Ασθένειες φιστικιάς

Από GAIApedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Νέκρωση βραχιόνων

Προσβολή φιστικιάς από Eutypa lata

Η ασθένεια αυτή είναι πολύ διαδεδομένη στη χώρα μας και προκαλεί πολύ σοβαρές ζημιές στη φιστικιά. Το χαρακτηριστικό σύμπτωμα της προσβολής είναι η παρουσία διογκωμένων ελκών με επιμήκεις ρωγμές στα κλαδιά ή στον κορμό του δένδρου. Η μόλυνση ξεκινάει από τομές κλαδέματος απ' όπου συνήθως βγαίνει άφθονο κόμμι. Σε τομή του προσβεβλημένου τμήματος στην περιοχή των ελκών παρατηρείται χαρακτηριστικός καστανός μεταχρωματισμός του ξύλου. Τελικά, τα προσβεβλημένα κλαδιά και οι βραχίονες ξηραίνονται, συνήθως το καλοκαίρι.

Η ασθένεια προκαλείται από τον ασκομύκητα Eutypa lata με αγενή μορφή Cytospporina lata, η οποία δεν παίζει κάποιο ρόλο στον κύκλο της ασθένειας. Η ανάπτυξη των αναπαραγωγικών οργάνων του μύκητα (καρποφοριών, σπορίων) γίνεται αργά. Μετά την είσοδό του στο φυτό, ο μύκητας εγκαθίσταται αρχικά στο ξύλο, αργότερα στο κάμβιο και στο φλοιό, όπου αναπτύσσεται νεκρώνοντας τους ιστούς και σταδιακά προκαλεί την δημιουργία ελκών και τη νέκρωση βραχιόνων. Μετά 5 χρόνια από την μόλυνση στα ξηραμένα δένδρα ή στους νεκρούς προσβεβλημένους ιστούς σχηματίζονται οι καρποφορίες του (περιθήκια), απ’ όπου θα ελευθερώνονται τα ασκοσπόρια, τα οποία μεταφέρονται με τον αέρα σε μεγάλες αποστάσεις προκαλώντας νέες μολύνσεις. Πολύ σημαντικός παράγοντας για τον σχηματισμό των καρποφοριών του μύκητα και την ελευθέρωση των σπορίων του είναι η βροχή. Η μέση ετήσια βροχόπτωση μιας περιοχής πρέπει να είναι τουλάχιστο 420mm.

Για την αντιμετώπιση της ασθένειας συνιστώνται προληπτικά καταστροφή των προσβεβλημένων κλαδιών, αποφυγή εκτέλεσης μεγάλων τομών κατά το κλάδεμα, χρησιμοποίηση απολυμασμένων εργαλείων και απολύμανση των τομών κλαδέματος με τα κατάλληλα μέσα. Στις ευαίσθητες ποικιλίες σκόπιμο είναι επίσης να εκτελείται το κλάδεμα, όσο το δυνατόν αργότερα.





Βερτισιλλίωση

Προσβολή φιστικιάς από Βερτισιλλίωση

Θεωρείται από τις πιο σοβαρές μυκητολογικές ασθένειες των πυρηνοκάρπων, της ελιάς, της φιστικιάς και του αμπελιού και οφείλονται σε μύκητες του γένους Verticillium. Γι' αυτό το λόγο λέγεται και βερτισιλλιώσεις. Οι αδρομυκώσεις εξελίσσονται αργά και προσβάλλουν τα αγγεία των δένδρων προκαλώντας μαρασμό και αποξήρανση κλάδων ή ολόκληρου του δένδρου. Εξελίσσονται αργά και προσβάλλουν τα αγγεία των δένδρων προκαλώντας μαρασμό και αποξήρανση κλάδων ή ολόκληρου του δένδρου.

