Καλλιέργεια πεπονιάς θερμοκηπίου

Από GAIApedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Προετοιμασία εδάφους

Παρά το γεγονός ότι η πεπονιά αναπτύσσει μεγάλο ριζικό σύστημα (μέχρι 1 m. και περισσότερο), εν τούτοις, οι καλλιέργειες σε θερμοκήπια, ιδιαίτερα κατά τους χειμερινούς μήνες, αναπτύσσουν το μεγαλύτερο όγκο του ριζικού συστήματος σε σχετικά μικρό βάθος στο επιφανειακό κυρίως στρώμα του εδάφους (30-40 εκ.), λόγω και των υψηλότερων θερμοκρασιών που επικρατούν σε αυτό. Η προετοιμασία που πρέπει να γίνει στο έδαφος για να δεχτεί τα φυτά της πεπονιάς, θα πρέπει να περιλαμβάνει μια σειρά επί μέρους εργασιών, που σκοπό θα έχουν να καταστήσουν το έδαφος ελαφρύ και εύθρυπτο και αφράτο, να το απαλλάξουν από τους παθογόνους μικροοργανισμούς που παρασιτούν στο έδαφος, και από άλλα υπολείμματα, και να το εμπλουτίσουν με οργανικά και ανόργανα θρεπτικά στοιχεία. Συγκεκριμένα, θα πρέπει να γίνουν οι ακόλουθες εργασίες για μια καλή προετοιμασία του εδάφους : (α) Μόλις τελειώσει η προηγούμενη καλλιέργεια, και όταν ακόμη είναι χλωρά τα φυτά, εκριζώνονται μαζί με το μεγαλύτερο δυνατό μέρος των ριζών και απομακρύνονται από το θερμοκήπιο. (β) Ακολουθεί ένα βαθύ όργωμα (25-35 εκ.), με υνί αν είναι δυνατόν, όταν το έδαφος δεν είναι ξηρό, με αποτέλεσμα να σχηματίζονται σβώλοι, οι οποίοι συντελούν στη βελτίωση της υφής του εδάφους, γιατί το έδαφος παραμένει εκτεθειμένο στον αέρα και τον ήλιο για αρκετό καιρό. Εάν δημιουργηθεί υποψία ύπαρξης "σκληρού τηγανιού", τότε συνιστάται και ένα υπεδάφιο όργωμα για σπάσιμο του αδιαπέρατου στρώματος. (γ) Ένα περίπου μήνα πριν από την εγκατάσταση της φυτείας, γίνεται πότισμα, ακολουθεί η προσθήκη 5-6 τον. καλά χωνεμένης κοπριάς ή άλλης οργανικής ουσίας και όργωμα ή φρεζάρισμα, προκειμένου να ενσωματωθεί η οργανική ουσία.

Η απολύμανση του εδάφους του θερμοκηπίου είναι αναγκαία για την εξασφάλιση επιτυχίας στην καλλιέργεια της πεπονιάς, έστω και αν η προηγούμενη καλλιέργεια δεν ήταν πεπονιά. Συνιστάται η απολύμανση με ατμό, όπου είναι δυνατόν. Όπου δεν είναι δυνατόν, να εφαρμόζεται χημική απολύμανση, όχι με το βρωμιούχο μεθύλιο, του οποίου η χρήση έχει απαγορευθεί, αλλά με άλλες χημικές ουσίες. Χρονικά η χημική απολύμανση θα πρέπει να γίνεται το καλοκαίρι ή σε εποχή που οι θερμοκρασίες του εδάφους είναι σχετικά υψηλές, για να είναι και η απολύμανση αποτελεσματική. Η ηλιοαπολύμανση επίσης αποτελεί μια εναλλακτική προσέγγιση με χαμηλό κόστος. Οι λοιποί χώροι του θερμοκηπίου, σκελετός, εργαλεία κ.λπ. να απολυμαίνονται με διαλυμα φορμαλδεΰδης 2%. Μερικές ημέρες μετά την απολύμανση γίνεται ένα ή περισσότερα οργώματα ή φραζαρίσματα για την απομάκρυνση των υπολειμμάτων του απολυμαντικού, εφόσον έγινε χημική απολύμανση. Πριν από το φρεζάρισμα διασκορπίζονται σε ολόκληρη την επιφάνεια του εδάφους και ενσωματώνονται και τα χημικά λιπάσματα της βασικής λίπανσης. Μετά το τελευταίο φρεζάρισμα ακολουθεί η διαμόρφωση του εδάφους, ανάλογα με τη μέθοδο φύτευσης και ποτίσματος, π.χ. κατασκευή αναχωμάτων, κατασκευή αυλάκων κ.ο.κ. Σε μερικές περιοχές οι καλλιεργητές, κατά την τελευταία φάση της προετοιμασίας του εδάφους, ανοίγουν αυλάκια τα οποία γεμίζουν με κοπριά και στη συνέχεια τα καλύπτουν με ένα στρώμα εδάφους και ακολουθεί μεταφύτευση πάνω στην αυλακιά. Στόχος είναι η ανύψωση της θερμοκρασίας του ριζοστρώματος, ο εφοδιασμός με οργανική ουσία και όλα τα άλλα πλεονεκτήματα που προκύπτουν από τον εμπλουτισμό με οργανική ουσία και συγκεκριμένα της κοπριάς.[1]

Βασική λίπανση

Η βασική λίπανση περιλαμβάνει την προσθήκη της οργανικής ουσίας και των χημικών λιπασμάτων πριν τη μεταφύτευση, κατά την προετοιμασία του εδάφους.

Για την καλή ανάπτυξη των φυτών και για υψηλές αποδόσεις από την καλλιέργεια της πεπονιάς στο θερμοκήπιο, θα πρέπει η οργανική ουσία του εδάφους να διατηρείται σε καλά επίπεδα, είτε με την προσθήκη καλά χωνεμένης κοπριάς ή άλλων μορφών οργανικής ουσίας κατά την προετοιμασία του εδάφους πριν από την απολύμανση.

Τα χημικά λιπάσματα ενσωματώνονται ή σε ολόκληρο τον επιφανειακό όγκο του εδάφους του θερμοκηπίου σε βάθος 30cm κατά τη διαδικασία της προετοιμασίας του ή κατά μήκος των γραμμών φύτευσης, μετά την απολύμανση. Η βασική λίπανση θα πρέπει να συμπληρώνει εκείνα τα θρεπτικά στοιχεία, τα οποία η χημική ανάλυση έχει επισημάνει ότι βρίσκονται σε επίπεδα πιο χαμηλά από τα επιθυμητά. Οι ανάγκες σε βασική λίπανση στην πεπονιά είναι περίπου οι ίδιες όπως και στην τομάτα. Θα πρέπει επίσης να προσδιοριστεί και η ολική περιεκτικότητα αλάτων στο έδαφος γιατί, όπως είναι γνωστό, υπερβολική συγκέντρωση αλάτων μειώνει την ανάπτυξη του φυτού και περιορίζει την παραγωγή. Για να καθοριστεί το είδος και η ποσότητα των λιπασμάτων της βασικής λίπανσης, λαμβάνονται υπόψη οι ποσότητες των στοιχείων που αφαιρεί μια καλλιέργεια από το έδαφος, τα αποθέματα των θρεπτικών στοιχείων στο έδαφος και ο τύπος του εδάφους. Θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι η πεπονιά είναι φυτό που αναπτύσσεται πολύ γρήγορα σε μικρό χρονικό διάστημα και απαιτεί την παρουσία των θρεπτικών στοιχείων σε ικανοποιητική ποσότητα από την αρχή. Θα πρέπει, επομένως, με τη βασική λίπανση να εξασφαλίζεται ολόκληρη η ποσότητα του φωσφόρου που χρειάζεται στα φυτά όλη την καλλιεργητική περίοδο, ικανοποιητικά αποθέματα καλίου γιατί το στοιχείο αυτό προστίθεται και με την επιφανειακή λίπανση, και ποόστητα αζώτου και μαγνησίου, εφόσον αποδειχθεί ότι το έδαφος την χρειάζεται. Σχετικά με το κάλιο, οι ποσότητες που προστίθενται με τη βασική λίπανση δεν πρέπει να είναι πολύ μεγάλες, ώστε να διατηρείται το ολικό ποσό των υδατοδιαλυτών αλάτων στο έδαφος σε χαμηλά επίπεδα. Όσον αφορά το άζωτο, θα πρέπει να σημειωθεί ότι με τη βασική λίπανση θα πρέπει (εάν χρειάζεται) να εφαρμόζονται αρχικά χαμηλές δόσεις, γιατί περίσσεια αζώτου προκαλεί ανθόρροια και οψιμίζει την καρπόδεση. Εάν η βασική λίπανση γίνεται εμπειρικά, οι ποσότητες και το είδος των λιπασμάτων που συνιστώνται για ενσωμάτωση σε όλη την έκταση του θερμοκηπίου είναι η χρήση χωνεμένης κοπριάς (6 τον/στρ), τριπλό υπερφωσφορικό (80 κιλά/στρ), Θειικό κάλι (60 κιλά/στρ). Αν χρειαστεί νιτρική αμμωνία (30 κιλά/στρ) και θειϊκό μαγνήσιο (15-20 κιλά/στρ)

