα αντιδιαιτητικά συστατικά (πίν. 3.5) που περιορίζουν λιγότερο ή περισσότερο τη χρησιμοποίησή τους, κυρίως στα νεαρά παμφάγα ζώα.

Εκτός των Δ.Κ. υπάρχουν και μερικοί καρποί δένδρων (ξυλοκέρατα, κάστανα, βαλανίδια) που χρησιμοποιούνται σχεδόν αποκλειστικά στη διατροφή ζώων που εκτρέφονται με το αγελαίο εκτατικό σύστημα.

Πίνακας 3.5 Αντιδιαιατητικά συστατικά δημητριακών καρπών
Δημ. καρπός Αντιδιαιτητικό συστατικό
Βρώμη β-γλυκάνες, αραβοξυλάνες
Κριθάρι β-γλυκάνες, αραβοξυλάνες
Σίκαλη Αραβοξυλάνες, β-γλυκάνες, φαινολικές ενώσεις, παρεμποδιτές πρωτεασών
Σιτάρι Αραβοξυλάνες, β-γλυκάνες
Σόργο Ταννίνες
Τριτικάλε Αραβοξυλάνες, β-γλυκάνες, παρεμποδιστές πρωτεασών

Τα σπέρματα, που χρησιμοποιούνται στη διατροφή των ζώων, άλλα μεν προέρχονται από ψυχανθή, άλλα δε από διάφορα άλλα φυτά. Από τα σπέρματα των ψυχανθών, μερικά χαρακτηρίζονται από την υψηλή περιεκτικότητά τους σε αζωτούχες ουσίες (πλούσιων σε απαραίτητα αμινοξέα) και λιπαρές ουσίες (π.χ. σπέρματα σόγιας και αραχίδας) και μερικά από υψηλή περιεκτικότητα σε αζωτούχες ουσίες και υδατάνθρακες (π.χ. σπέρματα κουκιών, βίκου, λούπινων κ.λπ.). Τα σπέρματα άλλων φυτών περιέχουν υψηλό ποσοστό αζωτούχων και λιπαρών ουσιών και σχετικά υψηλό ποσοστό ινωδών ουσιών λόγω των περιβλημάτων στα οποία περικλείονται. Τέτοια είναι τα σπέρματα του βαμβακιού, του ηλίανθου, του λίνου, του σησαμιού κ.ά.

Η χρησιμοποίηση των σπερμάτων στη διατροφή των ζώων είναι περιορισμένη λόγω του ότι τα περισσότερα από αυτά (τα ελαιούχα) χρησιμοποιούνται από τις βιομηχανίες παραγωγής σπορελαίων και επιπλέον όλα σχεδόν περιέχουν διάφορες αντιδιαιτητικές ουσίες (πίν. 3.6). Από τις αντιδιαιτητικές ουσίες που περιέχονται στον πίνακα 3.6, οι παρεμποδιστές πρωτεασών και μερικοί γλυκοζίτες είναι δυνατόν να αδρανοποιηθούν με κατάλληλη θερμική επεξεργασία των σπερμάτων (βλ. πίν. 3.5), ενώ οι υπόλοιποι όχι.

Πίνακας 3.6 Αντιδιαιατητικά συστατικά σε διάφορα σπέρματα
Σπέρμα Αντιδιαιτητικό συστατικό
Αραχίδας Παρεμποδιστές πρωτεασών
Βίκου Γλυκοζίτες, παρεμποδιστές πρωτεασών, λεκτίνες, ταννίνες, πηκτίνες, ολιγοσακχαρίτες
Βαμβακιού Γκοσυπόλη, κυκλοπροπενοειδή
Ελαιοκράμβης Θυρεοστατικοί γλυκοζίτες, ταννίνες, πηκτίνες, ολιγοσακχαρίτες
Κουκιών Ταννίνες, λεκτίνες, πηκτίνες, ολιγοσακχαρίτες
Λίνου Γλυκοζίτες, παρεμποδιστής βιταμίνης Β6
Λούπινων Αλκαλοειδή, πηκτίνες
Σόγιας Παρεμποδιστές πρωτεασών, σαπωνίνες, λεκτίνες, θυρεοστατικοί γλυκοζίτες, αντιγονικοί παράγοντες, πηκτίνες, ολιγοσακχαρίτες