Στη φιστικιά τα συμπτώματα εκδηλώνονται μονόπλευρα, στη μια πλευρά των προσβεβλημένων οργάνων (ημιπληγία). Αργότερα, προχωρεί συνήθως και στην άλλη. Η προσβολή εμφανίζεται με μαρασμό κλαδιών και βραχιόνων και χλώρωση των φύλλων, πρώτα στα κατώτερα και έπειτα στα ανώτερα φύλλα των προσβεβλημένων κλάδων. Τα φύλλα των προσβεβλημένων κλάδων ξηραίνονται αλλά δεν πέφτουν.

Οι βερτισιλλιώσεις των δένδρων προκαλούνται από τους αδηλομύκητες Verticillium dahliae και Verticillium alboatrum. Στη χώρα μας το πρώτο είδος έχει βρεθεί ότι προκαλεί την προσβολή στις πολυετείς καλλιέργειες. Αυτό οφείλεται μάλλον στο γεγονός ότι ο Verticillium dahliae ευνοείται από μέσες θερμοκρασίες, ενώ ο Verticillium alboatrum είναι περισσότερο διαδεδομένος σε περιοχές με υγρό και ψυχρό κλίμα. Οι βερτισιλλιώσεις είναι τυπικά εδαφογενείς ασθένειες. Το παθογόνο επιβιώνει κυρίως με τα μικροσκληρώτια, αλλά και σαν μυκήλιο και σπόρια (κονίδια) στα προσβεβλημένα υπολείμματα των καλλιεργειών και διατηρείται στο έδαφος για πολλά χρόνια (8-14). Ένας άλλος τρόπος διαιωνίσεώς τους είναι τα διάφορα ζιζάνια - ξενιστές. Τα παθογόνα διασπείρονται με το νερό, τα υπολείμματα της καλλιέργειας, τα ζιζάνια και με το έδαφος το οποίο μεταφέρεται με τα εργαλεία ή τις καλλιεργητικές μηχανές. Σε μεγάλες αποστάσεις η μεταφορά τους γίνεται με μολυσμένο πολλαπλασιαστικό υλικό. Οι μύκητες μολύνουν από τη ρίζα και εγκαθίστανται στα αγγεία του ξύλου, όπου με μικροσκοπική εξέταση μπορούν να διακριθούν οι υφές του μυκηλίου και τα σπόριά του (κονίδια).

Προληπτικά συνιστάται εγκατάσταση των δένδρων μακριά από χωράφια όπου καλλιεργούνται ετήσια φυτά ευαίσθητα στις αδρομυκώσεις και σε εδάφη απαλλαγμένα από μολύσματα (π.χ. με ηλιοαπολύμανση). Επίσης, θα πρέπει να χρησιμοποιείται υγιές πολλαπλασιαστικό υλικό και ανθεκτικές ποικιλίες ή υποκείμενα. Επίσης, θα πρέπει να αποφεύγεται η συγκαλλιέργεια των δένδρων με ευπαθή ετήσια φυτά (π.χ. βαμβάκι). Η άρδευση των δένδρων δεν θα πρέπει να γίνεται με αυλάκια διότι τα μολύσματα μεταφέρονται με το νερό στα υγιή δένδρα. Επίσης συνιστάται να γίνεται επιμελής ζιζανιοκτονία με χημικά μέσα, έτσι ώστε να αποφεύγονται πληγές στο ριζικό σύστημα των δένδρων.

Κατασταλτικά συνιστάται ξερίζωμα των προσβεβλημένων δένδρων, κάψιμό τους και απολύμανση του χώρου που καταλάμβανε η προσβεβλημένη ριζόσφαιρα.




