Εχθρός πυρηνόκαρπων Πράσινη μελίγκρα ροδακινιάς

Από GAIApedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Πράσινη αφίδα σε φύλλο ροδακινιάς

Η πράσινη μελίγκρα (Myzus persicae) είναι από τα πιο διαδεδομένα στο κόσμο και πολυφάγα είδη αφίδας. Συναντάται σε όλες τις Ηπείρους και σε πολλές χώρες. Κατάγεται πιθανόν από την Ασία όπως και η ροδακινιά που είναι και ο κύριος ξενιστής της. Είναι εξαιρετικά πολυφάγο είδος. Προσβάλει περισσότερα από 400 είδη φυτών και ευθύνεται για τη μεταφορά πάνω από 100 ιώσεων στα φυτά.

Το είδος αυτό, σε περιοχές όπου ο χειμώνας είναι σχετικά ψυχρός, όπως συμβαίνει σε χώρες της Ευρώπης, διαχειμάζει ως χειμερινό αυγό που εναποτίθεται συνήθως στη βάση των οφθαλμών νεαρών κλαδιών της ροδακινιάς, που είναι ο κύριος ξενιστής, και σπανιότερα άλλων πυρηνόκαρπων. Τα χειμερινά αυγά, συνήθως 4-6 ανά θηλυκό, βρίσκονται στους οφθαλμούς ή σε εσοχές αδρών μερών του φλοιού. Νωρίς την άνοιξη, κατά το Μάρτιο, τα αυγά εκκολάπτονται και εμφανίζονται τα νεαρά άτομα τα οποία μετακινούνται στα εκπτυσσόμενα νεαρά φύλλα, αρχίζουν να τρέφονται και εξελίσσονται σε άπτερα παρθενογενετικά θηλυκά, που αποτελούν τα καλούμενα θεμελιωτικά (fundatrices).


Τα ενήλικα πλέον θηλυκά αρχίζουν να γεννούν νεαρές νύμφες, συμπληρώνονται σε 3-4 παρθενογενετικές γενεές, τα άτομα των οποίων εγκαθίστανται στους νεαρούς βλαστούς και μάλιστα στην κάτω επιφάνεια των νεαρών φύλλων. Το αναπαραγωγικό δυναμικό κάθε θηλυκού είναι γύρω τις 60 νύμφες, αριθμός που εξαρτάται από το είδος του φυτού ξενιστή και από τη φυσιολογική κατάσταση του φυτικού τμήματος πάνω στο οποίο τρέφεται. Το Μάϊο, και ανάλογα με τις κλιματικές συνθήκες της περιοχή εμφανίζονται τα πτερωτά μεταναστευτικά άτομα, αρχικά λίγα αλλά αργότερα περισσότερα, τα οποία μεταναστεύουν στους δευτερεύοντες ξενιστές.

Σε περιοχές με σχετικά ζεστό χειμώνα, όπως το Ισραήλ, το έντομο αναπαράγεται παρθενογενετικά (αγενώς) όλες τις εποχές του έτους, χωρίς να χρειάζεται να γεννηθούν τα χειμερινά αυγά. Τα πτερωτά μεταναστευτικά άτομα διασπείρονται στους δευτερεύοντες ξενιστές και αρχίζουν να γεννούν τους απογόνους τους, συμπληρώνεται δε ικανός αριθμός παρθενογενετικών γενεών έως το επόμενο φθινόπωρο. Στους δευτερεύοντες ξενιστές μπορεί ν’ αναπτυχθούν μεγάλοι πληθυσμοί και να προξενήσουν αξιοσημείωτες ζημιές στις καλλιέργειες. Υπάρχουν όμως πολλές περιπτώσεις όπου μικρός αριθμός πτερωτών ατόμων μπορεί να προκαλέσει μεγάλη ζημιά στη καλλιέργεια, λόγω του ότι το είδος αυτό είναι αποτελεσματικός φορέας διαφόρων ιώσεων στα φυτά.

Κατά το φθινόπωρο, και ανάλογα με τις κλιματολογικές συνθήκες της περιοχής, εμφανίζονται τα πτερωτά φυλογόνα άτομα τα οποία μεταναστεύουν από τους δευτερεύοντες ξενιστές στη ροδακινιά ή και σπανιότερα σε άλλα πυρηνόκαρπα. Εκεί, τα πτερωτά φυλογόνα γεννούν παρθενογενετικά τα έμφυλα θηλυκά άτομα. Τα αρσενικά, συνήθως γεννώνται στους δευτερεύοντες ξενιστές και μεταναστεύουν στο κύριο ξενιστή μετά από μερικές ημέρες ύστερα από τη μετανάστευση των φυλογόνων. Τα θηλυκά συζευγνύονται με τα αρσενικά και στη συνέχεια τα θηλυκά εναποθέτουν 5-10 χειμερινά αυγά στη βάση των οφθαλμών όπως αναφέρθηκε παραπάνω. Η πράσινη αφίδα είναι ανθεκτικό στο κρύο και μπορεί να αναπτύσσεται σε θερμοκρασίες μεταξύ 5oC και 30oC. Στους 25oC τα θηλυκά ζουν κατά μέσο όρο 25 μέρες και γεννούν 60 προνύμφες.