Οι καρποί και τα σπέρματα παράγονται εποχικά και σε μεγάλες ποσότητες και είναι αναγκαία η συντήρησή τους για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Επειδή όμως περιέχουν μεγάλες ποσότητες συστατικών που αλλοιώνονται εύκολα (λίπος) ή αποτελούν υπόστρωμα ανάπτυξης μικροοργαβισμών, εντόμων κ.λπ. (υδατάνθρακες, πρωτεΐνες), θα πρέπει αφ'ενός μεν να μην περιέχουν υψηλό ποσοστό υγρασίας (όχι >14%), αφ' ετέρου δε στους χώρους συντήρησής τους να επικρατούν κατάλληλες συνθήκες θερμοκρασίας και υγρασίας. Επίσης για αύξηση του χρόνου συντήρησης μπορεί να χρησιμοποιηθούν συντηρητικές ουσίες.

[1]

Βιβλιογραφία

  1. "Διατροφή Αγροτικών Ζώων", Γ. Ζέρβα-Π. Καλαϊσκάκη-Κ. Φεγγερού, Εργαστήριο Διατροφής Ζώων, Τμήμα Ζωϊκής Παραγωγής, Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών


Υποπροϊόντα γεωργικών βιομηχανιών

Ένας μεγάλος αριθμός γεωργικών βιομηχανιών (Γ.Β.) χρησιμοποιεί φυτικές πρώτες ύλες και παράγει προϊόντα κυρίως για διατροφή του ανθρώπου, αλλά και για άλλους σκοπούς. Παράλληλα από αυτές τις βιομηχανίες παράγονται διάφορα υποπροϊόντα τα οποία χρησιμοποιούνται στη διατροφή των ζώων.

Οι σπουδαιότερες από αυτές τις Γ.Β., ανάλογα με την πρώτη ύλη που χρησιμοποιούν, καθώς και τα προϊόντα και τα υποπροϊόντα που παράγουν είναι:

  • Βιομηχανίες που χρησιμοποιούν δημητριακούς καρπούς. Αυτές είναι οι βιομηχανίες παραγωγής αλεύρου, αμύλου, οινοπνεύματος και ζύθου και τα παραγόμενα προϊόντα και υποπροϊόντα (ζωοτροφές) δίνονται στον πίνακα 3.9. Από τις ζωοτροφές αυτές τα πίτυρα αποτελούνται από τα εξωτερικά στρώματα του καρπού και περιέχουν περισσότερες αζωτούχες ουσίες και ινώδεις ουσίες σε σχέση με ολόκληρο τον καρπό. Χρησιμοποιούνται περισσότερο στη διατροφή των φυτοφάγων ζώων και λιγότερο στα παμφάγα. Τα κτηνάλευρα αποτελούνται από πίτυρα αλλά και ένα μέρος ενδοσπερμίου (αμύλου). Ανάλογα με το ποσοστό του τελευταίου διακρίνονται σε διάφορες κατηγορίες (Α, Β, Γ) και χρησιμοποιούνται στη διατροφή όλων των ζώων.
Πίνακας 3.9 Παραγόμενα προϊόντα και υποπροϊόντα από βιομηχανίες που χρησιμοποιούν δημητριακούς καρπούς
Βιομηχανία παραγωγής Κύρια πρώτη ύλη Κύριο προϊόν Υποπροϊόν (Ζωοτροφή)
Αλεύρου Σίτος Άλευρα αρτοποιίας ή ζαχαροπλαστικής Πίτυρα, Κτηνάλευρα
Αμύλου Αραβόσιτος Άμυλο Στέμφυλα, Γλουτένη
Οινοπνεύματος Αραβόσιτος Αιθυλική αλκοόλη Στέμφυλα και Διαλ. συστατικά
Ζύθου Κριθή Ζύθος Στέμφυλα, Ζύμες