Τα ποσά των λιπασμάτων που προστίθενται στο έδαφος μπορεί να περιοριστούν, εάν η τοποθέτησή τους γίνεται μόνο στην περιοχή του ριζικού συστήματος των φυτών (γραμμές φύτευσης ή θέσεις φύτευσης), και όχι σε ολόκληρη την επιφάνεια του εδάφους, και αν η προσθήκη της επιφανειακής λίπανσης γίνεται σε μικρές ποσότητες και σε συχνά χρονικά διαστήματα ώστε να αξιοποιούνται πλήρως από τα φυτά. Η γενική εφαρμογή στο έδαφος με τη βασική λίπανση ιχνοστοιχείων δεν συνιστάται. Σε περίπτωση που αποδεδειγμένα υπάρχει έλλειψη κάποιων στοιχείων, μπορεί να εφαρμοστεί στο έδαφος, όπως π.χ. το μαγνήσιο. Για άλλα ιχνοστοιχεία, όπως βόριο, μαγγάνιο, μολυβδαίνιο κ.λπ. έλλειψή τους θεραπεύεται η προλαμβάνεται με τη χορήγηση τους μέσω του συστήματος άρδευσης κατά την επιφανειακή λίπανση ή και με διαφυλλικούς ψεκασμούς.[1]

Εποχή σποράς ή φύτευσης

Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η πεπονιά απαιτεί υψηλές θερμοκρασίες αέρος και εδάφους από τα πρώτα στάδια της ανάπτυξης της, και το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με το κόστος θέρμανσης για εξασφάλιση των συνθηκών αυτών καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την εποχή φύτευσης. Στην Ελλάδα έχει επικρατήσει το πιο κάτω χρονολογικό πρόγραμμα καλλιεργητικών εργασιών για παραγωγή πρώιμων καρπών νωρίς την άνοιξη. Σπορά σε θερμαινόμενο σπορείο τον Ιανουάριο και μεταφύτευση σε θερμοκήπιο τον Φεβρουάριο. Με την τακτική αυτή το κόστος θέρμανσης δεν είναι υψηλό, γιατί η θερμοκρασία ανέρχεται σταδιακά από τις αρχές Μαρτίου, ιδίως στην Ν. Ελλάδα. Θα μπορούσε όμως να προγραμματιστεί παραγωγή για συγκομιδή τον Δεκέμβριο με σπορά τον Αύγουστο, όπως επίσης και για συγκομιδή τον Απρίλιο με σπορά από τον Οκτώβριο-Νοέμβριο. Στην τελευταία περίπτωση, βέβαια, θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν τόσο θερμαινόμενο σπορείο όσο και θερμαινόμενο θερμοκήπιο. Γιατί όπως είναι γνωστό τους μήνες Νοέμβριο-Δεκέμβριο-Ιανουάριο-Φεβρουάριο και Μάρτιο οι φυσικές θερμοκρασίες είναι πιο χαμηλές από αυτές που απαιτεί η πεπονιά για να αναπτυχθεί, να καρποδέσει και να ωριμάσει τους καρπούς. Η χρονική διάρκεια της ανάπτυξης του φυτού, από σπορά μέχρι μεταφύτευση - άνθηση - καρπόδεση - ωρίμανση καρπών - συγκομιδή, εξαρτάται από τις συνθήκες που επικρατούν και κυρίως τη θερμοκρασία και την ένταση του φωτισμού, αλλά διαφέρει σημαντικά και μεταξύ των ποικιλιών. Πρώιμες ποικιλίες, σε ευνοϊκές συνθήκες χρειάζονται 3-4 μήνες από τη σπορά μέχρι την ωρίμανση των πρώτων καρπών, ενώ μέσης πρωιμότητας και όψιμες χρειάζονται πέραν των 4 μηνών. Δεδομένα της Ν. Γαλλίας με την ποικιλία "Charentais", με ευνοϊκές συνθήκες ανάπτυξης στο θερμοκήπιο, με ελάχιστη θερμοκρασία νύκτας 16-180C, χρειάστηκαν 60 ημέρες από τη σπορά μέχρι την εμφάνιση των αρσενικών ανθέων, 10-15 ημέρες από την εμφάνιση αρσενικών μέχρι τα πρώτα θηλυκά άνθη και 40-50 ημέρες από τα πρώτα θηλυκά άνθη μέχρι την έναρξη της συγκομιδής, δηλ. συνολικά 110-125 ημέρες από σποράς μέχρι έναρξη συγκομιδής. Η χρονική περίοδος από τη σπορά μέχρι την άνθηση μπορεί να επιμηκύνεται όταν οι θερμοκρασίες είναι πολύ χαμηλές και ο φωτισμός φτωχός. Επίσης, και η διάρκεια των υπολοίπων φάσεων της ανάπτυξης του φυτού επηρεάζεται ανάλογα με τις θερμοκρασίες και το επίπεδο φωτισμού που επικρατούν. Μεταξύ των φυτών μπορεί να υπάρχουν επίσης μεγάλες διαφορές στην ανάπτυξη, γεγονός που αντικατοπτρίζεται σε μια κλιμάκωση της άνθησης και της καρπόδεσης, που μπορεί και χρονικά να καλύπτει μια περίοδο διαφοράς 3-4 εβδομάδων. Η κλιμάκωση αυτή της καρπόδεσης επεκτείνεται σε μεγάλο μέρος και στη συγκομιδή (υπάρχει κλιμάκωση και της συγκομιδής). Όταν συγκομιστούν όλοι οι καρποί σε ένα φυτό (π.χ. την άνοιξη) παρατηρείται μια ζωηρή αναβλάστηση και ακολουθεί ένας νέος κύκλος άνθησης, που εάν αφεθεί, θα μπορεί να παραγάγει ένα δεύτερο κύκλο συγκομιδής. Στα φυτά που οι καρποί τους έχουν συγκομιστεί πιο νωρίς, η αρχή του δεύτερου κύκλου άνθησης μπορεί να συμπέσει με το τέλος της συγκομιδής άλλων φυτών στην ίδια καλλιέργεια και, με μια διακοπή ενός περίπου μηνός, να ακολουθήσει δεύτερος κύκλος συγκομιδής, που έχει σαν αποτέλεσμα την αύξηση της ολικής παραγωγής και του εισοδήματος του καλλιεργητή.[1]

