Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του "Καλλιέργεια βυσσινιάς"

Από GAIApedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Γραμμή 81: Γραμμή 81:
 
[[πόσο αφορά σε γεωργό::30| ]]
 
[[πόσο αφορά σε γεωργό::30| ]]
 
[[πόσο αφορά σε γεωπόνο::20| ]]
 
[[πόσο αφορά σε γεωπόνο::20| ]]
 +
[[κατάσταση δημοσίευσης::10| ]]
 
{{Δείκτης στατιστικών καλλιέργειας|Cult_ID=45.2}}
 
{{Δείκτης στατιστικών καλλιέργειας|Cult_ID=45.2}}

Αναθεώρηση της 12:54, 23 Ιουνίου 2015

Εγκατάσταση

Το έδαφος, που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί για την εγκατάσταση ενός βυσσινεώνα, οργώνεται πριν απ' τη φύτευση σε βάθος 30-40cm. Το όργωμα αποσκοπεί στην καταστροφή των πολυετών ζιζανίων και στην αφρατοποίηση του εδάφους, που είναι απαραίτητη για την καλύτερη ανάπτυξη του ριζικού συστήματος των δένδρων. Πριν απ' το όργωμα λαμβάνονται δείγματα εδάφους και γίνονται αναλύσεις και ανάλογα με τα αποτελέσματα της ανάλυσης καθορίζεται το είδος και η ποιότητα των χημικών λιπασμάτων, που είναι απαραίτητα για την ανάπτυξη των δένδρων. Αν η εξεύρεση κοπριάς είναι εύκολη, τότε ενδείκνυται η προσθήκη 2-3 τόννων κατά στρέμμα για τη βελτίωση της γονιμότητας του εδάφους. Μετά το όργωμα και κατά μήκος των γραμμών φύτευσης των δένδρων, το έδαφος απολυμαίνεται συνήθως με χλωροπικρίνη.

Πριν απ' τη φύτευση γίνεται η επισήμανση των θέσεων φύτευσης των δένδρων, η διάνοιξη των λάκκων, διαστάσεων 45 x 45cm. και ακολουθεί η φύτευση των δένδρων. Κατά τη φύτευση τα δενδρύλλια φυτεύονται στο ίδιο βάθος, που ήταν στο φυτώριο, και το επιφανειακό χώμα ρίχνεται στη βάση του ριζικού συστήματος των δενδρυλλίων. Κατά την προσθήκη του χώματος πιέζεται ελαφρά αυτό μέχρι της πλήρους πληρώσεως των λάκκων, αποφεύγοντας να προξενηθεί ζημιά στο ριζικό σύστημα. Τα δενδρύλλια φυτεύονται γυμνόριζα. Μετά τη φύτευση ακολουθεί το πότισμα των δενδρυλλίων και η προσθήκη μικρής ποσότητας κοπριάς γύρω απ' το δενδρύλλιο, που αποσκοπεί στη μη εκβλάστηση των ζιζανίων και στη διατήρηση της υγρασίας του εδάφους, παράγοντες που επηρεάζουν σημαντικά την ανάπτυξη των δενδρυλλίων κατά τα πρώτα χρόνια της εγκατάστασης των.[1]

Καλλιέργεια εδάφους

Η καλλιέργεια του εδάφους του βυσσινεώνα αποσκοπεί στην αύξηση ή διατήρηση της περιεκτικότητας του σε χούμο, την αποθήκευση νερού, στη διατήρηση της γονιμότητας του και στην ποσοτική και ποιοτική αύξηση της παραγωγής. Διενεργείται με μηχανικά ή χημικά μέσα. Τα ζιζανιοκτόνα, που χρησιμοποιούνται χωρίζονται σε δυο κατηγορίες:

  • Τα προφυτρωτικά (προστίθενται στο έδαφος προτού φυτρώσουν τα ζιζάνια)
  • Τα μεταφυτρωτικά (παρέχονται στο φύλλωμα των ζιζανίων).