Τα στέμφυλα αμυλοποιίας, οινοπνευματοποιίας και ζυθοποιίας παράγονται με μεγάλο ποσοστό υγρασίας και ως νωπά πρέπει να χρησιμοποιηθούν αμέσως, κυρίως για διατροφή μηρυκαστικών ζώων. Μπορούν όμως να αφυδατωθούν και να χρησιμοποιηθούν στη διατροφή όλων των ζώων όπως και τα πίτυρα. Η γλουτένη παράγεται σε διάφορες κατηγορίες ανάλογα με το ποσοστό πρωτεϊνών που περιέχει (25-65%) και χρησιμοποιείται ως πρωτεϊνικό συμπλήρωμα στα σιτηρέσια των ζώων.

Οι ζύμες, είναι οι οργανισμοί που προκαλούν την αλκοολική ζύμωση κατά την παραγωγή του ζύθου. Αυτές διαχωρίζονται, αφυδατώνονται και αποτελούν ιδιαίτερη ζωοτροφή, πλούσια σε αζωτούχες ουσίες και βιταμίνες και γενικά είναι πολύ καλής διαιτητικής αξίας. Χρησιμοποιούνται σε μικρές ποσότητες (μέχρι 10%) στη διατροφή όλων των νεαρών ζώων. Στην ίδια κατηγορία ζώων χρησιμοποιούνται και τα διαλυτά συστατικά.

  • Βιομηχανίες που χρησιμοποιούν σπέρματα. Είναι οι βιομηχανίες σπορελαιουργίας που σκοπό έχουν την παραγωγή σπορελαίων από τα ελαιούχα σπέρματα. Η εξαγωγή του ελαίου γίνεται, είτε με τη χρήση πιεστηρίου (υδραυλικού ή κοχλιωτού), είτε με εκχύλιση, είτε με συνδυασμό και των δύο. Τα παραγόμενα υποπροϊόντα (ζωοτροφές), ανάλογα με το είδος του σπέρματος, δίνονται στον πίνακα 3.10 και έχουν τη μορφή πλακούντα όταν προέρχονται από πιεστήριο, ή αλέσματος όταν προέρχονται από εκχύλιση ή συδυασμό των μεθόδων.

Όλα τα υποπροϊόντα σπορελαιουργίας χαρακτηρίζονται από υψηλή περιεκτικότητα σε αζωτούχες ουσίες (20-50%) και χρησιμοποιούνται ως πρωτεϊνικά συμπληρώματα στα σιτηρέσια των ζώων. Η ποιότητά τους εξαρτάται από τη μέθοδο παραγωγής τους (τα προερχόμενα από πιεστήριο έχουν μεγαλύτερο ενεργειακό περιεχόμενο), από την περιεκτικότητά τους σε ινώδεις ουσίες (τα περισσότερα περικλείονται σε ξυλοποιημένα περιβλήματα) και από τις αντιδιαιτητικές ουσίες που μπορεί να περιέχουν. Τα έχοντα πολλές ινώδεις ουσίες χρησιμοποιούνται περισσότερο στα μηρυκαστικά ζώα.

Πίνακας 3.10 Ζωοτροφές παραγόμενες από μερικές βιομηχανίες σπορελαιουργίας
Είδος σπέρματος Παραγόμενες ζωοτροφές
Αραχίδας Πλακούντας ή άλευρο αραχίδας
Βαμβακιού Βαμβακοπλακούντας, βαμβακάλευρο
Ηλίανθου Ηλιοπλακούντας, ηλιάλευρο
Λίνου Λινοπλακούντας, λινάλευρο
Σησαμιού Σησαμοπλακούντας, σησαμάλευρο
Σόγιας Σογιάλευρο

Εάν πριν από την παραλαβή του ελαίου αφαιρεθούν τα περιβλήματα, τότε αυξάνονται οι δυνατότητες χρησιμοποίησής τους και στα άλλα είδη ζώων, ανάλογα με την ποιότητα των αζωτούχων τους ουσιών (περιεκτικότητα σε απαραίτητα αμινοξέα) και τις αντιδιαιτητικές ουσίες που τυχόν περιέχουν. Ευρεία χρήση έχει το σογιάλευρο, το οποίο θεωρείται ως η πλέον κατάλληλη πρωτεϊνούχος ζωοτροφή φυτικής προέλευσης (μετά την απαλλαγή του από τους αντιδιαιτητικούς του παράγοντες).