Μεταφύτευση

Η μεταφύτευση σε θερμαινόμενο θερμοκήπιο ή σε εποχή που η θερμοκρασία εδάφους και ατμόσφαιρας είναι υψηλή γίνεται συνήθως όταν το φυτό αποκτήσει 4-6 πραγματικά φύλλα, πριν οι ρίζες των φυτών στα γλαστράκια αρχίσουν να ασφυκτιούν. Ο χρόνος που χρειάζεται το φυτό για να φτάσει στο στάδιο αυτό από την ημέρα της σποράς είναι περίπου 3-5 εβδομάδες, όταν οι συνθήκες ανάπτυξης στο σπορείο είναι ευνοϊκές. Σε περίπτωση που το έδαφος είναι ακόμη ψυχρό και το σπορείο θερμαίνεται, τότε η μεταφύτευση θα πρέπει να καθυστερήσει για κάποιο ακόμη χρονικό διάστημα και τα φυτά θα μείνουν στο σπορείο για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Το γεγονός αυτό θα πρέπει να προβλεφθεί, ώστε να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα για να αποφευχθεί η υποβάθμιση της ποιότητας των φυτών. Τα μέτρα αυτά είναι: μεγαλύτερα γλαστράκια, υποστύλωση των νεαρών φυτών με ένα καλαμάκι μήκους 50-60 εκ. περίπου, πρόσθετος εφοδιασμός με θρεπτικά στοιχεία, αραίωση των γλαστρών ώστε τα φυτά να μην αλληλοσκιάζονται κ.λπ. Υπό ελληνικές συνθήκες, στην πράξη η περίπτωση αυτή παρουσιάζεται την περίοδο Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου, όταν ετοιμάζονται φυτά σε θερμαινόμενο σπορείο για μεταφύτευση νωρίς την άνοιξη, με στόχο την πρώιμη παραγωγή καρπών τον Μάιο. Η παράταση της παραμονής στο σπορείο υπαγορεύεται για λόγους μείωσης του κόστους παραγωγής (ενέργειας). Πριν τη μεταφύτευση προηγείται σκληραγώγηση των φυτών διάρκειας 7-10 ημερών με μείωση του νερού ποτίσματος στο σπορείο. Κατά τη μεταφύτευση συνιστάται τα φυτά να φυτεύονται λίγο υψηλά σε μικρό ανάχωμα ή στα πρανή αυλακιάς ώστε να μην έρχονται σε επαφή με το νερό ποτίσματος (το φυτό είναι πολύ ευπαθές στη σήψη του λαιμού). Μερικοί παραγωγοί μεταφυτεύουν σε επίπεδο έδαφος και άλλοι εφαρμόζουν εδαφοκάλυψη με μαύρο ή διαφανές πλαστικό σε επίπεδο έδαφος, αλλά καλύτερα είναι να γίνεται σε ανάχωμα. Ο σταλακτήρας δεν πρέπει να είναι πολύ κοντά στη βάση του φυτού και το νερό να προσεγγίζει το ριζικό σύστημα με διήθηση. Τα τελευταία χρόνια η καλλιέργεια της πεπονιάς στο θερμοκήπιο εξελίσσεται σε μια πιο οργανωμένη και παραγωγική μορφή. Με την εφαρμογή υποστύλωσης και κλαδέματος (σε αντίθεση με την έρπουσα στο έδαφος παραδοσιακή καλλιέργεια), γίνεται αξιοποίηση του χώρου του θερμοκηπίου και σε ύψος και είναι δυνατή ή φύτευση μεγαλύτερου αριθμού φυτών σε δεδομένη έκταση. Οι αποστάσεις φύτευσης και η διάταξη των φυτών σε μια καλλιέργεια πεπονιάς στο θερμοκήπιο, καθορίζονται από διάφορους παράγοντες, όπως η κατασκευή του θερμοκηπίου (άνοιγμα αψίδων κ.λπ.), το σύστημα άρδευσης, η εποχή φύτευσης, η ζωηρότητα της ποικιλίας κ.α. Για την εποχή φύτευσης ισχύει γενικά η αρχή ότι φυτείες που θα ωριμάσουν τους καρπούς τους τον χειμώνα (σπορά Αύγουστο) φυτεύονται πιο αραιά για να φωτίζονται καλύτερα την περίοδο της καρποφορίας, ενώ για φυτείες που θα καρποφορήσουν την άνοιξη (σπορά Ιανουάριο-Φεβρουάριο), η φύτευση γίνεται πιο πυκνά γιατί οι συνθήκες φωτισμού βελτιώνονται. Ένα άλλο σημείο που έχει άμεση σχέση με την πυκνότητα φύτευσης, και που πρέπει να προσεχθεί ιδιαίτερα, είναι η αποφυγή δημιουργίας φυτικού τείχους για καλό αερισμό και αποφυγή ασθενειών. Στην Ελλάδα ακολουθούνται δυο κυρίως συστήματα φύτευσης: (α)Η φύτευση είναι γραμμική και οι αποστάσεις μεταξύ των γραμμών των φυτών είναι σταθερές σε όλη την έκταση του θερμοκηπίου και κυμαίνονται από 80-100 και πιθανόν 150 cm μεταξύ τους, ανάλογα και με την κατασκευή του θερμοκηπίου. Οι αποστάσεις των φυτών επί της γραμμής είναι γύρω στα 45-50 cm. Ο συνδυασμός αυτός δίνει τη δυνατότητα φύτευσης 2.000 περίπου φυτών στο στρέμμα . Η φύτευση επι της γραμμής μπορεί να γίνει και πιο πυκνή, εάν το επιτρέπουν οι συνθήκες καλλιέργειας (εποχή φύτευσης, ποικιλία κ.λπ.) (β)Κατά το δεύτερο σύστημα φύτευσης οι αποστάσεις μεταξύ των γραμμών δεν είναι ίσες, αλλά εφαρμόζονται διπλές γραμμές φύτευσης που απέχουν μεταξύ τους 50-70 cm και το ζεύγος των γραμμών φύτευσης απέχει από το επόμενο ζεύγος γύρω στα 100 cm. Η απόσταση αυτή χρησιμοποιείται ως διάδρομος εργασίας. Τα φυτά επί των γραμμών φυτεύονται σε αποστάσεις 50 cm μεταξύ τους και σε διαγώνια θέση από τα φυτά της άλλης γραμμής του ιδίου ζεύγους. Η διάταξη αυτή δίνει τη δυνατότητα φύτευσης 2.600 περίπου φυτών στο στρέμμα, δηλαδή φυτεύονται 30% περισσότερα φυτά σε σύγκριση με το προηγούμενο σύστημα φύτευσης. Περισσότερες λεπτομέρειες όσον αφορά το σύστημα φύτευσης και διάγραμμα αποτύπωσης θέσεων φύτευσης καθώς και πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα κάθε συστήματος δίνονται στην περίπτωση της τομάτας.[1]

Άρδευση

Το πότισμα της πεπονιάς είναι απαραίτητη καλλιεργητική εργασία στο θερμοκήπιο. Το φυτό χρειάζεται συνέχεια ικανοποιητικά επίπεδα υγρασίας στο έδαφος κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης των βλαστών, που γίνεται με γρήγορο ρυθμό και μέχρι του σταδίου που οι καρποί συνεχίζουν να αναπτύσσονται. Για το λόγο αυτό, την περίοδο αυτή γίνονται συχνά και ελαφρά ποτίσματα. Η συχνότητα και η ποσότητα του νερού άρδευσης εξαρτάται βέβαια από το στάδιο ανάπτυξης του φυτού, την εποχή του έτους, την ηλιοφάνεια, τον τύπο του εδάφους κ.λπ. Πρέπει να αποφεύγεται η υπερβολική υγρασία στο έδαφος κατά την περίοδο της ανθοφορίας, γιατί προκαλείται ανθόρροια, ιδίως όταν και το ποσό του αζώτου στο έδαφος βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα. Κατά το στάδιο όμως της ωρίμανσης των καρπών χρειάζεται ακόμη μεγαλύτερη προσοχή στο πότισμα, γιατί δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται πολύ νερό. Μάλιστα, σταδιακά θα πρέπει να περιορίζεται σημαντικά, αφού βέβαια λαμβάνεται υπόψη και ο τύπος του εδάφους. Άφθονο νερό ή απότομο πότισμα μετά από κάποια διακοπή νερού κατά το στάδιο της ωρίμανσης, μπορεί βέβαια να προκαλέσει σχίσιμο (σκασίματα) των καρπών. Η ποιότητα του νερού ποτίσματος επηρεάζει επίσης σημαντικά την ανάπτυξη και τις αποδόσεις του φυτού. Ολική περιεκτικότητα σε αλατότητα ECe 3 mmhos μειώνει την παραγωγή κατα 10%, ενώ εάν είναι 4 ή 6 mmhos η παραγωγή μειώνεται κατά 25% και 50% αντίστοιχα. Όταν το πότισμα γίνεται με τη μέθοδο των αυλάκων (σήμερα πολύ σπάνια), θα πρέπει τα φυτά να φυτεύονται σε ανάχωμα, για να μην έρχεται το νερό σε επαφή με το λαιμό του φυτού και προκαλεί σήψεις. Επίσης, εάν υπάρχει στο θερμοκήπιο σύστημα καταιονισμού, θα πρέπει να αποφεύγεται διαβροχή του φυλλώματος, γιατί προκαλεί ευπάθεια των φύλλων στις ασθένειες. Η πιο διαδεδομένη σήμερα μέθοδος ποτίσματος είναι η στάγδην με σταλακτήρες διαφόρων τύπων και παροχών. Έχει υπολογιστεί ότι οι ανάγκες σε νερό μιας φυτείας πεπονιάς, ολόκληρη την καλλιεργητική περίοδο, από Ιανουάριο-Ιούνιο, είναι περίπου 400 m3/στρ.[1]

Επιφανειακή λίπανση

Με την επιφανειακή λίπανση εφοδιάζονται τα φυτά της πεπονιάς κυρίως με άζωτο και κάλι, σπανιότερα με φωσφόρο και κατά καιρούς με ιχνοστοιχεία, για να προληφθούν τροφοπενίες από τυχόν έλλειψη κάποιου στοιχείου. Η επιφανειακή λίπανση που συνιστάται, είναι η συνεχής τροφοδοσία υγράς λίπανσης μαζί με το νερό άρδευσης (fertigation), και σε ποσότητες 130-170 g καθαρού αζώτου ανά m3 νερού άρδευσης, 150-200 g καθαρού καλίου ανά m3 νερού, και εάν δοθεί και φωσφόρος σε ποσότητα 30-50 g ανά m3 νερού. Οι υψηλότερες δόσεις εφαρμόζονται όταν το έδαφος είναι ελαφρά αμμώδες και όταν η θερμοκρασία είναι υψηλή (ταχύτερη ανάπτυξη των φυτών). Σε πειράματα λίπανσης που έγιναν στον πειραματικό σταθμό του Balandran της Γαλλίας, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι για μια ικανοποιητική λίπανση στην πεπονιά θερμοκηπίου που αναπτύσσεται σε φυσιολογικό έδαφος, είναι η εφαρμογή καθε 10-15 ημέρες και για 8-12 φορές με έναρξη την περίοδο σχηματισμού των καρπών (μέγεθος καρυδιού) των πιο κάτω ποσοτήτων: N 25-35 μονάδες/στρ. (νιτρική αμμωνία, φωσφορική αμμωνί, νιτρικό κάλι), P2O5 5-14 μονάδες/στρ. (φωσφορική αμμωνία) και Κ 27-45 μονάδες/στρ. (νιτρικό κάλι). Οι πιο υψηλές δόσεις δίνονται πάλι όταν οι θερμοκρασίες είναι υψηλές και παράγονται συνεχώς και νέοι καρποί πάνω στα φυτά. Σημειώνεται, ότι πιο υψηλές απαιτήσεις των φυτών σε θρεπτικά στοιχεία είναι την περίοδο που αρχίζει μέχρι να συμπληρωθεί η καρπόδεση. Στον πειραματικό σταθμό της Καλαμάτας ακολουθείται το πιο κάτω πρόγραμμα λίπανσης στην πεπονιά θερμοκηπίου (προσωπική επικοινωνία): Κατά τη διάρκεια της καλλιεργητικής περιόδου, από μέσα Απριλίου μέχρι αρχές Αυγούστου, δίνονται 12 υδρολιπάνσεις, με συνολικές ποσότητες 13 μονάδες Ν, 46 μονάδες Κ2Ο και 3,7 μονάδες MgO το στρέμμα. Συνολικά (Βασική + επιφανειακή λίπανση) η καλλιέργεια δέχεται: Ν 35 μονάδες, P2O 30 μονάδες, K2O5 76 μονάδες MgO 3.7 μονάδες το στρέμμα. Επίσης , να σημειωθεί, ότι έλλειψη καλίου προκαλεί αρχικά περιθωριακό κιτρίνισμα στα παλαιά φύλλα, που αργότερα γίνονται καφέ και τελικά ξηραίνονται. Εάν υπάρχει περίσσεια αζώτου τότε η ωρίμανση οψιμίζει, οι καρποί σχίζονται και η ποιότητα τους υποβαθμίζεται (γίνονται ανούσιοι). Εάν συγκριθούν οι συνιστώμενες ποσότητες λιπασμάτων με αυτές που αφαιρούνται από τα φυτά από το έδαφος παρουσιάζονται σημαντικές διαφορές στον "ισολογισμό". Αυτό μπορεί να εξηγηθεί : (i) Στις αρδευόμενες καλλιέργειες ένα μέρος του λιπάσματος χάνεται με το ξέπλυμα. (ii)Οι ρίζες των φυτών δεν αναπτύσσονται σε όλο τον όγκο του εδάφους, επομένως μέρος του προστιθέμενου λιπάσματος δεν είναι διαθέσιμο στα φυτά. (iii)Η πεπονιά έχει ανάγκη αρκετών λιπαντικών στοιχείων σε ελάχιστο χρονικό διάστημα. Θα μπορούσε και στην περίπτωση της πεπονιάς, η κανονικότητα της λίπανσης να ελέγχεται κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης της καλλιέργειας με τη μέθοδο της φυλλοδιαγνωστικής. Ο προσδιορισμός της περιεκτικότητας των στοιχείων στους ιστούς των φυτών, γίνεται στο μίσχο του 6ου φύλλου από την αναπτυσσόμενη κορυφή του φυτού. Σχετικές μετρήσεις σε πεπονιές του τύπου κανταλούπης που αναφέρονται σε δυο στάδια ανάπτυξης του φυτού έδειξαν τα επίπεδα περιεκτικότητας, που λαμβάνονται και σαν δείκτης της κανονικότητας ή ελλειμματικής λίπανσης.[1]