Οι αφίδες που ζουν και τρέφονται στην κάτω επιφάνεια των φύλλων της ακραίας βλάστησης προκαλούν κιτρίνισμα, έντονη συστροφή και παραμόρφωση αυτών, ανωμαλίες οι οποίες συνεπάγονται τι μη φυσιολογική λειτουργία τους. Σε εντονότερες προσβολές επέρχεται η ξήρανση των φύλλων, η πτώση τους και η παντελής ανάσχεση της ανάπτυξης της ακραίας βλάστησης ή και η ξήρανσή της. Η μη κανονική ανάπτυξη της ακραίας βλάστησης έχει ιδιαίτερη σημασία για τα μικρής ηλικίας δένδρα, ή δε ζημιά που προξενείτε στα φύλλα των μεγαλύτερης ηλικίας δένδρων μειώνει ποσοτικά και ποιοτικά την αναμενόμενη παραγωγή. Προσβάλει οφθαλμούς και άνθη προκαλώντας αναστολή της ακραίας βλάστησης και μερική ξήρανση της. Μπορεί επίσης να προσβάλει και τις ποικιλίες της νεκταρινιάς.

Κατά τα φαινολογικό στάδιο της έκπτυξης των οφθαλμών έως την πράσινη κορυφή (χρονική περίοδος περίπου μέσα Μαρτίου) εμφανίζονται σαν συμπτώματα καρούλιασμα της ακραίας βλάστησης και μελιτωδη αποχωρήματα και απαιτείται ψεκασμός με εγκεκριμένες δραστικές ουσίες (Chlorpyrifos, Chlorpyrifos-methyl, Thiamethoxan, Paraffin oil). Κατά το φαινολογικό στάδιο της εμφάνισης των καρπιδίων (περίπου τέλη Απριλίου - αρχές Μαΐου) παρουσιάζονται τα ίδια συμπτώματα και χρησιμοποιούνται οι ίδιες δραστικές ουσίες που καταγράφηκαν και παραπάνω.

Όσο αφορά το πρωτόκολλο λήψης παρατηρήσεων στον αγρό και ποσοτικοποίησης της έντασης, γίνονται παρατηρήσεις συχνότητας προσβολών σε βλαστούς. Οι πρώτες αφίδες εγκαθίστανται με την εκκόλαψη των χειμερινών αυγών στη νέα βλάστηση. Γίνεται έλεγχος 10 βλαστικών οργάνων σε κάθε ένα από 10 τυχαία δένδρα και οι παρατηρήσεις κάθε 3-4 ημέρες. Τα είδη παγίδων που χρησιμοποιούνται είναι κίτρινες κολλητικές παγίδες.

Το Μ. persicae είναι από τα είδη εκείνα των οποίων πληθυσμοί έχουν αναπτύξει ανθεκτικότητα σε διάφορα εντομοκτόνα ή και ομάδες αυτών. Το γεγονός αυτό, εκτός της γενικότερης ανάγκης μείωσης των εντομοκτόνων επεμβάσεων για τους γνωστούς λόγους βιολογικής ισορροπίας των αγροοικοσυστημάτων και δημόσιας υγείας, καθιστά επιτακτική την ανάγκη για αντιμετώπιση του είδους αυτού με μέσα και μεθόδους που να είναι αποτελεσματικές και να μπορούν να εφαρμοσθούν στα πλαίσια της ολοκληρωμένης αντιμετώπισης. Πολλοί παραγωγοί εφαρμόζουν τη φυσική μέθοδο καταπολέμησης που είναι με νερό και σαπούνι (1 λίτρο νερό και 2 κουταλιές υγρό πράσινο ή λευκό σαπούνι) σε δοχείο ψεκασμού και ψεκάζουμε 1-2 φορές την εβδομάδα τα προσβεβλημένα φύλλα. Επιπλέον και η χρήση θερινού πολτού είναι αποτελεσματική αλλά δεν θα πρέπει να γίνεται εφαρμογή του κατά τη διάρκεια ισχυρών ανέμων ή πολύ υψηλών θερμοκρασιών.