Βοτρύτης

Ο βοτρύτης έχει παγκόσμια εξάπλωση και προσβάλλει σχεδόν όλα τα καλλιεργούμενα φυτά. Αποτελεί πραγματική απειλή για την εμπορεύσιμη παραγωγή, διότι εκτός από τις ποσοτικές απώλειες υποβαθμίζει και την ποιότητα των προϊόντων. Στα δέντρα προκαλεί κυρίως μετασυλλεκτική ασθένεια, δηλαδή οι καρποί μολύνονται κατά την διάρκεια ανάπτυξής τους πάνω στο δέντρο ενώ τα συμπτώματα εμφανίζονται αργότερα κατά την αποθήκευση.

Οι προσβεβλημένοι καρποί εμφανίζουν αρχικά μία μικρή ξηρή καστανή κηλίδα στο σημείο που έγινε η μόλυνση. Πολλές φορές, ανάλογα με τις συνθήκες διατήρησης και τον βαθμό ωρίμανσης των καρπών, τα συμπτώματα από την προσβολή εκδηλώνονται στην αποθήκη με την μορφή σχετικά μαλακής καστανής σήψης. Χαρακτηριστική επίσης είναι και η οσμή "ζύμωσης" που εκπέμπεται. Σε ευνοϊκές συνθήκες (υψηλής σχετικής υγρασίας) εμφανίζεται και η χαρακτηριστική γκρίζα μούχλα (καρποφορίες και σπόρια του μύκητα) στις προσβεβλημένες περιοχές.

Η ασθένεια προκαλείται από τον μύκητα Botrytis cinerea (τέλεια μορφή: Botryotinia fuckeliana). To παθογόνο επιβιώνει επάνω στους νεκρούς φυτικούς ιστούς, σαν σαπρόφυτο, στους προσβεβλημένους φυτικούς ιστούς καθώς επίσης και με τα σκληρώτιά του. Η υψηλή σχετική υγρασία είναι μια βασική προϋπόθεση για την ανάπτυξη της ασθένειας, ενώ η θερμοκρασία δεν φαίνεται να παίζει κάποιο ρόλο, διότι ο μύκητας μπορεί να αναπτυχθεί σε μεγάλο θερμοκρασιακό εύρος. Όταν επικρατήσουν ευνοϊκές συνθήκες, το μυκήλιο του παθογόνου αναπτύσσεται ταχύτατα και σχηματίζει άφθονα σπόρια (κονίδια). Τα κονίδια αυτά διασπείρονται με τον αέρα, την βροχή (ακόμα και με τα χέρια, τα ρούχα και τα εργαλεία ) και προκαλούν μολύνσεις.

Στα δέντρα, το παθογόνο μπαίνει από την κορυφή του καρπού (περιοχή του κάλυκα) ή από τον ποδίσκο. Συνήθως, το παθογόνο παραμένει σε λανθάνουσα μορφή μέχρι την συγκομιδή και τα συμπτώματα της προσβολής εμφανίζονται όταν οι καρποί είναι στην αποθήκη. Εκεί, η ασθένεια μεταδίδεται από τους μολυσμένους στους υγιείς καρπούς λόγω της επαφής μεταξύ τους. Η ζημιά που επέρχεται στους καρπούς μπορεί να είναι και καθολική, διότι το παθογόνο αναπτύσσεται σε μεγάλο εύρος θερμοκρασίας.

Ο βοτρύτης αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά με την εφαρμογή κατάλληλων βοτρυδιοκτόνων λίγο πριν τη συγκομιδή των καρπών των δέντρων ή με εμβάπτιση αμέσως μετά. Συμπληρωματικά θα πρέπει να λαμβάνονται μέτρα υγιεινής των συσκευαστηρίων και των αποθηκών. Επιπλέον, συνίσταται η συγκομιδή των καρπών να γίνεται με ξηρό καιρό και να αποφεύγονται οι τραυματισμοί τους κατά την διάρκεια του χειρισμού τους μέχρι την αποθήκευση.




Σηψιρριζίες

Προσβολή κλάδου φιστικιάς από Armillaria

Οι μύκητες του γένους Armillaria προκαλούν σηψιρριζίες σε ένα μεγάλο αριθμό δασικών και καλλιεργούμενων φυτών όπως και στην φιστικιά. Οι προσβολές Armillaria, όπως συμβαίνει με τις περισσότερες σηψιρριζίες, δημιουργούν συνήθως νεκρώσεις δένδρων κατά ομάδες, αν και σε αρκετές περιπτώσεις παρατηρούνται και νεκρά μεμονωμένα δένδρα διάσπαρτα στις συστάδες. Η προσβολή επεκτείνεται στα γειτονικά δένδρα με επαφή μεταξύ των ριζών. Η διαδικασία αυτή εξελίσσεται με βραδύ ρυθμό και απαιτούνται αρκετά χρόνια για την προσβολή και νέκρωση ενός δένδρου.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό γνώρισμα των μυκήτων του γένους Armillaria είναι τα ριζόμορφα . Αυτά μοιάζουν με ριζίδια, είναι κυλινδρικά διαμέτρου 1-4 mm, με χρώμα καστανό έως μαύρο. Τα ριζόμορφα είναι υπόφλοια μεταξύ φλοιού και ξύλου ή επιφυτικά, στον εξωτερικό φλοιό των ριζών και μπορεί να αυξάνονται ελεύθερα στο έδαφος, έχοντας τη δυνατότητα να προσβάλλουν τις ρίζες γειτονικών δένδρων.

Το πιο χαρακτηριστικό διαγνωστικό σημείο προσβολής των ειδών Armillaria είναι τα βασιδιοκάρπια (μανιτάρια) τα οποία εμφανίζονται συνήθως κατά δέσμες στη βάση νεκρών και ασθενών δένδρων ή πρέμνων. Αυτά μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη διάκριση μεταξύ των διαφόρων ειδών Armillaria. 'Εχουν πίλο με χρώμα κιτρινοκαστανό έως ρόδινο και μακρύ στύπο. Τα βασιδιοκάρπια εμφανίζονται το φθινόπωρο εάν υπάρχουν ευνοϊκές συνθήκες υγρασίας και θερμοκρασίας. 'Όμως, σε σύντομο χρονικό διάστημα (1-2 εβδομάδες) μετά την εμφάνιση τους, αυτά αποσυντίθενται ή τρώγονται από ζώα και έντομα.

Ο μύκητας προκαλεί σήψη στους σκληρούς ζωντανούς ιστούς των ριζών του ξενιστή του, μέσω των ενζύμων του. Κάποια από τα συμπτώματα είναι η μείωση της ανάπτυξης των βλαστών, ο αποχρωματισμός των φύλλων, και η παραγωγή πολυάριθμων μικροσκοπικών κώνων. Η σοβαρότητα των συμπτωμάτων στο φύλλωμα εξαρτάται από την ηλικία και το μέγεθος του ξενιστή, καθώς και από την έκταση της επίθεσης στις ρίζες. Συνήθως τα μικρά δέντρα υποκύπτουν γρήγορα, ενώ τα μεγάλα παρακμάζουν βαθμιαία και νεκρώνονται σε χρόνο από 2 έως 8 έτη. Επιπλέον, εμφανίζονται κάτω από το φλοιό λευκά μυκήλια και ριζόμορφα μαύρου χρώματος συμπτώματα χαρακτηριστικά της Armillaria. Μερικές φορές οι μάζες αυτές των μυκήτων εκτείνονται πάνω ή κάτω από το έδαφος σε αρκετά εκατοστά, είτε στον κορμό είτε στη ρίζα αντίστοιχα.

Για την αντιμέτωπισή του, συστήνεται να γίνεται απολύμανση του εδάφους με κατάλληλα απολυμαντικά. Τα προσβεβλημένα φυτά θα πρέπει να απομακρύνονται μαζί με ολόκληρο το ριζικό τους σύστημα και να καταστρέφονται με τη φωτιά. Επίσης, θα πρέπει να γίνεται μακρόχρονη αμειψισπορά με φυτά (π.χ. σιτηρά), τα οποία δεν προσβάλλονται από το παθογόνο και να λαμβάνονται μέτρα καλής αποστράγγισης του αγρού.




Καμαροσπόριο

Προσβολή φιστικιάς από καμαροσπόριο

Παρατηρήθηκε σε δενδροκομεία φιστικιάς της περιοχής Θεσσαλονίκης. Το παθογόνο είχε προσβάλλει τα φύλλα, τους καρπούς και τους κλαδίσκους. Σημαντικότερη ήταν η προσβολή των καρπών. Υπολογίστηκε ότι η ζημιά ανερχόταν σε ποσοστά 25 – 50%. Η ασθένεια από τότε έχει βρεθεί σε πολλές περιοχές όπως, Αττική, Φθιώτιδα, Αίγινα, Αργολίδα, Εύβοια, Μαγνησία, Χαλκιδική, Πιερία. Κατά τα τελευταία έτη έχει παρατηρηθεί έξαρση της προσβολής και σήμερα θεωρείται η σοβαρότερη ασθένεια της φιστικιάς ένεκα της μεγάλης ζημιάς που προκαλεί και ένεκα του ότι δεν υπάρχει ικανοποιητικός τρόπος αντιμετώπισης της.

Στα φύλλα το παθογόνο προσβάλλει συνήθως το κεντρικό νεύρο αλλά και τα πλάγια. Τα προσβεβλημένα νεύρα παίρνουν μαύρο χρώμα. Αποτέλεσμα της προσβολής των νεύρων είναι η νέκρωση ευρέων τομέων του ελάσματος. Επίσης επί των φύλλων σχηματίζονται στρογγυλές ή ακανόνιστες νεκρωτικές κηλίδες, διαμέτρου 5 mm με χρώμα καστανό ή καστανομελανό. Επί των ταξικαρπιών παρατηρείται είτε προσβολή μεμονωμένων καρπών είτε προσβολή της ράχεως και των δευτερευόντων αξόνων της ταξικαρπίας. Η προσβολή των καρπών μπορεί να είναι άμεση, οπότε στην επιφάνεια τους σχηματίζονται μικρές κηλίδες διαμέτρου 1-2 mm, με καστανόμαυρο χρώμα. Συνήθως όμως η προσβολή είναι έμμεση. Το παράσιτο από τους προσβεβλημένους άξονες προχωρεί μέσω του ποδίσκου στον καρπό, ο οποίος ξηραίνεται και μαυρίζει. Οι προσβεβλημένοι άξονες παίρνουν επίσης μαύρο χρώμα και συνήθως προκαλείται ξήρανση όλου του τμήματος της ταξικαρπίας που βρίσκεται πάνω από το σημείο της προσβολής. Ενίοτε το παράσιτο προχωρεί, από το σημείο πρόσφυσης της ράχεως, στον κλαδίσκο και τον ξηραίνει.

Για την καταπολέμηση της ασθένειας θα πρέπει να γίνει συλλογή και καταστροφή των προσβεβλημένων οργάνων μετά τη συλλογή του καρπού. Στην Καλιφόρνια σχετικά πειράματα έδειξαν ότι η αφαίρεση των προσβεβλημένων οργάνων περιορίζει την προσβολή του επομένου έτους. Για να περιοριστεί η ασθένεια θα πρέπει να συμπληρωθεί το παραπάνω μέτρο με χημική καταπολέμηση.