Υποστύλωση φυτού

Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η καλλιέργεια της πεπονιάς στο θερμοκήπιο γίνεται σε ύψος (κατακόρυφη καλλιέργεια), για τους λόγους οι οποίοι έχουν αναφερθεί στην περίπτωση της τομάτας, και επειδή το φυτό δεν έχει βλαστούς με μηχανική αντοχή για αυτοδύναμη κάθετη ανάπτυξη, θα πρέπει να παρέχεται τεχνική στήριξη. Ο πλέον διαδεδομένος τρόπος είναι η χρήση κατακόρυφου σπάγκου που στερεώνεται μόνιμα σε οριζόντιο σύρμα, που βρίσκεται περίπου 2,0 m πάνω από τη γραμμή φύτευσης των φυτών. Το κάτω άκρο του σπάγκου, δεν πρέπει να δένεται στον κορμό του φυτού (στη βάση δηλαδή του κεντρικού βλαστού), γιατί υπάρχει μεγάλος κίνδυνος να προκληθεί ζημιά στο σημείο επαφής. Θα πρέπει επομένως, να χρησιμοποιηθεί ή το πασσαλάκι δίπλα από το φυτό πανω στο οποίο στερεώνεται η άκρη του σπάγκου, πριν αρχίσει να περιελίσσεται γύρω από τον κεντρικό βλαστό του φυτού ή να παραχώνεται μαζί με το ριζικό σύστημα κάτω από το γλαστράκι κατά τη μεταφύτευση. Ο σπάγκος που θα χρησιμοποιηθεί πρέπει να είναι αρκετά δυνατός, ίσως πιο δυνατός από αυτόν που χρησιμοποιείται στην τομάτα, γιατί το βάρος φυτού +καρπών είναι αρκετά μεγάλο, και το φυτό της πεπονιάς εκ φύσεως δεν έχει καθόλου μηχανική αντοχή στο στέλεχος του (η τομάτα έχει περισσότερη). Ιδιαίτερη προσπάθεια κατά την υποστύλωση πρέπει να καταβάλλεται στη στήριξη του φυτού επί του σπάγκου, γιατί το βάρος των αναπτυσσόμενων καρπών είναι αρκετά μεγάλο, ώστε τα φυτά "γλιστρούν" και πέφτουν κάτω από το σπάγκο, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό ή και το το σπάσιμο του κεντρικού βλαστού. Για να προληφθεί η ανεπιθύμητη αυτή κατάσταση, η περιέλιξη του κεντρικού βλαστού με τον κατακόρυφο σπάγκο συμπληρώνεται με επανειλημμένο (κάθε 40-50 cm) δέσιμο του βλαστού, με ράφια ή πλαστική ταινία επι του σπάγκου. Όταν η κορυφή του φυτού, η οποία πρέπει να περιελίσσεται γύρω από τον σπάγκο, πλησιάζει το οριζόντιο σύρμα αφήνεται να ξεπεράσει κατά 1-2 φύλλα και τότε δένεται σταθερά σε αυτό, με έναν πρόσθετο σπάγκο κάτω από τον κόμπο που βρίσκεται λίγο κάτω από το οριζόντιο σύρμα. Το δέσιμο αυτό προφυλάσσει το φυτό από "γλίστρημα" του φυτού στον κατακόρυφο σπάγκο. Η κορυφή του φυτού οδηγείται παράλληλα με το οριζόντιο σύρμα και δένεται σε ένα ή δυο σημεία σε αυτό, και αποκεφαλίζεται μόλις φθάσει το επόμενο φυτό. Εκτός από την κατακόρυφη καλλιέργεια της πεπονιάς στα υψηλά θερμοκήπια, στην Ισπανία και Ιταλία, εφαρμόζεται και στα υψηλά θερμοκήπια οριζόντια καλλιέργεια επί του εδάφους.[1]

Υποστύλωση καρπού

Για τις μεγαλόκαρπες ποικιλίες πεπονιάς και στις ποικιλίες όπου ο καρπός κατά την ωρίμανση αποκολλάται εύκολα από τον μίσχο θα πρέπει, όταν οι καρποί αποκτήσουν μέγεθος πορτοκαλιού, να γίνεται και υποστήριξη του με πλαστικό δίκτυ, το οποίο στερεώνεται με σπάγκο πάνω στο οριζόντιο σύρμα (δες καρπουζιά ). Στις καινούργιες ποικιλίες και υβρίδια, γίνεται προσπάθεια όπως ένα από τα χαρακτηριστικά που θα έχουν οι καρποί να είναι μέτριου μεγέθους και η συγκράτηση του καρπού επι του μίσχου, να είναι σταθερή όταν ο καρπός βρίσκεται στο στάδιο της συγκομιδής.[1]

Κλάδεμα

Το κλάδεμα, όπως και η υποστύλωση αποτελούν εργασίες τελείως απαραίτητες για την κάθετη καλλιέργεια της πεπονιάς σε υψηλό θερμοκήπιο. Και οι δυο εργασίες γίνονται συνεχώς και παράλληλα, στοχεύουν στην καλύτερη αξιοποίηση του όγκου του θερμοκηπίου, την αύξηση των αποδόσεων και του εισοδήματος του καλλιεργητή. Το κλάδεμα της πεπονιάς σκοπό έχει την εξισορρόπηση της βλάστησης και καρποφορίας, τη ρύθμιση της εποχής συγκομιδής (πρωιμότητα), τη ρύθμιση της θέσης και του μεγέθους των καρπών και τη βελτίωση της ομοιογένειας και ποιότητας των καρπών. Όπως και στα άλλα φυτά που καλλιεργούνται κατακόρυφα στο θερμοκήπιο, έτσι και με την πεπονιά, στην πράξη εφαρμόζονται διάφοροι μέθοδοι κλαδέματος. Με την πεπονιά όμως, όπως και με την καρπουζιά, το κλαδεμα είναι στενά συνδεδεμένο με τον μόνοικο ή ανδρομόνοικο χαρακτήρα του φυτού και κάθε μέθοδος κλαδέματος που εφαρμόζεται, θα πρέπει να εξασφαλίζει στο φυτό τη δυνατότητα πρώιμης παραγωγής θηλυκών ή τελείων ανθέων και καρπών. Μέθοδοι κλαδέματος που εφαρμόζονται σήμερα είναι οι εξής: (i)Μετά τη μεταφύτευση, και όταν το φυτό αρχίσει να μεγαλώνει, από τις μασχάλες των φύλλων και ιδίως των κατώτερων, αναπτύσσονται πλευρικοί βλαστοί. Αυτοί οι πλευρικοί βλαστοί αφαιρούνται συνέχεια μέχρι του ύψους 0,6-1,0 m και αφήνεται να αναπτυχθεί ο κεντρικός βλαστός (ο οποίος υποστηρίζεται στον κατακόρυφο σπάγκο), τα φύλλα και τα αρσενικά άνθη. Πάνω από το ύψος αυτό αφήνονται να αναπτυχθούν οι πλάγιοι βλαστοί που φέρουν και τα θηλυκά άνθη. Κάθε πλάγιος που αναπτύσσεται θα πράγει θηλυκά άνθη, συνήθως στη μασχάλη του πρώτου και δεύτερου φύλλου. Το ύψος που αφήνεται να αναπτυχθεί ο πρώτος καρποφόρος πλάγιος σε 60 ή 70 ή 100 cm και θα ακολουθήσουν οι υπόλοιποι πλάγιοι, επηρεάζει την πρωιμότητα και και το μέσο βάρος των καρπών. Η κορυφή του φυτού, όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως, αφού περάσει το οριζόντιο σύρμα κατά 1-2 φύλλα, δένεται και, ή το φυτό κορυφολογείται ή από ορισμένους καλλιεργητές συνηθίζεται το δέσιμο της κορυφής, η οριζόντια ανάπτυξη της και πάλι δέσιμο επί του οριζόντιου σύρματος μέχρι τη θέση του επόμενου φυτού (50 cm), και στη συνέχεια γίνεται το κορυφολόγημα. Το κορυφολόγημα στοχεύει στην ώθηση των φυτών να παράγουν βλαστούς δεύτερης και τρίτης τάξης, οι οποίοι φέρουν και τα θηλυκά άνθη. Οι πλευρικοί βλαστοί αναπτύσσονται και παράγουν θηλυκά άνθη και αφού γίνει η επικονίαση-γονιμοποίηση και αρχίσει η διόγκωση του καρπού (μέγεθος καρυδιού), κορυφολογούνται στα 1-3 φύλλα μετά τον καρπό. Βλαστοί οι οποίοι δεν έχουν καρποφορήσει, αφαιρούνται. Επίσης, αφαιρούνται μερικοί βλαστοί όταν ο αριθμός των παραγόμενων πλάγιων βλαστών ανά φυτό είναι πολύ μεγάλος (βλαστοκάθαρος), ώστε να γίνεται καλύτερα ο αερισμός και η είσοδος του φωτός στην φυλλική περιοχή. (ii) Κατά το δεύτερο σύστημα κλαδέματος, το φυτό μετά τη μεταφύτευση και όταν αποκτήσει το ύψος των 10-20 περίπου εκατοστομέτρων κορυφολογείται μετά τα πρώτα 2-4 φύλλα, και στη συνέχεια αφήνονται να αναπτυχθούν οι δυο καλύτεροι πλάγιοι βλαστοί, οι οποίοι και υποστυλώνονται ο καθένας χωριστά από το οριζόντιο σύρμα με δυο κάθετους σπάγκους. Βλαστοί οι οποίοι αναπτύσσονται στον κορμό κάτω από τους δυο αυτούς βλαστούς αφαιρούνται. Οι κορυφές των δυο βλαστών, όταν φθάσουν και περάσουν το οριζόντιο σύρμα κατά 1-2 φύλλα, κορυφολογούνται και οι βλαστοί δένονται στερεά στο οριζόντιο σύρμα, όπως έχει ήδη αναφερθεί. Πάνω στους δυο βλαστούς, όπως και στους πλάγιους που θα αναπτυχθούν από τις μασχάλες των φύλλων (βλαστοί 3ης τάξης), θα εμφανιστούν θηλυκά άνθη και στη συνέχεια, όταν όλα εξελιχθούν ομαλά, και καρποί. Οι δυο κατακόρυφοι πλάγιοι βλαστοί κλαδεύονται όπως και στο σύστημα (i), δηλαδή σε ύψος 60 μέχρι 100 cm (ανάλογα με τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα), αφαιρούνται οι καρποί και οι πλάγιοι βλαστοί και αφήνονται αυτοί που θα καρποφορήσουν πάνω από το ύψος αυτό. Οι πλάγιοι (3ης τάξης) που φέρουν καρπούς κορυφολογούνται σε 1-3 φύλλα μετά τον καρπό. Βλαστοί που δεν έχουν καρποφορήσει και οι υπεράριθμοι βλαστοί αφαιρούνται από τη βάση τους, για διευκόλυνση του αερισμού και φωτισμού. Όταν εφαρμόζεται το δεύτερο σύστημα κλαδέματος, επειδή το φυτό με τους δυο βλαστούς του χρειάζεται περισσότερο χώρο για να αναπτυχθεί, θα πρέπει οι αποστάσεις φύτευσης επί της γραμμής να είναι κάπως μεγαλύτερες (60-70 cm) για καλύτερη ανάπτυξη των φυτών. Πειράματα που διεξήχθησαν υπό την επίβλεψη του συγγραφέα με στόχο την σύγκριση των δυο μεθόδων κλαδέματος (μονοστέλεχου και διστέλεχου), την ανάπτυξη του πρώτου καρπού στον πλάγιο που βρίσκεται σε ύψος 60-70 cm και 100-110 cm και την κοπή του πλάγιου καρποφόρου βλαστού στο ένα ή δυο φύλλα μετά τον καρπό, έδωσαν τα εξής αποτελέσματα: Το μονοστέλεχο σύστημα και με τους καρπούς να αναπτύσσονται σε πλάγιους στο ύψος των 60-70 cm έδωσαν την πιο πρώϊμη παραγωγή από όλες τις μεταχειρίσεις. Η παρουσία δυο φύλλων μετά τον καρπό συνέβαλε και στην περαιτέρω πρωΐμιση της παραγωγής (έναρξη συγκομιδής και συγκομιδή του 60-80% της παραγωγής στις 2 πρώτες εβδομάδες) και στην αύξηση της παραγωγής (μεγαλύτεροι καρποί) αποτέλεσμα πιστεύεται της μεγαλύτερης φυλλικής επιφάνειας. Στις διάφορες χώρες και από διάφορους καλλιεργητές έχουν εφαρμοστεί και εφαρμόζονται και άλλα συστήματα κλαδέματος, που κατά κύριο λόγο αποτελούν παραλλαγές του πρώτου συστήματος, δηλαδή του μονοστέλεχου. Η διαφορά από αυτό που έχει περιγραφεί πιο πάνω, οφείλεται κυρίως στο κορυφολόγημα του νεαρού φυτού στα δυο φύλλα και στη συνέχεια, η υποστύλωση του ενός πλάγιου βλαστού σε κατακόρυφη θέση, όπως και στην περίπτωση (i). Εάν επιχειρηθεί μια εμπειρική σύγκριση των δυο συστημάτων, είναι δυνατόν να λεχθεί ότι, όταν εφαρμόζεται το πρώτο σύστημα κλαδέματος, τα φυτά αναπτύσσονται πιο γρήγορα, η παραγωγή είναι πιο πρώιμη και το μέγεθος των καρπών μεγαλύτερο. Ο επιθυμητός αριθμός των καρπών ανά φυτό εξαρτάται βέβαια και από την ποικιλία, την εποχή της καλλιέργειας, την ανάπτυξη των φυτών, το επιθυμητό μέγεθος του καρπού και τις συνθήκες καλλιέργειας. Γενικά η παραγωγή 4-6 εμπορεύσιμων καρπών/φυτό πρέπει να θεωρηθεί ικανοποιητική απόδοση. Θα πρέπει το θέμα του συστήματος κλαδέματος της πεπονιάς που καλλιεργείται στο θερμοκήπιο υπό κατακόρυφο μορφή, να μελετηθεί σε βάθος και μάλιστα σε συνδυασμό με την ποικιλία (συνήθειες ανάπτυξης και άνθησης, τη ζωηρότητα) την εποχή φύτευσης και άλλες συνθήκες παραγωγής, γιατί είναι γνωστό ότι η αποτελεσματικότητα ενός συστήματος κλαδέματος εξαρτάται από την ποικιλία (τρόπος καρποφορίας, ζωηρότητα), τις συνθήκες που θα επικρατούν στο θερμοκήπιο, τη συγκεκριμένη εποχή καλλιέργειας, τη γονιμότητα του εδάφους, την πυκνότητα φύτευσης κ.λπ. Οι παρατηρήσεις που λαμβάνονται για την αξιολόγηση των συστημάτων κλαδέματος αναφέρονται στην πρωιμότητα, την ολική παραγωγή, το μέσο βάρος των καρπών, την ποιότητα των καρπών με ιδιαίτερη αναφορά στην εμφάνιση και τη γεύση. Τόσο το κλάδεμα όσο και η υποστύλωση που γίνονται ταυτοχρόνως, πρέπει να εφαρμόζονται συχνά και συνήθως 2 φορές την εβδομάδα, γιατί η βλάστηση υπό κανονικές συνθήκες είναι πολύ γρήγορη, ιδίως στα αρχικά στάδια ανάπτυξης του φυτού, πριν σχηματιστούν και αρχίσουν να διογκώνονται οι καρποί και πολύ εύκολα μπορεί η βλάστηση να ξεφύγει τον έλεγχο του καλλιεργητή, αν καθυστερήσει στην επέμβαση με κλάδεμα.[1]

Ωρίμανση

Οι καρποί της πεπονιάς αρχίζουν να ωριμάζουν σε χρονικό διάστημα που ενδεικτικά και μόνο αναφέρεται εδώ ότι κυμαίνεται από 12-18 εβδομάδες (84-126 ημέρες) μετά τη σπορά. Το χρονικό αυτό διάστημα επηρεάζεται από πάρα πολλούς παράγοντες γενετικούς και του περιβάλλοντος. Ο βοτανικός τύπος και η ποικιλία ασκούν σημαντική επίδραση και για το λόγο αυτό, στην πράξη, οι ποικιλίες διακρίνονται σε πρώιμες, μεσοπρώιμες και όψιμες. Οι σποροπαραγωγικοί οίκοι αναφέρουν στην περιγραφή της ποικιλίας και τον αριθμό ημερών που χρειάζεται η συγκεκριμένη ποικιλία ή υβρίδιο, από την σπορά μέχρι την ωρίμανση των καρπών, κάτω από τις συνθήκες βέβαια που έχουν αξιολογηθεί. Οι παράγοντες του περιβάλλοντος και ιδιαίτερα η θερμοκρασία (εποχή) του έτους και η θερμοκρασία στο θερμοκήπιο, επίσης επηρεάζουν σημαντικά τον χρόνο ωρίμανσης. Ο καλλιεργητής θα πρέπει να εξοικειωθεί και να διακρίνει το στάδιο κατά το οποίο ο καρπός έχει ωριμάσει και θα πρέπει να συγκομιστεί. Ο καρπός της πεπονιάς μετά τη γονιμοποίηση εξελίσσεται σταδιακά τόσο σε μέγεθος όσο και στη χημική του σύνθεση και φθάνει σε κάποιο στάδιο, που τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του καρπού και η εσωτερική χημική του σύσταση καθορίζουν τον ώριμο καρπό που θα πρέπει να συγκομιστεί. Σε γενικές γραμμές, τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του καρπού τα οποία λαμβάνονται σαν κριτήρια ωρίμανσης μπορούν να συνοψιστούν ως εξής: (α) Το βασικό χρώμα του καρπού γίνεται πιο ανοικτόχρωμο π.χ. βαθύ πράσινο χρώμα γίνεται πρασινοκίτρινο ή σχεδόν κίτρινο. (β)Η κατάσταση της δικτύωσης ή νεύρων στην επιφάνεια του καρπού (σε ποικιλίες που οι καρποί έχουν το χαρακτηριστικό αυτό). Στον ώριμο καρπό οι δικτυώσεις πρέπει να είναι καλά αναπτυγμένες, ανώμαλες, φελλώδεις, να είναι εξογκωμένες και να καλύπτουν την επιφάνεια του καρπού (στον ανώριμο καρπό είναι επίπεδες). (γ) Η "ουλή" που σχηματίζεται στο σημείο επαφής του μίσχου με τον καρπό (μετά από τράβηγμα του μίσχου) πρέπει να είναι ελαφρώς καθιζάνουσα, και στο σημείο αυτό να έχει σχηματιστεί ένα είδος "καλού", που δείχνει ότι κατά το τράβηγμα του μίσχου ο καρπός αποχωρίστηκε εύκολα από αυτό και ότι δεν κόπηκε ο μίσχος. Ιδιαίτερα για τις "κανταλούπες", αλλά και στις άλλες ποικιλίες, ένας συνηθισμένος οδηγός για την εκτίμηση του βαθμού ωρίμανσης του καρπού και τον καθορισμό του χρόνου συγκομιδής, είναι η εμφάνιση σχισμών στο σημείο επαφής μίσχου-καρπού. Όταν η ωρίμανση έχει προχωρήσει, οι σχισμές παρουσιάζονται πιο έντονες και φαίνεται ότι ο καρπός είναι έτοιμος να διαχωριστεί από το μίσχο. Ο μίσχος αποχωρίζεται εύκολα από τον καρπό και αφήνει στο σημείο επαφής καρπού-μίσχου ένα βαθούλωμα και τότε συμπεραίνεται ότι ο καρπός είναι πλήρως ώριμος, το στάδιο αυτό ονομάζεται "στάδιο πλήρους αποκόλλησης (full-slip) και τους καρπούς του σταδίου αυτού πρέπει να τους μεταχειρίζεται κανείς με προσοχή κατά την αποθήκευση και μεταφορά (ψύξη-κοντινές αγορές). Το στάδιο που χαρακτηρίζεται σαν στάδιο "ημιαποκόλλησης" (half-slip) του μίσχου, αναφέρεται σε λιγότερο ώριμο καρπό και ο μίσχος παρουσιάζει μερική αποκόλληση από τον καρπό και κατά το τράβηγμα το μισό περίπου της διαμέτρου του μίσχου παραμένει προσκολλημένο στον καρπό. Όταν οι καρποί πρόκειται να ταξιδέψουν σε μεγάλες αποστάσεις, η συγκομιδή τους γίνεται στο στάδιο της ημι-αποκόλλησης του μίσχου, και είναι έτοιμοι για κατανάλωση 36-48 ώρες μετά που θα φθάσουν στην αγορά. Και στα δυο στάδια ωριμότητας (πλήρους και ημι-αποκόλλησης του μίσχου), ο καρπός έχει τελείως ανεπτυγμένες τις δικτυώσεις και το βασικό του χρώμα έχει αλλάξει από πράσινο σε ανοικτοπράσινο ή ελαφρό κίτρινο. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, το κριτήριο αυτό είναι σαφές για τις ποικιλίες που ανήκουν στη βοτανική ποικιλία "Κανταλούπες". Ποικιλίες που ανήκουν σε άλλους τύπους πεπονιού π.χ. Honeydew, Grenshaws, Casaba, Persia κ.α., δεν υπάρχει σαφής και οριστικός συσχετισμός, όσον αφορά την αποκόλληση του μίσχου, και κατά συνέπεια στις περιπτώσεις αυτές, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και τα άλλα χαρακτηριστικά που αναφέρονται στο σημείο αυτό. Επομένως, για μερικές ποικιλίες λαμβάνονται σαν κριτήρια ωρίμανσης για συγκομιδή ορισμένα χαρακτηριστικά και για άλλες άλλα χαρακτηριστικά. (δ) Ώριμος καρπός έχει σχηματίσει πλήρως το χαρακτηριστικό του άρωμα. (ε) Ένδειξη ωρίμανσης είναι και το ελαφρό μαλάκωμα της άκρης του καρπού στο αντίθετο του ποδίσκου άκρο, εκτός εάν το μαλάκωμα οφείλεται σε επανειλημμένες πιέσεις. Οι ανώριμοι καρποί γενικά είναι σκληροί και χωρίς άρωμα και η εξωτερική τους επιφάνεια είναι φτωχή σε διακλαδώσεις, έχουν πράσινο χρωματισμό και ο μίσχος είναι στέρεα κολλημένος στον καρπό. Αντίθετα, υπερώριμοι καρποί είναι συνήθως μαλακοί, υδαρείς και ανούσιοι, έχουν έντονο κίτρινο χρωματισμό στην εξωτερική επιφάνεια, φέρουν βαθουλώματα στην επιφάνεια, και πιθανόν να αρχίζουν να αναπτύσσονται μούχλες στο σημείο επαφής με τον ποδίσκο και άλλα σημεία του καρπού. Τα κριτήρια προσδιορισμού του βαθμού ωριμότητας του καρπού της πεπονιάς, που αναφέρθηκαν πιο πάνω, δεν είναι πάντα αλάνθαστα, αλλά απλώς ενδεικτικά, και πρέπει να σημειωθεί ότι το πραγματικό στάδιο ωριμότητας δεν είναι τόσο έυκολο να προσδιοριστεί με τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του καρπού, όπως το χρώμα του φλοιού η αποκόλληση του μίσχου, η δικτύωση του φλοιού (εάν υπάρχει) και άλλες συγγενείς ενδείξεις της ωριμότητας. Πρόσθετη δυσκολία είναι ότι υπάρχουν και διαφορές στην έκφραση των χαρακτηριστικών αυτών και μεταξύ των διάφορων τύπων του πεπονιού. Ο καλλιεργητής για να επιλέξει τον καρπό που είναι ώριμος και καλής ποιότητας χρειάζεται εμπειρία, που αποκτάται έπειτα από συνεχή άσκηση και "πειραματισμό", και διδάσκεται από τα σφάλματα και τις επιτυχίες του. Προσδιορισμός της ωρίμανσης μπορεί να γίνει με μεγαλύτερη ακρίβεια, με τη μέτρηση των διαλυτών στερεών, δηλαδή των υλικών που είναι διαλυμένα στο χυμό του καρπού. Τα διαλυτά στερεά είναι κυρίως σάκχαρα με μεγαλύτερα ποσοστά τη σουκρόζη και δεξτρόζη. Τα διαλυτά στερεά μετρώνται με το ειδικό Brix hydrometer, αφού ληφθεί ο χυμός μετά από πίεση της σάρκας του καρπού. Μετρήσεις επίσης μπορεί να γίνουν και με ένα μικρό διαθλασίμετρο οπότε, στην περίπτωση αυτή, μερικές σταγόνες χυμού είναι αρκετές. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι διαφορετικά σημεία της σάρκας του καρπού έχουν και διαφορετική περιεκτικότητα σε διαλυτά στερεά, π.χ. η σάρκα κοντά στους σπόρους είναι πιο πλούσια σε διαλυτά στερεά (πιο γλυκιά) σε σύγκριση με τη σάρκα που βρίσκεται κοντά στο φλοιό. Το γεγονός αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τη δειγματοληψία για τον προσδιορισμό των διαλυτών στερεών και των σακχάρων. Από μετρήσεις που έχουν γίνει στις κανταλούπες, η περιεκτικότητα σε διαλυτά στερεά και σουκρόζη είναι πιο υψηλή σε καρπούς που έχουν ωριμάσει πλήρως και έχουν καλή γεύση δηλάδή το ποσοστό των διαλυτών στερεών και της σουκρόζης αυξάνεται ενώ προχωρεί η ωρίμανση και επίσης, έχει βρεθεί ότι η περιεκτικότητα των σπόρων σε άμυλο μειώνεται. Στις Η.Π.Α. οι κανονισμοί εξαγωγής του πεπονιού σε άλλες πολιτείες ή χώρες περιλαμβάνουν ως κριτήρια καθορισμού της ποιότητας του προϊόντος κατά τη στιγμή της εξαγωγής την περιεκτικότητα του καρπού σε διαλυτά στερεά. Τα επίπεδα ποικίλλουν ανάλογα με τις κλιματικές συνθήκες της περιοχής παραγωγής, π.χ. κανταλούπες που καλλιεργούνται στην Καλιφόρνια πρέπει να έχουν 10% διαλυτά στερεά ή να βρίσκονται στο στάδιο της "πλήρους αποκόλλησης" των μίσχων κατά τη στιγμή της εξαγωγής. Από όσα έχουν αναφερθεί σχετικά με τον καθορισμό του σταδίου ωριμότητας του πεπονιού για συγκομιδή, θα πρέπει ο καλλιεργητής να προβαίνει σε δειγματοληπτική συγκομιδή μερικών καρπών, για τον έλεγχο του σταδίου ωριμότητας και να γίνεται συσχετισμός των εξωτερικών χαρακτηριστικών του καρπού τη στιγμή της δειγματοληψίας με τη γεύση, το άρωμα και, αν είναι δυνατόν, τα διαλυτά στερεά και τη σουκρόζη.[1]

Συγκομιδή

Το στάδιο της ωρίμανσης που πρέπει να έχει το πεπόνι κατά τη συγκομιδή καθορίζεται από διάφορους παράγοντες όπως ο χρόνος που απαιτείται για να φθάσει ο καρπός στην αγορά, η μέθοδος μεταφοράς, η ποικιλία, η θερμοκρασία κατά και μετά τη συγκομιδή κ.α. Όταν οι καρποί προορίζονται για τις ντόπιες αγορές που βρίσκονται σε μικρές αποστάσεις, οι καρποί πρέπει να παραμείνουν και να ωριμάσουν στα φυτά, αντίθετα όταν θα μεταφερθούν μακριά κόβονται πιο νωρίς, χρειάζεται όμως προσοχή να μην κόβονται άγουροι, οπότε έχουν υποβαθμισμένη ποιότητα. Μόνο οι ώριμοι καρποί έχουν τα χαρακτηριστικά της καλής ποιότητας που είναι η γλυκύτης, η καλή υφή και το άρωμα της σάρκας. Το πεπόνι δεν αύξανει την περιεκτικότητα του σε σάκχαρα μετά τη συγκομιδή, αλλά παρατηρείται κάποια βελτίωση στο άρωμα και την υφή του καρπού μετά τη συγκομιδή. Για αποφυγή δυσάρεστων καταστάσεων, καλό είναι ο καρπός να παραμένει στο φυτό μέχρι να φτάσει στο μεγαλύτερο βαθμό ωρίμανσης και στη συνέχεια να ψύχεται μέχρι να φθάσει στον καταναλωτή. Όμως, οι καρποί δεν πρέπει να παραμένουν πάνω στο φυτό και να υπερωριμάζουν, γιατί υποβαθμίζεται η ποιότητα και μειώνεται η εμπορική τους αξία. Η συγκομιδή των καρπών συνήθως γίνεται κάθε 3-5 ημέρες, εάν όμως οι θερμοκρασίες είναι πολύ υψηλές τότε επαναλαμβάνεται πιο συχνά. Συνιστάται να γίνεται το πρωί, όταν οι καρποί έχουν χαμηλή θερμοκρασία, διαφορετικά πρέπει να γίνεται πρόψυξη του καρπού. Οι καρποί κόβονται με μέρος του μίσχου με κοφτερό μαχαίρι ή ψαλίδι και τοποθετούνται σε κιβώτια ή κουβάδες και μεταφέρονται αμέσως στο συσκευαστήριο, όπου ακολουθεί διαλογή για ομοιομορφία στο μέγεθος, βαθμό ωρίμανσης, σχήμα, χρώμα κ.λπ. Κακοσχηματισμένοι, σχισμένοι, τραυματισμένοι, προσβεβλημένοι, μαλακοί, υπερώριμοι και ανώριμοι καρποί απομακρύνονται σαν μη εμπορεύσιμοι. Οι εμπορεύσιμοι καρποί συσκευάζονται ανάλογα με την αγορά προορισμού και μεταφέρονται σε χαμηλές θερμοκρασίες μέχρι να μεταφερθούν στην αγορά. Η μεταφορά θα πρέπει να γίνεται με αυτοκίνητα-ψυγεία ή πλοία-ψυγεία ή βαγόνια-ψυγεία, ώστε να εξασφαλιστεί η διατήρηση της ποιότητας του προϊόντος μέχρι να φθάσει στην αγορά και τον καταναλωτή. Κατά τη συγκομιδή, μεταφορά, διαλογή και συσκευασία του καρπού πρέπει να επιδιώκεται προσεκτική μεταχείριση, γιατί οι τραυματισμοί προκαλούν γρήγορη καταστροφή του ώριμου καρπού.[1]

Σχετικές σελίδες

Βιβλιογραφία

  1. 1,00 1,01 1,02 1,03 1,04 1,05 1,06 1,07 1,08 1,09 1,10 Η τεχνική της καλλιέργειας των κηπευτικών στα θερμοκήπια, του Χρήστου Ολύμπιου, Καθηγητή Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, Αθήνα 2001.