  • Υποπροϊόνυα άλλων Γ.Β. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Ελλάδα παρουσιάζουν τα υποπροϊόντα που παράγονται από τις βιομηχανίες ελαιουργίας, σακχαροποιίας, οινοποιίας και χυμοποιίας και τα οποία φαίνονται στον παρακάτω πίνακα.
Ζωοτροφές παραγόμενες από βιομηχανίες ελαιουργίας, σακχαροποιίας, οινοποιίας και χυμοποιίας
Βιομηχανία Υποπροϊόν (ζωοτροφή)
Ελαιουργίας Ελαιοπλακούντας, ελαιάλευρο
Σακχαροποιίας Στέμφυλα σακχαροτεύτλων, μελάσα
Οινοποιίας Στέμφυλα οινοποιίας
Χυμοποιίας Στέμφυλα εσπεριδοειδών, τομάτας, μήλων, κ.ά.

Ο ελαιοπλακούντας και τα στέμφυλα οινοποιίας μπορούν να χορηγηθούν μόνο σε μηρυκαστικά ζώα και σε μικρή ποσότητα. Το ελαιάλευρο που προέρχεται από άλεση του ελαιοπλακούντα και αφαίρεση του μεγαλύτερου μέρους του πυρηνόξυλου, χρησιμοποιείται σε μηρυκαστικά αλλά και σε μικρές ποσότητες (μέχρι 5%) στους χοίρους. Τα στέμφυλα σακχαροποιίας και χυμοποιίας, ως νωπά ή ενσιρωμένα, στη διατροφή μηρυκαστικών και ως αφυδατωμένα και σε μικρές ποσότητες και στα παμφάγα ζώα. Η Μελάσα είναι υδαρής, πυκνόρρευστη ζωοτροφή. Περιέχει σάκχαρα (>50%) και μπορεί να χρησιμοποιηθεί, σε μικρές ποσότητες, στα σιτηρέσια όλων των ζώων (μέχρι 3-4%) και σε μερικές περιπτώσεις ως βελτιωτικό της γεύσης.

[1]

Βιβλιογραφία

  1. "Διατροφή Αγροτικών Ζώων", Γ. Ζέρβα-Π. Καλαϊσκάκη-Κ. Φεγγερού, Εργαστήριο Διατροφής Ζώων, Τμήμα Ζωϊκής Παραγωγής, Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Ζωοτροφές ζωικής προέλευσης

Οι ζωοτροφές ζωικής προέλευσης, προέρχονται από χερσαία ή θαλάσσια ζώα και οι σπουδαιότερες από αυτές είναι: το γάλα και τα υποπροϊόντα του, τα κρεατάλευρα, τα ιχθυάλευρα και τα ζωικά λίπη και έλαια.

Το γάλα που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ζωοτροφή, παράγεται από τα μηρυκαστικά ζώα και κυρίως από τις αγελάδες. Νωπό και με όλα τα συστατικά του χρησιμοποιείται για τεχνητό θηλασμό των νεαρών θηλαστικών ζώων. Μπορεί όμως να αφυδατωθεί, οπότε είναι δυνατόν να ενσωματωθεί στα σιτηρέσια των ίδιων ζώων. Εκτός από το πλήρες γάλα χρησιμοποιείται και το άπαχο γάλα (μετά από αφαίρεση του λίπους), καθώς και το τυρόγαλα (μετά την παραγωγή τυριού) και τα αντίστοιχα αφυδατωμένα προϊόντα.

Τα κρεατάλευρα, παράγονται μετά από βρασμό υπό πίεση του σώματος ή μερών του σώματος χερσαίων ζώων, αφαίρεση του μεγαλύτερου μέρους του περιεχόμενου λίπους, αφυδάτωση και άλεση. Δεν πρέπει ν απεριέχουν το δέρμα των ζώων, τις τρίχες ή τα φτερά, καθώς και το περιεχόμενο του πεπτικού σωλήνα. Ανάλογα με την αναλογία σάρκας προς τα οστά της πρώτης ύλης διακρίνονται σε κρεατάλευρα (πλούσια σε σάρκα) και σε οστεοκρεατάλευρα (πλούσια σε οστά).