Τα συνήθως χρησιμοποιούμενα είναι απ' τα προφυτρωτικά η simazine, το casoron, το diuron κ.ά. και απ' τα μεταφυτρωτικά το roundup, το paraguat (γκραμοξόν) κ.ά., σύμφωνα πάντοτε με τις οδηγίες χρήσης, που αναγράφονται πάνω στα μέσα συσκευασίας των ιδιοσκευασμάτων.[1]

Συστήματα φύτευσης

Η βυσσινιά φυτεύεται κατά τετράγωνα και κατ' ορθογώνια παραλληλόγραμμα ή γραμμές. Η φύτευση των δενδρυλλίων γίνεται απ' το Νοέμβριο μόλις συμπληρωθεί η φυλλόπτωση, μέχρι τις αρχές της άνοιξης, πριν εκπτυχθούν οι οφθαλμοί και πάντοτε με ευνοϊκές εδαφικές και κλιματικές συνθήκες. Σε παγετόπληκτες περιοχές συνιστάται να φυτεύεται μετά τη διέλευση των παγετών. Οι αποστάσεις φύτευσης της κερασιάς, ανάλογα με το υποκείμενο και το σύστημα μόρφωσης των δένδρων ποικίλλουν και αναλύονται στον παρακάτω πίνακα: Οι αποστάσεις φύτευσης αποτυπώνονται σε πίνακα στον παρακάτω σύνδεσμο:

Συστήματα φύτευσης σε κερασεώνα[1]

Άρδευση

Η βυσσινιά έχει τις μεγαλύτερες ανάγκες της σε νερό. κατά την άνοιξη και στις αρχές του καλοκαιριού, γιατί η περισσότερη νέα βλάστηση παράγεται κατά τη διάρκεια ανάπτυξης των καρπών της. Η παράταση αύξησης της βλάστησης ή η έκπτυξη δευτέρας βλάστησης κατά το φθινόπωρο δεν είναι επιθυμητή (είναι ευαίσθητη στους φθινοπωρινούς παγετούς), αλλά δε θα πρέπει τα δένδρα να αφεθούν να υποφέρουν από έλλειψη νερού μετά τη συγκομιδή των καρπών. Συνιστάται να ποτίζεται και σε περιοχές με ψηλή ετήσια βροχόπτωση, αλλά που υπόκεινται σε περιοδική ξηρασία κατά τη διάρκεια της βλαστικής περιόδου. Τα δένδρα είναι όμως ευαίσθητα στη συνεχή και υπερβολική υγρασία στη ριζόσφαιρα του δένδρου. Επομένως το πότισμα θα πρέπει να γίνεται με βάση τις ανάγκες της μάλλον, παρά σε ημερολογιακή βάση. Η συχνότητα των ποτισμάτων μπορεί να προσδιοριστεί ικανοποιητικά με τενσιόμετρα.

Ακόμα θα πρέπει να αναφέρουμε ότι η βυσσινιά χαρακτηρίζεται από έντονη διαπνοή των φύλλων της και σε περίοδο ξηρασίας τα φύλλα απορροφούν νερό απ' τους καρπούς, με αποτέλεσμα τη μείωση της παραγωγής. Γι’ αυτό η εξασφάλιση νερού στο δένδρο, όταν το έχει ανάγκη, αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την επίτευξη σταθερής και ικανοποιητικής παραγωγής. Όσον αφορά τον τρόπο ποτίσματος, αυτό μπορεί να γίνει με κατάκλυση, αυλάκια, στάγδην και με μικρούς εκτοξευτήρες γύρω απ' τον κορμό των δένδρων (πότισμα σπρέϋ). Η τεχνική ποτίσματος με διαβροχή πάνω απ' τα δένδρα πιθανόν να επιδεινώνει το σχίσιμο των καρπών από βροχή και την ανάπτυξη μυκητολογικών ασθενειών. Έχει δοκιμαστεί πειραματικά, όπου επικρατούν ψηλές θερμοκρασίες, αλλά δεν υπάρχουν ακόμα αρκετές πληροφορίες, που να τεκμηριώνουν τη θετική ή αρνητική επίδρασή της.[1]

Λίπανση

Απαραίτητες κρίνονται οι εδαφολογικές και φυλλοδιαγνωστικές αναλύσεις κάθε δύο έως τέσσερα χρόνια, για τον προσδιορισμό της περιεκτικότητας και διαθεσιμότητας των θρεπτικών στοιχείων, καθώς και για τον έλεγχο της θρεπτικής κατάστασης των δένδρων. Η λίπανση της βυσσινιάς πρέπει να γίνεται πάντα σε συνεννόηση με υπεύθυνο γεωπόνο της περιοχής καλλιέργειας και αφού ληφθούν υπόψη τα απαραίτητα μέτρα προστασίας. Σε σχέση με την κερασιά θα πρέπει να είναι ισχυρότερη η αζωτούχος λίπανση. Αναλυτικά οι ανάγκες της βυσσινιάς σε θρεπτικά στοιχεία στον σύνδεσμο που ακολουθεί:

Λίπανση βυσσινιάς[1]

Αραίωμα καρπών

Σχετικά με το αραίωμα των καρπών της βυσσινιάς υπάρχουν ελάχιστες πληροφορίες. Στη βυσσινιά θα πρέπει το ποσοστό των ανθέων που θα δέσουν καρπούς να είναι ψηλότερο απ' εκείνο των άλλων ειδών του γένους Prunus. Το αραίωμα των καρπών με το χέρι, αν και αποτελεσματικό, αποτελεί δαπανηρή εργασία και δε συνηθίζεται. Κάποιο είδος λεπτομερειακού κλαδέματος σ' ενήλικα δένδρα, βοηθάει στη μείωση του αριθμού των ανθοφόρων οφθαλμών και κατά συνέπεια σε μειωμένη καρπόδεση. Ακόμα και ο περιορισμός του χρόνου παραμονής των μελισσοκυψελών στον βυσσινεώνα κατά την κρίσιμη περίοδο της επικονίασης και γονιμοποίησης συμβάλλει σε μείωση της καρπόδεσης. Η τελευταία αυτή τεχνική δε συνιστάται για ποικιλίες, που έχουν μικρή τάση για καρποφορία. Η χρησιμοποίηση χημικοαραιωτικών ουσιών, σε πειραματικό επίπεδο, δεν έδωσαν σταθερά και ικανοποιητικά αποτελέσματα, γι’ αυτό και δε συνιστώνται. Η πιο αποδεκτή μέχρι σήμερα μέθοδος αραιώματος των καρπών της κερασιάς είναι το εκλεκτικό κλάδεμα κατά τη ληθαργική περίοδο του δένδρου.

Κλάδεμα

Το κλάδεμα της βυσσινιάς αναλύεται εκτενέστερα στο εγχειρίδιο Καλλιέργεια κερασιάς[2] όπου αναφέρονται σύγχρονες μεθόδους όπως και στον παρακάτω σύνδεσμο

Κλάδεμα βυσσινιάς[1]

Ωρίμανση

Για τον καθορισμό του κατάλληλου βαθμού ωριμότητας των καρπών κατά τη συγκομιδή, χρησιμοποιούνται τα ακόλουθα κριτήρια ωριμότητας που αναλύονται στον παρακάτω σύνδεσμο:

Ωρίμανση βύσσινων[1]

Συγκομιδή

Τα βύσσινα, που προορίζονται για νωπή κατανάλωση, συγκομίζονται κατά κανόνα με το χέρι, μαζί με τον ποδίσκο, συνήθως σε 1-2 χέρια. Κατά τη συλλογή οι ποδίσκοι πιάνονται κοντά στη βάση τους με τον αντίχειρα και το δείκτη του χεριού και στρέφονται αντίθετα προς τα λογχοειδή. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στο να μη προκληθεί ζημιά στους ποδίσκους και στα καρποφόρα λογχοειδή. Αν οι ποδίσκοι δε ζημιωθούν κατά τη συλλογή ζαρώνουν σε βαθμό που εξαρτάται από τη θερμοκρασία και υγρασία, αλλά δε καφετιάζουν. Αν όμως οι ποδίσκοι ζημιωθούν, καφετιάζουν γρήγορα, λόγω ενζυμικής δράσης. Η αναλυτικότερη περιγραφή για τη συγκομιδή των βύσσινων στον παρακάτω σύνδεσμο:

Συγκομιδή βύσσινων[1]

Σχετικές σελίδες

Βιβλιογραφία

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 1,4 1,5 1,6 1,7 Ειδική δενδροκομία Τόμος II "Ακρόδρυα-Πυρηνόκαρπα-Λοιπά καρποφόρα", Ποντίκη Κων/νου, Καθηγητή Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών.
  2. Καλλιέργεια κερασιάς, ΕΘΙΑΓΕ - Ινστιτούτο φυλλοβόλων δέντρων, Νάουσα 2011