Φυτοφθόρα

Στην Ελλάδα θεωρείται από τα σοβαρότερα φυτοπαθολογικά προβλήματα της φιστικιάς διότι τα προσβεβλημένα δένδρα συνήθως ξηραίνονται. Τα προσβεβλημένα δένδρα παρουσιάζουν χλώρωση των φύλλων, περιορισμένη βλάστηση και συχνά μέχρι την τελική ξήρανση, έντονη καρποφορία. Τα συμπτώματα αυτά στην αρχή μπορεί να παρουσιάζονται σε μερικούς μόνον κλάδους, αργότερα όμως επεκτείνονται σε ολόκληρη την κόμη. Χαρακτηριστικό σύμπτωμα της ασθένειας είναι η άφθονη έκκριση κόμμεος χαμηλά στον κορμό πάνω από το σημείο εμβολιασμού. Το κόμμι ποτίζει τον φλοιό και αν είναι άφθονο μπορεί να απλωθεί και στο χώμα γύρω από τη βάση του δένδρου. Στο αλλοιωμένο μέρος του κορμού το κάμβιο είναι μαύρο, και ποτισμένο με κόμμι. Ο μεταχρωματισμός αυτός παρατηρείται και στην επιφάνεια του ξύλου χωρίς όμως να επεκτείνεται στο εσωτερικό του. Η αλλοίωση του καμβίου σταματάει στο σημείο του εμβολιασμού και δεν προχωρεί στο υποκείμενο. Όταν η προσβολή περιβάλλει ολόκληρη την περιφέρεια του κορμού το δένδρο ξηραίνεται απότομα μέσα σε μία ή δύο μέρες και το φύλλωμα παραμένει ξηραμένο πάνω σε αυτό (αποπληξία). Συχνά μετά τη ξήρανση του δένδρου παρατηρείται αναβλάστηση του υποκειμένου. Η ασθένεια διακρίνεται από τις σηψιρριζίες γιατί η ρίζα παραμένει υγιής, χωρίς εμφάνιση σήψης και μυκηλιακών πλακών. Η διάγνωση πάντως επιβεβαιώνεται μόνον με την απομόνωση του παθογόνου στο εργαστήριο. Διάφορα είδη Phytophthora προσβάλλουν τη φιστικιά. Στην Ελλάδα έχουν προσδιοριστεί τα είδη Phytophthora nicotianae Breda de Haan, syn, Phytophthora parasitica Dastur και Phytophthora citrophthora (Smith & Smith) Leonian.

Οι μύκητες του γένους Phytophthora είναι εδαφογενή παθογόνα και ζουν στα πρώτα cm του εδάφους. Διατηρούνται στο έδαφος με τη μορφή ωοσπορίων ή χλαμυδοσπορίων και με την μορφή μυκηλίου μέσα στους ιστούς ξενιστών. Οι μολύνσεις προέρχονται από ζωοσπόρια ή βλαστάνοντα με υφή σποριάγγεια. Μολύνσεις μπορούν να γίνουν χωρίς να υπάρχει πληγή, η ύπαρξη όμως πληγής διευκολύνει τη μόλυνση. Τα διάφορα είδη μπορεί να είναι ενδημικά σ’ ένα δενδροκομείο, μπορούν όμως να μεταφερθούν με μολυσμένο χώμα, τρεχούμενο νερό και μολυσμένο πολλαπλασιαστικό υλικό. Τα ζωοσπόρια αν και έχουν δική τους κίνηση δεν μπορούν με αυτή να μεταφερθούν σε μεγάλες αποστάσεις. Συνήθως μεταφέρονται παθητικά με το νερό του ποτίσματος ή με πιτσιλίσματα εδάφους που προκαλεί η βροχή. Οι μύκητες αυτοί έχουν ανάγκη από νερό για τον σχηματισμό και την βλάστηση των σπορίων, τη μεταφορά των μολυσμάτων και τη διαδικασία της μόλυνσης. Για το λόγο αυτό οι ασθένειες παρουσιάζονται σε υγρά εδάφη, σε χρονιές πολλών βροχοπτώσεων και σε αρδευόμενα δενδροκομεία.

Το ασβέστωμα του κορμού κατά τον Απρίλιο με Μάϊο μήνα, με πυκνό διάλυμα βορδιγαλείου πολτού, περιορίζει σημαντικά την εκδήλωση της ασθένειας. Πάντως τα κυριότερα προληπτικά μέτρα, για να αποφύγουμε την εμφάνισή της φυτόφθορας είναι να μπολιάζουμε ψηλά τα δενδρύλλια (40cm τουλάχιστον πάνω από το έδαφος), να μη φυτεύουμε βαθιά τα δενδρύλλια, να χρησιμοποιούμε ανθεκτικά υποκείμενα, όπως της τερεβιθιάς και της τσικουδιάς, αποφεύγοντας το αυτόρριζο της ήμερης φιστικιάς, που είναι ευαίσθητο, καί τέλος να αποφεύγουμε τα τραύματα στο κορμό των δένδρων, ιδιαίτερα κοντά στό έδαφος.




Σεπτορίωση

Σεπτορίωση φιστικιάς

Τρεις μύκητες του γένους Septoria προσβάλλουν τη φιστικιά, οι S. Pistaciae Desm., S. Pistacina Allescher και S. pistaciarum Caracciolo. Στην Ελλάδα τα είδη S. pistacina και S. pistaciarum είναι αυτά που απαντώνται περισσότερο. Και τα τρία παθογόνα προσβάλλουν τα φύλλα και μπορούν να προκαλέσουν πρόωρη φυλλόπτωση με αποτέλεσμα την εξασθένηση των δένδρων.

Ο μύκητας S. Pistaciae Desm, προκαλεί επί των δύο επιφανειών του φύλλου πολυάριθμες, υποστρόγγυλες, καστανές κηλίδες διαμέτρου 0,5-1,5 mm, που φέρουν μικρά μαύρα στίγματα, τα οποία είναι οι καρποφορίες του μύκητα.

Ο μύκητας S. Pistacina Allescher σχηματίζει και στις δύο επιφάνειες του φύλλου νεκρωτικές κηλίδες καστανού σκούρου χρώματος, διαμέτρου 1 mm. Οι κηλίδες μεγαλώνουν, φθάνουν σε διάμετρο 2,5 mm και γίνονται γωνιώδης καθώς περιορίζονται από τις λεπτές νεκρώσεις των φύλλων. Στο κέντρο των κηλίδων εμφανίζονται στην αρχή ένα και αργότερα περισσότερα μαύρα στίγματα, τα οποία είναι οι καρποφορίες του μύκητα. Οι κηλίδες μπορούν στην συνέχεια να ενωθούν μεταξύ τους και τελικά σχηματίζονται μεγάλα νεκρωτικά τμήματα στην επιφάνεια των φύλλων. Οι μύκητες S. pistacina και S. pistaciarum έχουν όμοιο βιολογικό κύκλο αφού διαχειμάζουν μέσα στα φύλλα που έχουν πέσει στο έδαφος.

Η ζημιά είναι σοβαρότερη. όταν η προσβολή γίνει την άνοιξη (που ευνοείται ιδιαίτερα από βροχερό καιρό), γιατί τότε μαζί με την εξάντληση του δένδρου από την πρώιμη φυλλόπτωση έχουμε και την απώλεια των καρπών της χρονιάς. Για την καταπολέμηση της αρρώστιας συνιστώνται προληπτικοί ψεκασμοί με διάφορα χαλκούχα παρασκευάσματα η καλύτερα με βορδιγάλειο πολτό 1 έως 2% κατά την εμφάνιση του φυλλώματος (αρχές Μαίου), επίσης μετά τον σχηματισμό των καρπών (20 με 25 Μαίου), ακόμη μετά ένα εικοσαήμερο και κατα τις αρχές φθινοπώρου μετά την συγκομιδή των καρπών. Οι ψεκασμοί με βορδιγάλειο πολτό προτιμώνται από τα μέσα Ιουνίου και μετά, σε δόση 2% περίπου. όταν τα φύλλα και οι βλαστοί σταθεροποιηθούν σε μέγεθος για το «ψήσιμο» αυτών. Συμπληρωματικά συνιστάται επίσης καί η κάλυψη των πεσμένων φύλλων κατά το χειμώνα με άροση. Οι ψεκασμοί της ανοίξεως πρέπει να επαναλαμβάνονται μετά από βροχή.




Σκωρίαση

Η σκωρίαση είναι αρκετά συχνή στη χώρα μας και προκαλεί φυλλόπτωση και κηλίδωση των καρπών . Τα συμπτώματα εμφανίζονται συνήθως στα φύλλα και τους καρπούς και σπανιότερα στους βλαστούς. Στο πάνω μέρος του ελάσματος των φύλλων εμφανίζονται μικρές, σχεδόν πολυγωνικές, κίτρινες κι αργότερα καστανές κηλίδες ενώ στις αντίστοιχες θέσεις της κάτω επιφάνειας σχηματίζονται πορτοκαλοκίτρινες κηλίδες διάστικτες από μικροσκοπικές καστανές φλύκταινες. Στο κάτω μέρος των φύλλων σχηματίζονται επίσης αργά το καλοκαίρι καστανόμαυρες φλύκταινες. Τα έντονα προσβεβλημένα φύλλα κιτρινίζουν και πέφτουν πρόωρα.

Στους καρπούς σχηματίζονται στην αρχή υδατώδεις κυκλικές, σκούρες πράσινες κηλίδες διαμέτρου 3-5 mm που βυθίζονται καθώς ο καρπός αναπτύσσεται. Το κέντρο της κηλίδας παίρνει χρώμα βαθύ κίτρινο ή πορτοκαλί. Ο μύκητας μπορεί να σχηματίσει στο κέντρο των κηλίδων καρποφορίες που φαίνονται σαν καστανές μέχρι μαύρες κονιορτώδεις περιοχές. Οι προσβεβλημένοι ιστοί στις κηλίδες παίρνουν χρώμα κιτρινόμαυρο μέχρι καστανόμαυρο γίνονται σκληροί και δερματώδεις και παραμένουν συνήθως προσκολλημένοι στους γειτονικούς υγιείς ιστούς. Συχνά στο περιθώριο των κηλίδων δημιουργούνται μικρά σκασίματα στο περικάρπιο.

Ο μύκητας κατά κανόνα διαχειμάζει υπό μορφή ουρεδοσπορίων πάνω στους κλάδους και στα πεσμένα φύλλα στο έδαφος. Οι μολυσμένοι κλαδίσκοι και φύλλα της φιστικιάς αποτελούν τις κύριες εστίες των μολυσμάτων. Οι παραγόμενες εκεί την άνοιξη μεγάλες ποσότητες ουρεδοσπορίων διασπείρονται με τον άνεμο και τη βροχή και προκαλούν τις νέες μολύνσεις στα δέντρα.

Για την καταπολέμηση της ασθένειας συνιστώνται 2-3 ψεκασμοί κατά την περίοδο της βλάστησης ανά 10-15 ημέρες. Ο πρώτος ψεκασμός εφαρμόζεται κατά την πτώση των πετάλων. Κατάλληλα μυκητοκτόνα είναι: οξυχλωριούχος χαλκός, zineb, maneb, dithianon, chlorothalonil, θείο και τα διασυστηματικά μυκητοκτόνα.





[1],[2]

Βιβλιογραφία

  1. Μελέτη του προβλήματος των αφλατοξίνων σε κελυφωτά φιστίκια, μεταπτυχιακή μελέτη της Γεωργιάδου Μαρίας, Αθήνα 2009.
  2. Η καλλιέργεια της φιστικιάς στην περιοχή Μακρακώμης Ν.Φθιώτιδος, πτυχιακή μελέτη του Κατσογιάννη Χρήστου, Ηράκλειο 2012.