Τα ιχθυάλευρα, παράγονται από ολόκληρα ψάρια ή από μέρη του σώματος μεγάλων ψαριών, με την ίδια σχεδόν διαδικασία παραγωγής των κρεαταλεύρων, εκτός της αφαίρεσης του ιχθυελαίου που πραγματοποιείται μόνο όταν η πρώτη ύλη είναι πλούσια σε ιχθυέλαιο. Επίσης η αναλογία σάρκας:οστά οδηγεί σε παραγωγή διαφόρων κατηγοριών ιχθυαλεύρων.

Τα κρεατάλευρα και τα ιχθυάλευρα κατατάσσονται στις πιο πλούσιες σε πρωτεΐνες ζωοτροφές (50-75% και μάλιστα με υψηλή περιεκτικότητα σε απαραίτητα αμινοξέα), καθώς και σε ανόργανα στοιχεία. Χρησιμοποιούνται σε μικρές ποσότητες στα σιτηρέσια των παμφάγων ζώων, ως πρωτεϊνικά συμπληρώματα και σε μεγάλες ποσότητες στα σιτηρέσια των σαρκοφάγων ζώων και των ψαριών. Οι ζωοτροφές αυτές πρέπει να ελέγχονται για τυχόν παρουσία παθογόνων μικροοργανισμών (π.χ. σαλμονέλα) και ειδικά τα κρεατάλευρα από μηρυκαστικά, για τυχόν παρουσία του φορέα της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας (νόσου των τρελών αγελάδων).

Τα ζωικά λίπη και έλαια παράγονται τα μεν πρώτα κατά την παραγωγή των κρεαταλεύρων, τα δε δεύτερα κατά την παραγωγή των ιχθυαλεύρων. Είναι φορείς ενέργειας (όπως και τα φυτικά έλαια) και η ποιότητά τους εξαρτάται από τη νωπότητά τους (να μην έχουν οξειδωθεί), από την περιεκτικότητά τους σε κορεσμένα και ακόρεστα λιπαρά οξέα (τα ακόρεστα χρησιμοποιούνται καλύτερα) και από την περιεκτικότητά τους σε απαραίτητα λιπαρά οξέα. Τα ιχθυέλαια χρησιμοποιούνται μόνο στην διατροφή ψαριών, ενώ τα ζωικά λίπη και τα φυτικά έλαια σε όλα τα ζώα πλην των μηρυκαστικών.

[1]

Βιβλιογραφία

  1. "Διατροφή Αγροτικών Ζώων", Γ. Ζέρβα-Π. Καλαϊσκάκη-Κ. Φεγγερού, Εργαστήριο Διατροφής Ζώων, Τμήμα Ζωϊκής Παραγωγής, Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Ανόργανες ζωοτροφές

Ως Ανόργανες ζωοτροφές θεωρούνται όλες οι ανόργανες ύλες οι οποίες χρησιμοποιούνται ως πηγή των ανόργανων στοιχείων που αποτελούν θρεπτικά συστατικά για τα ζώα. Για τα πλαστικά ανόργανα στοιχεία κυρίως χρησιμοποιούνται: η μαρμαρόσκονη (Ca=37,5%), το κτηνοτροφικό φωσφορικό διασβέστιο (Ca=23%, P=18,0%), το MgO (Mg=60%) και το μαγειρικό αλάτι (Na=39%, Cl=61%).

Για τα ιχνοστοιχεία χρησιμοποιούνται κυρίως τα θειούχα ή χλωριούχα άλατα των αντίστοιχων ιχνοστοιχείων.

[1]

Βιβλιογραφία

  1. "Διατροφή Αγροτικών Ζώων", Γ. Ζέρβα-Π. Καλαϊσκάκη-Κ. Φεγγερού, Εργαστήριο Διατροφής Ζώων, Τμήμα Ζωϊκής Παραγωγής, Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών